Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Ανησυχούν έντονα και φοβούνται την οργανωμένη λαϊκή δράση

Μιλώντας την περασμένη Δευτέρα σε εκδήλωση «για την ελληνική οικονομία και την ανταγωνιστικότητα», ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δ. Δασκαλόπουλος, είπε μεταξύ άλλων: «Αν επικρατήσουν οι ποικιλώνυμες δυνάμεις της αντίδρασης, με την περικεφαλαία του υπερπατριωτισμού και την προβιά του αντικαπιταλισμού, η Ελλάδα θα καταντήσει μια υποβαθμισμένη τριτοκοσμική χώρα της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Κι ο λαός μας θα υποστεί συνέπειες τέτοιες, που θα κάνουν την τωρινή σκληρή εποχή του μνημονίου να μοιάζει με παράδεισο». 
Μ' αυτόν τον ωμό τρόπο, ο εκπρόσωπος των βιομηχάνων έθεσε τον πυρήνα του πολιτικού ζητήματος, με το οποίο βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη η ντόπια αστική τάξη και τα κόμματά της.
Μια μέρα πριν, σε πρωτοσέλιδο άρθρο της, μια από τις ναυαρχίδες του αστικού Τύπου, η «Καθημερινή», καλούσε στο σχηματισμό «πολεμικής κυβέρνησης», αναγνωρίζοντας προφανώς ότι στην Ελλάδα μαίνεται ένας πόλεμος, ενάντια στο λαό, τον οποίο η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό καλούνται να διευθύνουν με τρόπο αποτελεσματικό για τα συμφέροντά τους. 
Διαπιστώνοντας ότι «για άλλη μια φορά, η χώρα βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμο σημείο αλλά, δυστυχώς, η πολιτική ηγεσία, τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη ζουν σε ένα δικό τους κόσμο», η εφημερίδα κινδυνολογεί με τη χρεοκοπία και επισημαίνει με νόημα:
«Τώρα οι δανειστές απαιτούν να εκπληρώσουμε εμείς το δικό μας κομμάτι της συμφωνίας. Για να γίνει αυτό θα χρειασθούν απελπιστικά επώδυνες αποφάσεις (...) Η κυβέρνηση αποφεύγει όμως να πει την αλήθεια στον λαό (...) Η αξιωματική αντιπολίτευση λαϊκίζει αντιμνημονιακά (...) Η Αριστερά πυροδοτεί την ανυπακοή και σπρώχνει τη χώρα στον κατήφορο. Εχουμε φτάσει σε αδιέξοδο. Ο πρωθυπουργός έχει πολύ λίγα περιθώρια να πει στον κόσμο την αλήθεια και να φτιάξει μια "πολεμική" κυβέρνηση, που θα συμπεριλαμβάνει και εχθρούς του, αν είναι ικανοί για τις περιστάσεις. Αν ο ίδιος δεν το αντέχει ψυχικά ή αν πιστεύει ότι το κόμμα του θα τον ρίξει, οφείλει και πάλι να μιλήσει ειλικρινά και να φερθεί με υπευθυνότητα (...) Αν συνεχίσουμε στην τωρινή μας ρότα, είναι βέβαιο ότι οι δανειστές μας δεν θα δώσουν την επόμενη δόση και θα απαιτήσουν πιο σκληρούς όρους. Ισως τότε σοβαρευθούμε, προσγειωθούμε απότομα στην πραγματικότητα και πετύχουμε μια μεγάλη εθνική συνεννόηση των αστικών μας κομμάτων για το τι πρέπει να γίνει από εκεί και πέρα».
Ο φόβος και η ανησυχία της αστικής τάξης και των κομμάτων της για τις κλιμακούμενες λαϊκές αντιδράσεις που προκαλεί η βάρβαρη στρατηγική του μνημονίου, δεν μπορούν να κρυφτούν. Ο οξύς, όμως, τρόπος με τον οποίο εκφράζουν αυτήν τους την ανησυχία μαρτυράει ότι φοβούνται το ενδεχόμενο μιας οργανωμένης γενικευμένης και μαζικής λαϊκής πολιτικής πάλης με γραμμή ανυπακοής και ρήξης. Αυτή η ανησυχία τους δείχνει και τη δύναμη του λαϊκού παράγοντα και τη δυναμική που μπορεί να εκφραστεί, με δεδομένη, επίσης, τη σταθερή και αταλάντευτη δράση του ΚΚΕ.
Το ΚΚΕ είναι ο πραγματικός τους αντίπαλος
Αυτό που κρύβεται πίσω από τις λέξεις, είναι η ανησυχία της πλουτοκρατίας και των κομμάτων της ότι η ριζοσπαστικοποίηση της λαϊκής δυσαρέσκειας, που μεγαλώνει, μπορεί να θέσει σε συνειδητή αμφισβήτηση του ίδιου του αστικού πολιτικού συστήματος, με κινδύνους για την αστική εξουσία. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ το λέει κυνικά, καλώντας και αυτός σε πανστρατιά, για να ηττηθούν «οι ποικιλώνυμες δυνάμεις της αντίδρασης», όπως χαρακτηρίζει τον οποιοδήποτε αμφισβητεί και αντιπαλεύει τη στρατηγική του μνημονίου.
Τα αναμασήματα, εξάλλου, περί «υποβαθμισμένης τριτοκοσμικής χώρας της νοτιοανατολικής Μεσογείου», παραπέμπουν ευθέως στην αισχρή αντισοσιαλιστική προπαγάνδα που αναπαράγει δεκαετίες τώρα η αστική τάξη, όταν είναι να αντιπαρατεθεί με το ΚΚΕ. Γιατί εκεί βρίσκεται ο μεγάλος καημός τους. Στο γεγονός ότι στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι και ο λαός, έχουν το στρατηγικό πλεονέκτημα να παλεύουν έχοντας στην πρωτοπορία και στο πλευρό τους ένα Κομμουνιστικό Κόμμα με καθαρή αντικαπιταλιστική γραμμή και πρόταση λαϊκής εξουσίας, που προϋποθέτει σύγκρουση με την εξουσία των μονοπωλίων και ανατροπή της.
Αυτήν τη στρατηγική και το μπόλιασμά της στο εργατικό λαϊκό κίνημα που δυναμώνει, προσπαθεί να απαξιώσει ο πρόεδρος του ΣΕΒ για λογαριασμό της τάξης του, ξέροντας καλά ότι είναι ο «νούμερο ένα» κίνδυνος για τα συμφέροντα και την εξουσία τους. Οπως η κυβέρνηση, έτσι και αυτός, επιχειρεί με συκοφαντίες περί «υπερπατριωτισμού» και «ψευτοαντικαπιταλισμού» να δημιουργήσει αντιδραστικά αντανακλαστικά απέναντι στις λαϊκές και εργατικές δυνάμεις που παλεύουν ενάντια στα μέτρα του μνημονίου, στην προοπτική να ανατραπεί η πολιτική που το επιβάλλει, να γκρεμιστούν τα κόμματα που την υπερασπίζονται και την υπηρετούν.
Αυτήν την πολιτική, που προβάλλεται σαν μονόδρομος από την αστική τάξη και τα κόμματά της, μόνο το ΚΚΕ την αντιπαλεύει με όρους στρατηγικής. Κανένα άλλο κόμμα ή άλλη πολιτική δύναμη δεν αντιπαραθέτει στη βαρβαρότητα της καπιταλιστικής εξουσίας πρόταση διεξόδου που να οδηγεί σε σύγκρουση με την εξουσία των μονοπωλίων, με στόχο την ανατροπή της και την κοινωνικοποίηση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής.
Ακόμα και οι δυνάμεις που αυτοαποκαλούνται «αντικαπιταλιστικές», όπως ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλοι, ζητούν από το λαό να κρατήσει μια σημαία ξένη προς τα πραγματικά του συμφέροντα. Τον καλούν να παλέψει για τη διαχείριση του καπιταλισμού, καλλιεργώντας την αυταπάτη ότι στις σημερινές συνθήκες, τα λαϊκά στρώματα μπορούν να ζήσουν καλύτερα αν - για παράδειγμα - αναδιαρθρωθεί το χρέος, όπως ζητούν και ισχυρές μερίδες της πλουτοκρατίας, ή αν παραιτηθεί ένας υπουργός ή φύγει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως να θιχτεί στο ελάχιστο η εξουσία του κεφαλαίου.
Αναζητούν εναγωνίως τρόπους χειραγώγησης του λαού
Από αυτή τη σκοπιά, η συμβολή του ΚΚΕ στη ριζοσπαστικοποίηση του εργατικού λαϊκού κινήματος, είναι καθοριστική και αναντικατάστατη. Η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης θα ήταν πολύ ευκολότερη για τη ντόπια αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό, αν στην Ελλάδα δεν υπήρχε το ΚΚΕ. Η αντιλαϊκή σύμπραξη των αστικών δυνάμεων, θα μπορούσε να έχει ήδη φτάσει ακόμα και στο επίπεδο της διακυβέρνησης, αν η πλουτοκρατία δεν «μετρούσε» τις επιπτώσεις μιας τέτοιας επιλογής σε ότ,ι αφορά την ενίσχυση του ΚΚΕ και την ακόμα μεγαλύτερη πόλωση της αντιπαράθεσης πάνω στο ζήτημα των δυο δρόμων ανάπτυξης.
Στο φόντο όλων αυτών, αναζητούν εναγωνίως τρόπους χειραγώγησης του λαού με στόχο να εγκλωβιστεί η ολοένα διογκούμενη δυσαρέσκεια και να εκτονωθεί ανώδυνα στο μαγκανοπήγαδο της αστικής πολιτικής, του πολιτικού τους συστήματος. Το κεφάλαιο και τα κόμματά του ξέρουν καλά πως δεν έχουν το παραμικρό περιθώριο να κάνουν ακόμα και ψευτοπαροχές στα λαϊκά στρώματα, όπως έκαναν τα προηγούμενα χρόνια το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, για να σταθεροποιήσουν και να ισχυροποιήσουν της εξουσία των μονοπωλίων.
Σε συνθήκες οξύτατης καπιταλιστικής κρίσης και έντασης των ανταγωνισμών για το ποια μονοπώλια θα βγουν πιο κερδισμένα από την κρίση και τον ανταγωνισμό, οι ανατροπές που προωθούνται εντός και εκτός μνημονίου, είναι μονόδρομος χωρίς επιστροφή για το κεφάλαιο.
Ξέρουν, με άλλα λόγια ότι αν δεν μειώσουν στα έσχατα όρια την τιμή της εργατικής δύναμης, αν στρατηγικοί τομείς της παραγωγής δεν περάσουν ολοκληρωτικά στο μεγάλο κεφάλαιο, αν δεν μπουν σοβαρά εμπόδια στη συνδικαλιστική και πολιτική δράση, τότε τα ευρωενωσιακά μονοπώλια και η ντόπια πλουτοκρατία θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση απέναντι στους ανταγωνιστές τους, κύρια στο αμερικάνικο και στο ανερχόμενο κινέζικο κεφάλαιο.
Κατά συνέπεια, τα μέτρα στα οποία ομνύουν ο Δασκαλόπουλος, η «Καθημερινή», οι άλλοι φυσικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου, μαζί και οι προπαγανδιστές τους, είναι πράγματι μονόδρομος για την πλουτοκρατία, η οποία επιζητά τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση από το πολιτικό της προσωπικό για να προωθήσει δια πυρός και σιδήρου τα μέτρα που αφορούν στην κερδοφορία της και προκαλούν ισχυρές λαϊκές αντιστάσεις.
Μονόδρομος για το συμφέρον του λαού
Από αυτή τη σκοπιά, με δεδομένες τις δυσκολίες στο αστικό πολιτικό σύστημα, η αλλαγή κόμματος στην κυβέρνηση, ή η κυβερνητική συνεργασία μεταξύ των αστικών κομμάτων, ή η λεγόμενο «εθνική συνενόηση» είναι ανάμεσα στις αναζητήσεις εναλλακτικών λύσεων από το την κυρίαρχη τάξη, προκειμένου να δημιουργήσει την αυταπάτη ότι κάτι αλλάζει και ταυτόχρονα να ισχυροποιήσει το μέτωπο απέναντι στο λαό.
Ως προς αυτό το τελευταίο, είναι αποκαλυπτική η δήλωση του βουλευτή του ΛΑ.Ο.Σ. Α. Γεωργιάδη, λίγες μέρες μετά τις εκλογές του περασμένου Νοέμβρη:
«Εχει έρθει η ώρα ο αστικός κόσμος της χώρας, όλοι εμείς που πιστεύουμε ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι στην ΕΕ, ότι πρέπει να έχει αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, ότι τέλος πάντων δεν είμαστε όπως λέει το ΚΚΕ κατά του καπιταλισμού, εμείς που πιστεύουμε στον καπιταλισμό και στην ελεύθερη αγορά, εμείς που μπορούμε να συνεννοηθούμε εν πάση περιπτώσει στα τελείως βασικά, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να συνεννοηθούμε. Γιατί αν δεν συνεννοηθούμε, το αποτέλεσμα θα είναι σε επόμενες εκλογές να μην είναι το ΚΚΕ στο 14%, αλλά να είναι στο 34 και να μας κυβερνούν οι μπολσεβίκοι».
Για την πλουτοκρατία και τα κόμματά της, μονόδρομος είναι η στρατηγική του μνημονίου, το νέο σύμφωνο ανταγωνιστικότητας, η χωρίς τέλος επίθεση στα εργασιακά και λαϊκά δικαιώματα. Για τους εργαζόμενους, τους αυτοαπασχολούμενους, τη φτωχή αγροτιά, τη νεολαία και τις γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων, η πραγματική διέξοδος βρίσκεται σ΄ αυτό που τρομάζει περισσότερο τον αντίπαλο:
Στην ενίσχυση του ΚΚΕ και στη συμπόρευση μαζί του, στο δυνάμωμα της λαϊκής συμμαχίας που αντιπαλεύει τα μέτρα της πλουτοκρατίας με στόχο να ανατρέψει την εξουσία της. Οσο δυναμώνει αυτό το ορμητικό λαϊκό μέτωπο, τόσο πιο ρεαλιστικός και εφικτός θα δείχνει ο άλλος δρόμος ανάπτυξης για τον οποίο παλεύει το ΚΚΕ, η λαϊκή εξουσία και οικονομία, ο σοσιαλισμός.

Περ. Κ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου