Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

KΛΙΝΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ: «Βιομηχανικές» μπίζνες με τζίρο δισ. δολάρια...



Εως τώρα γνωρίζαμε για τα τεράστια, ενίοτε αντικρουόμενα, συμφέροντα γιγαντιαίων φαρμακοβιομηχανιών και βιοτεχνολογικών εταιρειών και το χορό των τρισ. δολαρίων που στήνουν ετησίως στο όνομα της «υγείας» και της ευζωίας μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο, ανάμεσα στις φαρμακοβιομηχανίες, στους γιατρούς και τους ασθενείς, ανάμεσα στις βιομηχανίες του φαρμάκου και τις δημόσιες και ιδιωτικές εταιρείες ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, υπάρχει ένας άλλος βιομηχανοποιημένος τομέας «παροχής υπηρεσιών», που κάνει εξίσου χρυσές μπίζνες στις πλάτες των λαών δεκάδων χωρών του πλανήτη, βγάζοντας αμύθητα ποσά και μένοντας συνήθως στον ίσκιο των δραστηριοτήτων που διαδραματίζονται παγκοσμίως στους τομείς της φαρμακευτικής και της υγείας. 

Πρόκειται για τις εταιρείες διενέργειας κλινικών δοκιμών φαρμάκων και διαγνωστικών εργαλείων, οι οποίες διενεργούν τα πειράματα σε κλινικές, ιατρικά εργαστήρια και νοσοκομεία, παίζοντας (με το αζημίωτο...) το ρόλο του μεσάζοντα ανάμεσα στις αρμόδιες νοσηλευτικές και υγειονομικές αρχές και τις βιομηχανίες φαρμάκου και βιοτεχνολογικών εφαρμογών.
Διεθνώς είναι γνωστές ως «Contract Research Organizations» (CRO), δηλαδή Συμβεβλημένοι Ερευνητικοί Οργανισμοί (εμείς για λόγους ευκολίας θα τις ονομάσουμε Εταιρείες Κλινικών Δοκιμών ή ΕΚΔ). Πρωτοεμφανίστηκαν (διόλου τυχαία) στο διεθνές προσκήνιο στα μέσα της δεκαετίας του '90, με την έναρξη δηλαδή της νέας έξαρσης της δράσης του ιμπεριαλισμού σε «παρθένες» αγορές και με την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ κορυφαίων πολυεθνικών φαρμακοβιομηχανιών...
Οι 10 πολυεθνικές των κλινικών δοκιμών...
Σήμερα, υπάρχουν διεθνώς πάνω από 1.100 Εταιρείες Κλινικών Δοκιμών εκ των οποίων οι 10 μεγαλύτερες έλεγχαν το 2008 πάνω από το 56% της αγοράς και το 55% το 2009. Οι 10 πολυεθνικές των κλινικών δοκιμών παγκοσμίως είναι κατά σειρά οικονομικής ισχύος οι ακόλουθες:
1. Κουίνταϊλς (Quintiles), που ελέγχει το 15% της αγοράς (με τζίρο το 2009 ύψους 2,5 δισ. δολαρίων). Διαθέτει 20.000 υπαλλήλους σε 60 χώρες.
2. Φαρμακεύτικαλ Πρόντακτ Ντιβέλοπμεντ (Pharmaceutical Product Development ή PPD), με τζίρο 1,9 δισ. δολάρια και 11.000 εργαζόμενους σε 48 χώρες.
3. Κόβανς (Covance), με τζίρο 1,8 δισ. δολάρια και 9.800 υπαλλήλους σε 25 χώρες. Εχει δεχθεί κατά καιρούς σωρεία καταγγελιών και κατηγοριών για βασανισμό ζώων σε πειράματα...
4. Τσαρλς Ρίβερ Λάμπατορι (Charles River Labatorory), με 1,2 δισ. δολάρια. Θεωρείται η ατμομηχανή των ζωικών πειραματόζωων ή αλλιώς η «Τζένεραλ Μότορς» στην παροχή ζώων για πειράματα και κλινικές δοκιμές παγκοσμίως... Διαθέτει 8.500 υπαλλήλους σε 12 χώρες και έχει κι αυτή δεχθεί κατά καιρούς καταγγελίες για βασανισμούς πειραματόζωων...
5. Παραζέλ (Paraxel), με τζίρο 930 εκατ. δολάρια. Διαθέτει 10.300 εργαζόμενους σε 52 χώρες στον κόσμο.
6. Αϊκον (ICON PLC), με τζίρο 887 εκατ. δολάρια και 7.100 εργαζόμενους σε 38 χώρες.
7. Κεντλ (Kendle), με τζίρο 590 εκ. δολάρια.
8. Φάρμανετ Ντιβέλοπμεντ Γκρουπ (PharmaNet Development Group), με 470 εκατ. δολάρια τζίρο.
9. ΠΡΑ Ιντέρναλ (PRA Internal), με 410 εκατ. δολάρια.
10. 4Τζι Φάρμα Κοβίτζιλανς (4G Pharma Convigilance), με 391 εκατ. δολάρια.
Οι Εταιρείες Κλινικών Δοκιμών εκτιμάται πως το 2010 έκαναν τζίρο 24 δισ. δολαρίων, ο οποίος προβλέπεται να αυξηθεί κατά 8,5% ως το 2015. Η ισχύς και η αύξηση των δραστηριοτήτων τους αναμένεται να ενταθεί ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα στις αναδυόμενες αγορές της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας (Κίνα, Ινδία), στις οποίες τα τελευταία χρόνια οι ΕΚΔ αναζητούν απονήρευτα ανθρώπινα πειραματόζωα, εκμεταλλευόμενες στο έπακρο κακοπληρωμένους γιατρούς, νοσηλευτές και αδύναμες ή διεφθαρμένες κρατικές αρχές πλημμελούς επίβλεψης των διαδικασιών διενέργειας κλινικών δοκιμών...
Αναζητώντας πειραματόζωα στον «Τρίτο Κόσμο»
Σήμερα, στις ΗΠΑ μία κλινική δοκιμή φαρμάκου κοστίζει ανά ασθενή ως 20.000 δολάρια, στη Ρωσία κατά μέσο όρο τα 3.000 και στην Ινδία τα 1.500 δολάρια.
Εως και πριν μία πενταετία, οι ΕΚΔ προτιμούσαν να διενεργούν τις κλινικές δοκιμές σε χώρες όπως η Ινδία. Διόλου αφύσικο εάν σκεφθεί κανείς τι έγραφε το 2008 σε άρθρο του στην επιθεώρηση Χάρβαρντ Μπίζνες Ριβιού, το πρώην ανώτατο διευθυντικό στέλεχος της φαρμακοβιομηχανίας Γκλαξοσμιθκλάιν, Πιερ Γκαρνιέ: «Μια μεσαία φαρμακοβιομηχανία με 60.000 ασθενείς σε κλινικές δοκιμές μπορεί να εξοικονομήσει 600.000.000 δολάρια ετησίως εάν διενεργήσει τις μισές δοκιμές σε χώρες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής»...
Ωστόσο, από πέρσι οι ΕΚΔ άρχισαν να αλλάζουν στάση, καθώς το χαμηλό κόστος δεν οδήγησε και στην παροχή των βέλτιστων υπηρεσιών για τις φαρμακοβιομηχανίες.
Ειδικά στην περίπτωση της Ινδίας, όπου οι ΕΚΔ προσπαθούσαν ως πρότινος να πολλαπλασιάσουν τις κλινικές δοκιμές και να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους λόγω χαμηλού εργατικού και λειτουργικού κόστους, οι κλινικές δοκιμές άρχισαν να μειώνονται και να μην πηγαίνουν τόσο καλά όσο αρχικά. Αυτό συνέβη μεταξύ άλλων διότι το χαμηλό κόστος δεν παρέμεινε χαμηλό (αυξήθηκε λόγω του ζήλου των εταιρειών να πραγματοποιήσουν κλινικές δοκιμές άρον-άρον), επειδή οι εταιρείες προσπάθησαν να κάνουν τη "δουλειά τους" σε νοσοκομεία με ελάχιστες υποδομές, ανεπαρκές προσωπικό και κάκιστες υπηρεσίες, τρίτον διότι αγνοούσαν το γενετικό προφίλ και τα δεδομένα υγείας του ντόπιου πληθυσμού και τέταρτον επειδή τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών δεν κατέστη δυνατόν να αποβούν το ίδιο ποιοτικά και αξιόπιστα από τις ανάλογες που θα διενεργούνταν στις ΗΠΑ ή σε μία άλλη ανεπτυγμένη χώρα της Δύσης...
Σύμφωνα με τη μηνιαία επιθεώρηση διεθνών ΕΚΔ, Centerwatch.com, (βλέπε άρθρο σε τεύχος Ιουνίου 2011), ως το τέλος του Απρίλη του 2011 γίνονταν στην Ινδία 265 κλινικές δοκιμές (περίπου το 3% των δοκιμών παγκοσμίως). Το 2010 ήταν 294. Το 2009 ήταν 567. Το 2008 οι κλινικές δοκιμές ήταν 560. Το 2007 ήταν 396, ενώ το 2006 διενεργήθηκαν 306 κλινικές δοκιμές. Η μείωση με άλλα λόγια που καταγράφεται την τελευταία πενταετία είναι οφθαλμοφανής... Τι πήγε στραβά;
Σαν «καουμπόηδες» στην άγρια Δύση...
Αρχικά, οι φαρμακοβιομηχανίες και οι ΕΚΔ είδαν την Ινδία ως μία από τις ελκυστικότερες χώρες διεθνώς για αρκετούς λόγους, όπως το αγγλόφωνο και γενικά καταρτισμένο τεχνικά προσωπικό, τη μεγάλη διαθεσιμότητα ασθενών (μιλάμε άλλωστε για τη δεύτερη παγκοσμίως πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου), το χαμηλό κόστος και ένα φιλικό σύστημα «ελέγχου» φαρμάκων. Ωστόσο, ο αρχικός ενθουσιασμός για συρρίκνωση του κόστους «εξανεμίστηκε» μέσα σε λίγα χρόνια, λόγω προβλημάτων που προέκυψαν τόσο κατά τη διενέργεια των κλινικών δοκιμών, όσο και λόγω αδυναμιών που καταγράφηκαν από άποψη ποιοτικού επιπέδου και αξιοπιστίας των επιστημονικών δεδομένων. Για να μη μιλήσουμε για τους εν πολλοίς ανεφάρμοστους κανονισμούς ηθικής που αφορούσαν μεταξύ άλλων και στη σωστή ενημέρωση των ενδιαφερόμενων ασθενών για τους κινδύνους μίας πειραματικής θεραπείας...
Συνεπώς, ο αρχικός παράδεισος των εταιρειών μεταβλήθηκε στην Ινδία σύντομα σε μία «άγρια Δύση», με ευθύνη βεβαίως κύρια των ΕΚΔ. Σύντομα, όλες ήθελαν να πάνε εκεί, όλοι έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την «ευκαιρία», δίχως εντούτοις να κάνουν ούτε καν τις ελάχιστες επενδύσεις στο τοπικό νοσηλευτικό σύστημα που θα εξασφάλιζαν τη συνέχιση και τη βελτίωση των δραστηριοτήτων τους στο μέλλον...
Επιπροσθέτως, οι πολυεθνικές δυτικές ΕΚΔ εφάρμοζαν μια «τακτική» διενέργειας κλινικών δοκιμών κοινή για κάθε ασθένεια δίχως να προσαρμόζονται αντίστοιχα τα κριτήρια και οι διαδικασίες στα τοπικά και συνήθως προβληματικά Συστήματα Υγείας. Δεν υπολόγισαν ακόμη τους ουκ ολίγους κακοπληρωμένους γιατρούς και νοσηλευτές που αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στοιχειωδώς στις ανάγκες χιλιάδων ασθενών πόσο μάλλον να παρακολουθήσουν και να βγάλουν πορίσματα σε κλινικές δοκιμές...
Η Νερμίν Βαραβάλα, ιδρυτικό στέλεχος της ινδικής ΕΚΔ «ECCRO», αναφερόμενη στην άγνοια των δυτικών εταιρειών πάνω στις ιδιομορφίες τοπικών πληθυσμών, εξηγούσε χαρακτηριστικά στην επιθεώρηση Centerwatchπως το προσωπικό των δυτικών ΕΚΔ που είχε αναλάβει την κλινική δοκιμή ενός πειραματικού φαρμάκου για διαβήτη τύπου ΙΙ απέρριπτε Ινδούς διαβητικούς ή άτομα με προδιάθεση στην ασθένεια μόνον και μόνον γιατί ήταν λιπόσαρκα (σε αντίθεση δηλαδή με τους υπέρβαρους Δυτικούς που έχουν προδιάθεση σε διαβήτη μεταξύ άλλων και λόγω π.χ. αυξημένου κοιλιακού πάχους κ.λπ.).
Και η περίπτωση της Κίνας...
Αντίθετα, τα πράγματα φάνηκε να βαίνουν καλύτερα στην περίπτωση της Κίνας, η οποία ξεπερνώντας τις αρχικές επιφυλάξεις έναντι των δυτικών φαρμακοβιομηχανιών επέτρεψε τη διενέργεια κλινικών δοκιμών σε συγκεκριμένους χώρους και υπό συγκεκριμένους κανονισμούς ασφαλείας. Επιπλέον, οι Κινέζοι αξιωματούχοι έχουν επιβάλει, μεταξύ άλλων, στις δυτικές εταιρείες την κυκλοφορία νέων φαρμάκων στη σινική αγορά φαρμάκου (που θεωρείται η τρίτη παγκοσμίως μετά την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ) εφόσον αυτά δοκιμαστούν επιτυχώς σε κλινικές δοκιμές επί τους εδάφους της. Σήμερα στην Κίνα πραγματοποιούνται πάνω από 2.700 κλινικές δοκιμές. To βέβαιο είναι πως οι κλινικές δοκιμές στην πολυπληθέστερη χώρα όχι μόνον θα συνεχιστούν αλλά και θα αυξηθούν όσο περνά ο καιρός παρά τις δυσκολίες (π.χ. το «φράγμα» της γλώσσας, η σινική γραφειοκρατία κ.ά.). Και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς ούτε από τις μεγάλες ΕΚΔ, ούτε από τις πολυεθνικές του φαρμάκου και της βιοτεχνολογίας... Αλλωστε, ο πληθυσμός αυτών των χωρών παραείναι τεράστιος για να τον αγνοήσουν...
Ομως, το ζήτημα δεν είναι εάν θα συνεχίσουν τις μπίζνες οι πολυεθνικές στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες. Το ζήτημα είναι πώς θα επωφεληθούν οι λαοί από τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και πώς θα σπάσουν τις αλυσίδες που επιχειρεί να τους βάλει το ξένο και ντόπιο μεγάλο κεφάλαιο, ώστε να κατακτήσουν ένα αληθινά δωρεάν, σύγχρονο δημόσιο σύστημα υγείας ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, δίχως αμφιλεγόμενες κλινικές δοκιμές...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου