Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Αλλοτρίωση: Η βάση της ψευδούς συνείδησης.



Ο κυριότερος λόγος, για τον οποίο αξίζει να ασχοληθεί 
κανείς με τη μαρξιστική έννοια της αλλοτρίωσης -(σύμφωνα με ορισμένους θεωρητικούς καταλληλότερος όρος είναι η αποξένωση)- είναι ότι οι ίδιοι οι κλασικοί την είχαν αναδείξει ως το θεμέλιο της ψευδούς συνείδησης, δηλαδή της ιδεολογίας που σε συνδυασμό με τη βία (κρατική εξουσία) στηρίζει την κυριαρχία της άρχουσας τάξης. 
Η ηγεμονία της υπάρχει και ενισχύεται, διότι κυριαρχεί η αποξένωση που γεννιέται στη βάση της κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής, αγκαλιάζει όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής.

Η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας οφείλεται πρωτίστως στην κυριαρχία της εμπορευματικής παραγωγής και πιο συγκεκριμένα στη μορφή της αφηρημένης εργασίας και της ανταλλακτικής αξίας.

 «Το σύνολο της ανθρώπινης υποδούλωσης περιλαμβάνεται στη σχέση του εργάτη προς την παραγωγή, και όλες οι σχέσεις της υποδούλωσης δεν είναι τίποτα άλλο παρά τροποποιήσεις και συνέπειες αυτής της σχέσης» γράφει ο Κ. Μαρξ στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» (σελ.104).
Η αποξένωση εμφανίζεται όταν το αποτέλεσμα της δραστηριότητας του ανθρώπου αντιστρατεύεται τον άνθρωπο σαν κάτι αλλότριο, σαν μια δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό της, όταν ο αντικειμενικός κόσμος εμφανίζεται σαν μια δύναμη που υποτάσσει τον άνθρωπο αντί να αποτελεί την αυτοεπιβεβαίωσή του. «Η παραγωγή δεν παράγει τον άνθρωπο μόνο σαν εμπόρευμα, το ανθρώπινο εμπόρευμα, τον άνθρωπο με τη μορφή εμπορεύματος. Παράγει, επίσης, τον άνθρωπο πνευματικά και φυσικά σαν απανθρωποιημένη ύπαρξη... » (οπ.σελ. 109).
Η υποδούλωση και ο εξευτελισμός που δημιουργούνται από την αλλοτριωμένη εργασία στο καπιταλιστικό καθεστώς πλήττουν όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά γενικά όλη την κοινωνία.
Η αλλοτρίωση είναι ένα ιστορικό φαινόμενο. Δεν είναι μεταφυσική οντότητα ούτε φυσικός νόμος. Δεν είναι η ανθρώπινη φύση. Είναι μια στιγμή της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπου. Φυσικά, δεν μπορεί να ξεπεραστεί με τη θεωρία αλλά με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τελικά της εμπορευματικής παραγωγής. Και όπως οραματιζόταν ο Τσε Γκεβάρα: «Η τελική και η πιο σημαντική επαναστατική φιλοδοξία είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από την αποξένωσή του».
Με τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις, ο άνθρωπος που εργάζεται είναι χωρισμένος από τα εργαλεία του και από το προϊόν της εργασίας του, που ανήκουν στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και όχι σε αυτόν. Αυτό είναι το φαινόμενο που ο Μαρξ ονομάζει αλλοτρίωση και το περιγράφει στη «Γερμανική Ιδεολογία»: «Η κοινωνική δύναμη, δηλαδή η πολλαπλασιασμένη παραγωγική δύναμη, που γεννιέται από τη συνεργασία διαφόρων ατόμων, όπως αυτή καθορίζεται από τον καταμερισμό εργασίας, παρουσιάζεται σε αυτά τα άτομα, μια που η συνεργασία τους δεν είναι εθελοντική, αλλά έχει προκύψει φυσικά, όχι σαν δική τους ενωμένη δύναμη, αλλά σαν ξένη δύναμη που υπάρχει έξω από αυτά, που αγνοούν την προέλευση και το σκοπό της, που επομένως δεν μπορούν να την ελέγχουν, που αντίθετα περνάει από μια ιδιόμορφη σειρά φάσεων και σταδίων τόσο ανεξάρτητη από τη θέληση και την πορεία των ανθρώπων, ώστε να διευθύνει στην πραγματικότητα αυτή τη θέληση και την πορεία των ανθρώπων» (Τόμος πρώτος, σελ.80).
Η αλλοτρίωση της εργασίας
«Σε τι συνίσταται η αλλοτρίωση της εργασίας;». Το ερώτημα αυτό έθεσε ο ίδιος ο Μαρξ και ιδού η απάντηση που δίνει: «Πρώτα - πρώτα στο ότι η εργασία είναι εξωτερική για τον εργάτη, δηλαδή δεν ανήκει στη βαθύτερη ύπαρξή του, ότι επομένως ο εργάτης δεν επιβεβαιώνει τον εαυτό του στην εργασία, αλλά αρνείται το εαυτό του, νιώθει μίζερος και καθόλου ευτυχισμένος, δεν αναπτύσσει ελεύθερα την πνευματική του και φυσική του ενεργητικότητα, αλλά απονεκρώνει τη σάρκα του και καταστρέφει το πνεύμα του. Ετσι, ο εργάτης βρίσκει τον εαυτό του μόνο έξω από την εργασία του. Την ώρα της εργασίας του αισθάνεται έξω από τον εαυτό του. Νιώθει άνετα όταν δε βρίσκεται στη δουλιά του και δε νιώθει άνετα όταν βρίσκεται στη δουλιά του. Ετσι η εργασία του δεν είναι εθελοντική, αλλά καταναγκαστική, είναι καταναγκαστική εργασία. Για το λόγο αυτό η εργασία δεν είναι ικανοποίηση μιας ανάγκης, αλλά ένα μέσο να ικανοποιήσει ανάγκες έξω από αυτήν. Ο αλλότριος χαρακτήρας της φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι μόλις πάψει να υπάρχει φυσικός ή άλλος εξαναγκασμός η εργασία αποφεύγεται σαν μάστιγα. Εξωτερική εργασία, εργασία στην οποία ο άνθρωπος αλλοτριώνει τον εαυτό του, είναι εργασία αυτοθυσίας, απονέκρωσης...».
Από τα παραπάνω έχουμε το αποτέλεσμα ότι «ο άνθρωπος (ο εργάτης) αισθάνεται πια ότι ενεργεί ελεύθερα, μόνο στις κτηνώδεις λειτουργίες του, δηλαδή να τρώει, να πίνει και να τεκνοποιεί, πολύ λίγο στο να στεγάζεται, να στολίζεται, κλπ. και ότι στις ανθρώπινες λειτουργίες δεν αισθάνεται πια παρά σαν ζώο. Το κτηνώδικο γίνεται ανθρώπινο και το ανθρώπινο γίνεται κτηνώδικο. Να τρώει, να πίνει, να τεκνοποιεί κλπ. είναι, βέβαια, επίσης λειτουργίες γνήσια ανθρώπινες. Αλλά όταν αποσπαστούν από άλλες πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητας και μετατραπούν σε τελικούς και αποκλειστικούς σκοπούς, είναι ζωώδεις λειτουργίες». (Κ. Μαρξ Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, σελ. 95-96).
Χρειάζεται μάλλον να προστεθεί μία ακόμα αναφορά του Μαρξ για την αλλοτρίωση της εργασίας: «Η εργασία σίγουρα παράγει θαύματα για τον πλούσιο. Για τον εργάτη, όμως, παράγει αποστέρηση. Παράγει παλάτια, αλλά μόνο τρώγλες για τον εργάτη. Μπορεί οι μηχανές να αντικαθιστούν χειρωνακτική εργασία, αλλά δεν παύουν να στέλνουν άλλους εργάτες πίσω σε βάρβαρους τρόπους δουλιάς και άλλους τους μετατρέπουν σε εξαρτήματά τους. Η εργασία παράγει ευφυία αλλά επίσης παράγει και ηλιθιότητα και αποβλάκωση για τους εργάτες. (στο ίδιο σελ. 94).
Η αποξενωμένη εργασία όχι μόνο αποξενώνει τη φύση από τον άνθρωπο και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του, από τη δική του δραστήρια λειτουργία, από τη δική του ζωτική δραστηριότητα, αλλά εξαιτίας αυτού αποξενώνει επίσης τον άνθρωπο από το είδος του. Η ίδια η ζωή εμφανίζεται μόνο ως μέσο για τη ζωή.
Αυτή η αλλοτρίωση του ανθρώπου στον καπιταλισμό είναι η πηγή όλων των υποδουλώσεων. Αφαιρεί από τη δράση του ανθρώπου τον ανθρώπινο και δημιουργικό χαρακτήρα της, γιατί εμποδίζει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει τον εαυτό του και να εκφράζει την προσωπικότητά του και εξαπατά τη σκέψη του ανθρώπου οδηγώντας τον σε μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας.
Ηδη, όμως, στο πλαίσιο της παραγωγής που κυριαρχείται από την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, κατά την αφετηρία κιόλας της παραγωγής με την πώληση της εργατικής δύναμης του εργάτη στον κεφαλαιοκράτη, η διαδικασία της εργασίας εμφανίζεται σαν μια διαδικασία ανάμεσα σε πράγματα- μέσα παραγωγής και εργατικής δύναμης- που αγόρασε ο κεφαλαιοκράτης και του ανήκουν.
Η μισθωτή εργασία είναι αποξενωμένη εργασία, γιατί γίνεται με σκοπό την επιβίωση και όχι την επιβεβαίωση του ανθρώπου, διότι είναι μέσο και όχι αυτοσκοπός, διότι είναι μερική εργασία, διότι είναι ξένη προς τον εργάτη, δεν του ανήκει, διότι την πραγματοποιεί υπό την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη στον οποίο ανήκει.
Η μισθωτή εργασία είναι διπλά αποξενωμένη και αποξενωτική, με την έννοια ότι ο οικονομικός εξαναγκασμός οδηγεί στην υποδούλωση στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και στην πώληση της εργατικής δύναμης.
Ο μισθός δεν είναι παρά μια αναγκαία συνέπεια της αποξένωσης της εργασίας. Η εργασία εμφανίζεται, όχι σαν ένας αυτοσκοπός, αλλά σαν υπηρέτης του μισθού...
Οι μισθοί είναι μια άμεση συνέπεια της αποξενωμένης εργασίας, και η αποξενωμένη εργασία είναι άμεση αιτία της ατομικής ιδιοκτησίας. Η πτώση του ενός συνεπάγεται την πτώση του άλλου.
Ο καταμερισμός εργασίας, ο οποίος συνδέεται με την ιδιωτική ιδιοκτησία και την ανταλλαγή εμπορευμάτων ανάμεσα σε μεμονωμένους ιδιοκτήτες έχει ως βασική συνέπεια ο παραγωγός να εξειδικεύεται σε μια δραστηριότητα, η οποία στα πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής περιορίζεται ακόμη παραπέρα.
Με τον καταμερισμό της εργασίας ο άνθρωπος αντί να λειτουργεί ως ένα καθολικό ον, περιορίζεται σε μια αποσπασματική, επιμέρους δραστηριότητα.
Ο Φρ. Ενγκελς εύστοχα διαπιστώνει στο «Αντι-Ντύρινγκ»: «Στη σημερινή κοινωνία οι άνθρωποι κυριαρχούνται από τις οικονομικές σχέσεις που οι ίδιοι δημιούργησαν και από τα μέσα παραγωγής που οι ίδιοι παρήγαγαν σαν από μια ξένη δύναμη».
Αντίθετα, στην ανώτερη κομμουνιστική κοινωνία, «όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και σωματική δουλιά, όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο ζωής, αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις που θα αναβλύζουν πιο άφθονα από τις πηγές του κοινωνικού πλούτου, τότε μόνο (...) θα γράφει η κοινωνία στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!». («Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», σελ. 15).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου