Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Αίγυπτος: Ούτε τη «Σκύλλα», ούτε τη «Χάρυβδη»


Οι τηλεοπτικές οθόνες ξεχείλισαν, για άλλη μια φορά, από αίμα. Με το αίμα των εκατοντάδων νεκρών και χιλιάδων τραυματιών στην Αίγυπτο, στις σφοδρές συγκρούσεις των «Αδελφών Μουσουλμάνων», που στηρίζουν τον φυλακισμένο Πρόεδρο Μ. Μούρσι και του στρατού.
Είχε προηγηθεί μια μεγάλη μαζική κινητοποίηση εκατομμυρίων ανθρώπων κι η συλλογή 22 εκατομμυρίων υπογραφών (που συνοδεύονταν με τους αριθμούς ταυτότητας και άλλα στοιχεία των υπογεγραμμένων) κατά του Μ. Μούρσι. Αυτή η λαϊκή κινητοποίηση, που είχαν οργανώσει αστικές και μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις, κάτω από το «πέπλο» της διατήρησης της «κοσμικότητας», ήταν που «έφερε στα πράγματα» το στρατό, ο οποίος συνέλαβε τον Αιγύπτιο Πρόεδρο και, τελικά, για να καταστείλει τις αναμενόμενες αντιδράσεις των «Αδελφών Μουσουλμάνων», έβαλε στο «γύψο» τα όποια ψήγματα της αστικής δημοκρατίας.

Και αυτή η εξέλιξη αποκλήθηκε από την «Αριστερά» της Αιγύπτου (που συμμετέχει στο «κοσμικό πολιτικό τόξο») ως «επανάσταση», όπως είχαν αποκαλεστεί και τα γεγονότα του 2011, που είχαν οδηγήσει στην ανατροπή του Χ. Μουμπάρακ (το κόμμα του ήταν μαζί με το ΠΑΣΟΚ στη «Σοσιαλιστική Διεθνή») κι είχαν αναδείξει στην κυβερνητική εξουσία τον εκπρόσωπο του «πολιτικού ισλάμ», τον Μ. Μούρσι (που είχε λάβει 5,7 εκατομμύρια ψήφους στον Α` γύρο και 13,2 εκατομμύρια ψήφους στο Β` γύρο).
Ο «μύλος» της αντιπαράθεσης
«Μύλος», μπορεί να πει κάποιος. Κι ακόμη πιο μπερδεμένα στη συνέχεια:
Ετσι, π.χ. βλέπουμε πως οι ΗΠΑ, που επί δεκαετίες στήριζαν τον Χ. Μουμπάρακ, με μεγάλη χαρά στήριξαν και τον Μούρσι. Στη συνέχεια, μετά το πραξικόπημα (βλέπε «2ηεπανάσταση»), αν και δεν τόλμησαν προς το παρόν να κόψουν το «παραδάκι» (1,3 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως), που δίνουν στον αιγυπτιακό στρατό, έστειλαν αρχικά στο Κάιρο τον γνωστό γερουσιαστή Τζ. Μακέιν, για να ζητήσει την απελευθέρωση του Μούρσι, κι όταν αυτό δεν έγινε αποδεκτό, ζήτησαν από τους στρατιωτικούς να κάνουν υποχωρήσεις στους ισλαμιστές. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι ΗΠΑ, στέλνοντας ακόμη πιο σαφές μήνυμα, διόρισαν νέο πρέσβη τους στην Αίγυπτο τον Ρόμπερτ Φορντ, τελευταίο πρέσβη τους στη Συρία, ο οποίος εκεί, όπως και στις χώρες που νωρίτερα είχε υπηρετήσει (Ιράκ, Αλγερία, Κατάρ, Τουρκία), είχε αποκτήσει τη φήμη του στενού «φίλου» του ισλαμιστικού κινήματος.
Στο μεταξύ, «πόνος για τη δημοκρατία» έπιασε και την ΕΕ, που απειλεί με κυρώσεις τη στρατιωτική κυβέρνηση.
Από την άλλη, μια σειρά «αριστεροί» και «αντιιμπεριαλιστές» στη χώρα μας κι ανά τον κόσμο (σε αντίθεση με την «αριστερά» της Αιγύπτου), βιάστηκαν να καταγγείλουν το πραξικόπημα και το στρατό, και στο όνομα της «αποκατάστασης της δημοκρατίας», στάθηκαν στο πλευρό των «Αδελφών Μουσουλμάνων». Κι αυτό παρακάμπτοντας το γεγονός πως στο λίγο χρόνο που αυτοί βρέθηκαν να διαχειρίζονται την κυβερνητική εξουσία η κατάσταση των εργατικών - λαϊκών στρωμάτων στην Αίγυπτο όχι μόνον δεν καλυτέρευσε, αλλά σαφώς χειροτέρευσε: Η ανεργία ξεπέρασε το 32% και η εξαθλίωση αγκάλιασε το 50% του πληθυσμού, προκαλώντας νέο «κύμα» απεργιών, λαϊκών κινητοποιήσεων που σε ένα χρόνο έφτασαν τις 7.400. Επίσης, αυτοί οι «αντιιμπεριαλιστές» κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν τίποτα σχετικά με τη χρησιμοποίηση από την αστική τάξη (βλέπε Τουρκία) και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (βλέπε εξελίξεις στη Συρία) του όπλου της θρησκείας (βλέπε «πολιτικό» κι ένοπλο Ισλάμ) για την προώθηση των σχεδίων τους, που αποσκοπούν στην ακόμη μεγαλύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων.

Και δεν είναι μόνον αυτά τα «παράδοξα». Αλλο χαρακτηριστικό η στάση γειτονικών χωρών. Βεβαίως, η Τουρκία, του Τ. Ερντογάν, το κόμμα του οποίου στενά συνδέεται με τη «μουσουλμανική αδελφότητα», πρωτοστατεί και λογικά στη διεθνή καταδίκη του πραξικοπήματος και στην «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Το ενδιαφέρον, ωστόσο, προκαλεί η στάση του Ιράν. Κι αυτό γιατί, όπως είναι γνωστό τα δύο τελευταία χρόνια, το Ιράν, καταλαβαίνοντας πως ο αμερικανο-ισραηλινός κλοιός γύρω του μπορεί να σφίξει, στηρίζει σταθερά το καθεστώς του Μπ. Ασαντ στη Συρία, που μάχεται με τη σειρά του δυνάμεις, που είχαν τη στήριξη της Τουρκίας και της Αιγύπτου (ειδικότερα του Προέδρου Μούρσι). Μάλιστα ο Μούρσι, λίγο πριν ανατραπεί, είχε προλάβει να κηρύξει «Ιερό πόλεμο» κατά του συριακού καθεστώτος. Θα περίμενε κανείς πως η ανατροπή του θα ευχαριστούσε το καθεστώς του Ιράν, μα συνέβηκε το ακριβώς ανάποδο! Το Ιράν κάλεσε σε συμβιβασμό τις δύο πλευρές, διαγιγνώσκοντας τον κίνδυνο να επωφεληθεί η «Δύση» από τις εξελίξεις του λεγόμενου «ελεγχόμενου χάους» και να βάλει για τα καλά το στρατιωτικό «ποδάρι» της στην Αίγυπτο και γενικότερα στην περιοχή!
Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία, που συμμετέχει δραστήρια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Συρία, αυτή τη φορά δείχνει να στηρίζει το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Αίγυπτο και να γυρίζει την «πλάτη» στη «Μουσουλμανική αδελφότητα».
Μέσα σ' αυτό τον φαύλο κύκλο μπαίνει το ερώτημα: Με τι κριτήριο πρέπει οι εργαζόμενοι να κρίνουν τα γεγονότα; Ποιας πλευράς πρέπει να εύχονται τη νίκη και ποιας την ήττα;
Οι δυνάμεις που συγκρούονται
Για να απαντήσουμε σ' αυτό το ερώτημα πρέπει, πρώτα απ' όλα, να ξεκαθαριστεί το ποιες είναι αυτές οι δυνάμεις. Κι εδώ δεν μας φτάνουν καθόλου ούτε οι επικλήσεις στην αστική δημοκρατία, που οι αστοί, όποτε θεωρούν αναγκαίο την κάνουν «φύλλο και φτερό». Δεν φτάνει ούτε το εξωτερικό «περιτύλιγμα» της κάθε δύναμης στο αστικό δίπολο: «Θεοκρατία» ή «κοσμικότητα» του κράτους. Ούτε είναι αρκετό να προσανατολιζόμαστε από τη θέση και τις μανούβρες, που μπορεί να κάνουν οι ΗΠΑ κι άλλες δυνάμεις, που, με τον τρόπο τους η καθεμία, εμπλέκονται στην κρίση. Ολα τα παραπάνω μπορούμε να τα συνεκτιμήσουμε, αλλά μόνο κάτω από το πρίσμα του ταξικού συμφέροντος που εκπροσωπεί η κάθε πλευρά της σύγκρουσης.
Ετσι, από τη μια έχουμε το στρατό, ο οποίος στην Αίγυπτο δεν είναι απλώς ή κυρίως ο στρατιωτικός βραχίονας του αστικού κράτους, όπως συμβαίνει σε όλον τον καπιταλιστικό κόσμο, αλλά και κάτι επιπλέον. Η ηγεσία του είναι τμήμα, «σάρκα από τη σάρκα» της αστικής τάξης της Αιγύπτου. Ο αιγυπτιακός στρατός, που είναι αμερικανόθρεφτος, διαθέτει στα χέρια του σημαντικό τμήμα των μέσων παραγωγής: Εργοστάσια, τουριστικές υποδομές, επιχειρήσεις στους πιο διαφορετικούς και κερδοφόρους τομείς της οικονομίας. Σύμφωνα με διαφορετικές εκτιμήσεις ελέγχει από το 10% έως και το 40% του ΑΕΠ της Αιγύπτου.
Από την άλλη, έχουμε τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους». Μια οργάνωση, που ξεκίνησε τη δεκαετία του '20, όχι χωρίς τη συνδρομή ξένων μυστικών υπηρεσιών, με στόχο το χτύπημα του κομμουνιστικού εργατικού κινήματος. Οι επαφές αυτές ποτέ δε σταμάτησαν και μια σειρά πολιτικών στελεχών τους, παρά το ρηχό «αντιαμερικανισμό» τους είναι σπουδαγμένοι στις «μητροπόλεις» της Δύσης (ο Πρόεδρος Μούρσι π.χ. σπούδασε κι εργάστηκε στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ). Η οργάνωση είναι στενότατα συνδεδεμένη με τμήμα της αστικής τάξης και με κεφάλαια από το εξωτερικό. Είναι π.χ. γνωστό ότι ο σημερινός 2ος άνθρωπος στην ιεραρχία των «Αδελφών Μουσουλμάνων», ο Χαϊράτ Ελσάτερ είναι ένας από τους μεγάλους επιχειρηματίες της χώρας, με κεφάλαια και στις άλλες χώρες της περιοχής. Ο Χασάν Μαλίκ, επίσης επιχειρηματίας, που ξεκίνησε τη δεκαετία του '80 μαζί με τον παραπάνω, έχει ιδρύσει κι είναι Πρόεδρος της «Αιγυπτιακής ένωσης ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας», στην οποία εντάχθηκαν 400 επιχειρηματίες, προσκείμενοι στους «Αδελφούς Μουσουλμάνους». Σήμερα, γύρω από τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους» έχει συσπειρωθεί το τμήμα της αιγυπτιακής αστικής τάξης που επιδιώκει το ξαναμοίρασμα της «πίτας» των μέσων παραγωγής, την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που είχε μεν ξεκινήσει ο Μουμπάρακ, αλλά με πιο γρήγορους ρυθμούς και, βέβαια, σε βάρος του στρατού.
Να τι γράφει ένα τηλεγράφημα, που έστειλε το 2008 η τότε πρέσβης των ΗΠΑ στο Κάιρο, Μάργκαρετ Σκόμπι, προς το ΥΠΕΞ της χώρας της και το οποίο δημοσιεύτηκε στο γνωστό σάιτ WikiLeaks στις 14 Δεκέμβρη 2011: «Θεωρούμε ότι ο στρατός στην οικονομία της χώρας είναι μια δύναμη που εμποδίζει την ανάπτυξη της ελεύθερης αγοράς, εξαιτίας της ενίσχυσης της άμεσης κρατικής παρέμβασης».
Στο πρόσωπο, λοιπόν, της «Μουσουλμανικής αδελφότητας» οι ΗΠΑ, από τη μια, έβλεπαν εκείνη τη δύναμη που εκφράζει την ανάγκη γρήγορων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην οικονομία, διευκόλυνσης της δράσης των μονοπωλίων στην οικονομία της Αιγύπτου. Και, από την άλλη, μια αστική πολιτική δύναμη που, κάνοντας χρήση του «όπλου» της θρησκείας, θα εξασφαλίσει τα συμφέροντά τους, στην «κόντρα» με το σιιτικό Ιράν, που βρίσκεται σε συμμαχία με τις ανερχόμενες δυνάμεις του καπιταλιστικού κόσμου, την Κίνα και τη Ρωσία, διαμορφώνοντας ένα «σουνιτικό τόξο».
Βεβαίως, και οι δυνάμεις που ανταγωνίζονται τις ΗΠΑ στην περιοχή, επίσης έχουν τους δικούς τους στόχους, για την εξυπηρέτηση των δικών τους μονοπωλίων στη διαμάχη για τον έλεγχο των αγορών, του φυσικού πλούτου, των δρόμων μεταφοράς.
Σύγκρουση μακριά από τα λαϊκά συμφέροντα
Το ερώτημα, λοιπόν, που προβάλλει είναι για ποιο λόγο οι εργαζόμενοι να στηρίξουν τη μια ή την άλλη πλευρά αυτής της ενδοαστικής, ενδοκαπιταλιστικής σύγκρουσης;
Στην πραγματικότητα, οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα συμφέρον από την επικράτηση της μιας ή της άλλης πλευράς. Είναι αβάσιμες οι ελπίδες ότι ο στρατός μπορεί να εκφράσει ένα πιο «προοδευτικό», πιο «πατριωτικό» κομμάτι της αστικής τάξης της Αιγύπτου, όπως θεωρεί η αιγυπτιακή «αριστερά», που στηρίζει το πραξικόπημα, βαφτίζοντάς το «επανάσταση». Η διαίρεση αυτή της αστικής τάξης, που έχει τη βάση της σε παλαιότερες αναλύσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, έχει ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα, που μας διδάσκει πως το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Μπορεί βέβαια το ένα ή άλλο τμήμα του να καπηλεύεται πατριωτικά αισθήματα για να παραπλανά τους εργαζόμενους, να οικοδομεί τις κατάλληλες πολιτικές συμμαχίες που θα εξασφαλίζουν την εξουσία του, αλλά η μόνη αρχή που αναγνωρίζει ο καπιταλιστής είναι η κερδοφορία των κεφαλαίων του.
Είναι πέρα για πέρα αβάσιμες κι εκείνες οι φωνές που εκτιμούν πως το άλλο τμήμα της αστικής τάξης, που στηρίζει τη «Μουσουλμανική αδελφότητα», θα αποκαταστήσει και θα διευρύνει τη «δημοκρατία», ενάντια στη «στρατοκρατία», παρουσιάζοντας, μάλιστα, ως πρότυπο τον Ερντογάν στην Τουρκία. Τίποτα δεν έχουν οι εργαζόμενοι να ζηλέψουν από τη «δημοκρατία» στην Τουρκία, όπως πεντακάθαρα φάνηκε και με την προσπάθεια καταστολής των πρόσφατων λαϊκών αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στη χώρα αυτή, αλλά και με τα αντιλαϊκά μέτρα που επιβάλλει για την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και τη συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
Οταν, λοιπόν, μας ρωτούν, ποιος είναι καλύτερος: Ο στρατός ή οι ισλαμιστές; Απαντάμε «κι οι δύο είναι χειρότεροι!» Δε διαλέγουμε ανάμεσα στη «Σκύλλα» και τη «Χάρυβδη»!
Ποια ανάγκη προκύπτει;
Συμπερασματικά, η κρίση στο αστικό πολιτικό σύστημα της Αιγύπτου αποκαλύπτει την όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης για τη διαχείριση της εξουσίας, εγκλωβίζοντας τη λαϊκή αγανάκτηση και δυσαρέσκεια. Συνδέεται και με ανταγωνισμούς ιμπεριαλιστικών κέντρων για την εξασφάλιση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της ευρύτερης περιοχής και των δρόμων Ενέργειας.
Αποδείχτηκε πως οι αγώνες των λαϊκών δυνάμεων ενάντια στην ανεργία, στη φτώχεια, στην εξαθλίωση, στην κρατική καταστολή, στη διαφθορά, στην καταλήστευση του παραγωγικού πλούτου των χωρών τους από τα ντόπια και ξένα μονοπώλια, όταν περιορίζονται στην αλλαγή μονάχα των αντιλαϊκών κυβερνήσεων, σε αστικά δημοκρατικά δικαιώματα, δεν έχουν το αναμενόμενο φιλολαϊκό αποτέλεσμα. Γρήγορα οι προσδοκίες του λαού διαψεύστηκαν από τις πολιτικές δυνάμεις που επικράτησαν με τη λεγόμενη «Αραβική Ανοιξη». Είναι, λοιπόν, έκθετες οι δυνάμεις εκείνες, όπως στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ, που χαιρέτιζαν και καλλιεργούσαν προσδοκίες απ' αυτήν («Η αραβική άνοιξη ανοίγει την πύλη της δημοκρατίας σε χώρες της γειτονιάς μας», γράφει η Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ). Αποδείχτηκε πως τα λαϊκά συμφέροντα δε μπορούν να ικανοποιηθούν ούτε από την κυβέρνηση των «Αδελφών Μουσουλμάνων», που επέβαλλαν αντεργατική πολιτική στήριξης των μονοπωλίων, ούτε από το κομμάτι της αστικής τάξης που αυτή τη στιγμή υποστηρίζει το στρατιωτικό πραξικόπημα.
Οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι, για να επιβάλει ο λαός τη δύναμή του και τα συμφέροντά του, δε φτάνουν μόνο οι μαζικοί λαϊκοί αγώνες, αλλά χρειάζεται αυτοί να στοχεύουν στην ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων για να δρομολογηθούν φιλολαϊκές εξελίξεις.
Προκύπτει η ανάγκη η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, να μη χύνουν το αίμα τους εντελώς άδικα, για χάρη των ενδοκαπιταλιστικών διαφορών, να μην περιορίζονται μόνο στο να φύγει η μία ή η άλλη κυβέρνηση, να μην εγκλωβίζονται σε δήθεν μεταβατικές λύσεις που προετοιμάζουν την επόμενη αντιλαϊκή διακυβέρνηση. Πρέπει να διαμορφώσουν τη δική τους πρόταση εξουσίας, τη δική τους «σημαία», της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, της εργατικής εξουσίας! Γιατί ο σοσιαλισμός είναι αναγκαίος κι επίκαιρος και για την Αίγυπτο, κι αυτό προκύπτει τόσο από την ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων, όσο κι από τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παρά το σημερινό αρνητικό πολιτικό συσχετισμό δύναμης! Για να αλλάξει αυτός ο συσχετισμός απαιτείται αμφισβήτηση και σύγκρουση με την αστική εξουσία και κάθε παραλλαγή της.Μόνο έτσι μπορεί να γυρίσει ο τροχός της Ιστορίας προς τα μπρος.

* Ο Ελισαίος Βαγενάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου