Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Αστικές και οπορτουνιστικές προτάσεις διαχείρισης της κρίσης και η διέξοδος για το λαό


Το βάθεμα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης έχει οξύνει τον τελευταίο καιρό την αντιπαράθεση ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης διεθνώς και στη χώρα μας γύρω από τα ζητήματα της αντιμετώπισής της. 
Αυτό βέβαια δεν αναιρεί, ίσα-ίσα ενισχύει, το ότι η αστική τάξη βρίσκεται ενωμένη σα μια γροθιά ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, στην οποία φορτώνει τα βάρη της κρίσης. Το ζητούμενο και οι αντιθέσεις βρίσκονται στο ποιές μερίδες του κεφαλαίου θα βγουν περισσότερο ή λιγότερο “χαμένες” από την καταστροφή κεφαλαίου που είναι αναγκαίο επακόλουθο της κρίσης. Είναι δηλαδή διαπάλη ανάμεσα στα τμήματα του κεφαλαίου για το ποιο θα επωμιστεί τις απώλειες.

Η “παγίδα” της ανάπτυξης

Όλα τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί αναλύσεις επί αναλύσεων για την κρίση από
εκπροσώπους του κεφαλαίου, το πολιτικό του προσωπικό, δημοσιογράφους, αστούς οικονομολόγους και από διάφορους εκπροσώπους του οπορτουνισμού. Το τελευταίο διάστημα έχει ενταθεί η συζήτηση σε σχέση με το μέλλον της ευρωπαϊκής ένωσης και της ευρωζώνης, το ζήτημα της εξόδου της Ελλάδας (και άλλων χωρών) από το ευρώ ή, από την άλλη, την ανάγκη ενίσχυσής του. Η αγωνία όλων αυτών είναι να περισώσουν την καπιταλιστική ιδιοκτησία με το λιγότερο κόστος για το κεφάλαιο. Έχουν ως στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλιακών ομίλων στη διεθνή αλλά και εγχώρια καπιταλιστική αγορά και εκφράζουν κάθε φορά τους ενδοαστικούς και ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που υπάρχουν μεταξύ τους.
Κοινή βάση για όλους, παρά τις όποιες διαφορές ή αποχρώσεις, είναι ότι ευαγγελίζονται την ανάγκη για επαναφορά της καπιταλιστικής οικονομίας στη φάση ανάπτυξης του οικονομικού κύκλου. Θεωρούν την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης ως αποτέλεσμα κακής διαχείρισης, λαθεμένων οικονομικών και πολιτικών επιλογών. Προβάλλουν τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα αιώνιο που με τη σωστή δήθεν διαχείριση μπορεί να μην οδηγεί ποτέ σε κρίσεις και να διασφαλίζει πάντοτε την αειφόρο ανάπτυξη. Αλλά η κρίση είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου.
Ας δούμε όμως, τι εννοούν οι αστοί όταν μιλάνε για ανάπτυξη; Εννοούν την καπιταλιστική ανάπτυξη, δηλαδή την ταχύτερη συσσώρευση κεφαλαίου, τη μεγαλύτερη κερδοφορία. Πηγή αυτού του σκοπού και αποτελέσματος είναι η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Η εργατική τάξη και τα παιδιά της, έζησαν την καπιταλιστική ανάπτυξη όλα τα προηγούμενα χρόνια. Πλήρωσαν και τη φάση της ανάπτυξης και τώρα πληρώνουν τη φάση της κρίσης.  Άρα τελικά, το πρώτο που θα πρέπει να αναρωτιόμαστε είναι ανάπτυξη για ποιόν; Οι διάφορες μερίδες της αστικής τάξης, το μόνο που σκέφτονται είναι την ανάπτυξη για το ίδιο το κεφάλαιο, με οποιοδήποτε κόστος για τη ζωή της λαϊκής οικογένειας.Ανάπτυξη καπιταλιστική και εξυπηρέτηση των λαϊκών συμφερόντων δε συμβαδίζουν.

Επεκτατική ή περιοριστική δημοσιονομική πολιτική;

Είναι ένα δίλημμα στο οποίο αναφέρονται συχνά αστοί οικονομολόγοι, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, μέσα στα αμφιθέατρα των οικονομικών σχολών, στην αρθρογραφία τους στον αστικό τύπο, αλλά και όταν συμμετέχουν στα οικονομικά επιτελεία των διάφορων αστικών κομμάτων. Βέβαια πολλές φορές δύσκολα θα δούμε να αυτοπροσδιορίζονται ξεκάθαρα ως οπαδοί της μίας ή της άλλης πολιτικής, αλλά με τα μέτρα και τις προτάσεις τους, κατατάσσονται σε ένα από τα δύο στρατόπεδα, ή προτείνουν ένα μίγμα.
Όσοι από αυτούς στηρίζουν την άποψη ότι τα μέτρα της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να τονώνουν την εγχώρια ζήτηση, ασκώντας επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, επί της ουσίας πιστεύουν ότι το καπιταλιστικό κράτος, ως συλλογικός καπιταλιστής, ιδιαίτερα μέσα στην περίοδο της κρίσης, πρέπει να αναλάβει αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, κυρίως με δημόσιες επενδύσεις, αλλά και με τόνωση του ιδιωτικού τομέα, ξοδεύοντας χρήμα για την άμεση στήριξη του κεφαλαίου.  Αυτήν την πολιτική στηρίζουν οι απόψεις περί κρατικής ενίσχυσης τραπεζών (αντίστοιχο παράδειγμα στη χώρα μας έχουμε με την παραχώρηση διαδοχικά πολλών πακέτων στήριξης στις ελληνικές τράπεζες), χρηματοδότησης επιχειρήσεων, απαλλαγής του κεφαλαίου από “περιττά” έξοδα (παιδεία, υγεία, ασφάλιση, επιδόματα κα) με μετάθεσή τους στο κράτος κά.  Μια τέτοια πολιτική βέβαια, σε καμία περίπτωση δε βελτιώνει τους μισθούς και τη θέση των εργαζομένων. Παράλληλα, οδηγεί σε άνοδο των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του χρέους, καθώς, το αστικό κράτος, προκειμένου να βρει τα κεφάλαια που θα χρηματοδοτήσουν τις δημόσιες επενδύσεις και θα στηρίξουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να δανειστεί από το τραπεζικό σύστημα. Οι υποστηρικτές αυτής της θέσης τάσσονται λοιπόν υπέρ της ενίσχυσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης μέσω κρατικής παρέμβασης και όχι μέσω μιας πολιτικής που θα έχει στόχο να περιορίσει το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος. Τέτοια πολιτική ακολουθεί σήμερα η κυβέρνηση Ομπάμα στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας έχει να ξεπεράσει φέτος το 1,5 τρισ. δολάρια και να αποτελεί μία από τις πιο υπερχρεωμένες χώρες με μεγάλο χρέος απέναντι στην Κίνα. Το οποίο θα κληθεί να πληρώσει η εργατική τάξη.
Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με πρωτεργάτη την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ακολουθεί μέτρα περιοριστικής πολιτικής, δίνοντας έμφαση στον έλεγχο των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του χρέους, μέσα από περιορισμό των κρατικών δαπανών, τον έλεγχο του ύψους του πληθωρισμού και των επιτοκίων. Εφαρμογή της περιοριστικής αυτής πολιτικής προτείνεται με εφαρμογή μέτρων όπως συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, περιορισμό της κρατικής ασφάλισης των εργαζομένων, μειώσεις μισθών με κατάργηση συλλογικών συμβάσεων κά, αλλά και ο δραστικός περιορισμός των κρατικών δαπανών που έχουν άμεση σχέση με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (δαπάνες παιδείας, υγείας, πρόνοιας κλπ). Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής που προβάλλεται ως συρρίκνωση του δημόσιου τομέα είναι και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας με αποκρατικοποιήσεις–ιδιωτικοποιήσεις .
Στην πραγματικότητα, το δίλημμα επεκτατικής ή περιοριστικής πολιτικής είναι ψευδεπίγραφο για το λαό. Και οι δύο είναι πολιτικές για λογαριασμό του κεφαλαίου που αφορούν διαφορετικές φάσεις στην κίνησή του. Μπορεί επίσης να εκφράζουν διαφορετικούς συσχετισμούς μεταξύ των καπιταλιστικών κοινωνιών, δηλαδή διαφορετική θέση μιας καπιταλιστικής οικονομίας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτοί που τάσσονται υπέρ μιας επεκτατικής πολιτικής, ευελπιστούν ότι το καπιταλιστικό κράτος, μέσα από τις δημόσιες δαπάνες, θα συμπαρασύρει και τον ιδιωτικό τομέα, σε μια ανοδική, αναπτυξιακή τροχιά. Όσοι, πάλι τάσσονται υπέρ των περιοριστικών πολιτικών, θεωρούν ότι ένα μικρό χρέος, με χαμηλό πληθωρισμό και επιτόκια, αποτελεί το αντίδοτο της καπιταλιστικής κρίσης. Είναι προτάσεις που όχι μόνο δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα, αλλά ίσα-ίσα αναδεικνύουν τις βαθιές και αξεπέραστες αντιφάσεις που βρίσκονται στη φύση του καπιταλισμού.

Έξοδος από ευρώ και ΕΕ

Ένα άλλο ζήτημα αντιπαράθεσης είναι η παραμονή ή η έξοδος της Ελλάδας απ’ το ευρώ με πιο χαλαρή σύνδεση με την ΕΕ. Το γεγονός ότι μέσα στους κόλπους του κεφαλαίου εμφανίζεται τμήμα που τείνει να αναθεωρεί αυτό που για δεκαετίες τώρα είναι στρατηγική επιλογή, δηλαδή η ένταξη στην ΕΟΚ/ΕΕ και το κοινό νόμισμα, δείχνει το βάθος της κρίσης και την όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου. Αντίστοιχες θέσεις για έξοδο από το ευρώ προβάλλουν και συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.  Το αίτημα της εξόδου από το ευρώ χωρίς σύγκρουση και ανατροπή των μονοπωλίων, χωρίς ουσιαστική ρήξη και ανατροπή της εγχώριας αγοράς κεφαλαίου και ρήξη με τη διεθνή αγορά του, δεν πρόκειται να διαμορφώνει όρους για παραγωγή και οικονομία προς όφελος των λαϊκών αναγκών. Γι’ αυτό η έξοδος από το ευρώ, δεν αποτελεί ριζοσπαστική πρόταση αν δε συνοδεύεται από πρόταση και πολιτική δράση για να αλλάξει χέρια η εξουσία, για λαϊκή εξουσία. Αντιθέτως, από μόνο του μπορεί να μετεξελιχθεί και να οδηγήσει σε πολιτική ουράς στα συμφέροντα τμημάτων του κεφαλαίου που ενδεχομένως βλέπουν να ωφελούνται από επιστροφή σε εθνικό νόμισμα στα πλαίσια του καπιταλιστικού κράτους.
Συγκεκριμένα, η αστική τάξη έχει χρησιμοποιήσει διεθνώς τη λύση του προστατευτισμού της καπιταλιστικής οικονομίας μιας χώρας σαν εναλλακτική διέξοδο για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων. Πώς γίνεται αυτό; Με έξοδο από το ευρώ προχωράει το αστικό κράτος σε υποτίμηση του νομίσματος με στόχο την ενίσχυση των εξαγωγών και τη συγκράτηση των εισαγωγών.  Αυτή η λύση μπορεί να εξυπηρετεί τμήματα του κεφαλαίου, τμήμα του εφοπλιστικού κεφαλαίου που κινείται στις διεθνείς αγορές με δολάρια, αλλά δεν εξυπηρετεί το τραπεζικό κεφάλαιο που θα υποστεί απότομη απαξίωση κεφαλαίων. Γι’ αυτό σήμερα υπάρχει διαμάχη ανάμεσα σ’ αυτούς που στηρίζουν την ενίσχυση του ευρώ και σε αυτούς που στηρίζουν την έξοδο από το ευρώ (με σύνδεση με το δολάριο ή την αγγλική λίρα). Σε κάθε περίπτωση υπάρχει το παράδειγμα της Αργεντινής και του Ισημερινού που αποδεικνύουν ότι μετά την υποτίμηση του νομίσματος, ακολούθησαν νέες θυσίες των εργαζομένων, με δραματικές συνέπειες στους μισθούς, στην εκτίναξη της φτώχειας και της ανεργίας, για να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και να δοθεί ώθηση στις εξαγωγές.
Αλλά και σε χώρες που βρίσκονται εκτός ΕΕ ή ευρωζώνης, υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπως: της Σουηδίας, της Βρετανίας, της Δανίας, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ, που αποδεικνύουν ότι πραγματικός ένοχος είναι συνολικά ο δρόμος της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ανεξάρτητα από εθνικό νόμισμα. Δείχνουν πως η επίθεση της αστικής τάξης για να διασφαλίσει φθηνότερη εργατική δύναμη θα συνεχιστεί αποφασιστικά. Αυτό ισχύει για τους εργαζομένους στη χώρα μας είτε είναι εντός είτε εκτός ευρωζώνης και ΕΕ, το ίδιο ισχύει για τους εργαζομένους στη Γερμανία στην πιο ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία της ΕΕ.

Υπάρχει διέξοδος για το λαό;

Σε κάθε περίπτωση οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να περιμένουν καμία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος με οποιαδήποτε από τις αστικές προτάσεις διαχείρισης. Αποδεικνύεται ότι όλες οι προτάσεις διεξόδου της αστικής τάξης επιδιώκουν να εγκλωβίσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια στα πλαίσια μιας αντιπαράθεσης που αφορά τη διαχείριση ενός συστήματος το οποίο έχει εξαντλήσει τα ιστορικά του όρια.
Ο λαός, με όλα τα μέτρα που έχουν παρθεί τον τελευταίο καιρό, έχει ήδη χρεοκοπήσει και δεν έχει να περιμένει τίποτα από ένα σύστημα που είναι βυθισμένο στις αξεπέραστες αντιφάσεις του.
Μονόδρομος για τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα είναι η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και η λαϊκή συμμαχία σε γραμμή σύγκρουσης και ρήξης με τα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, τα κόμματα και τις κυβερνήσεις τους, στην προοπτική της ανατροπής. Προϋπόθεση είναι η συσπείρωση με το ΚΚΕ κι αυτό αφορά και τους νέους και τις νέες που προέρχονται ή ήδη ανήκουν στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα.
Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης στην πάλη για λαϊκή εξουσία, για το Σοσιαλισμό.
Μόνη προοπτική λαϊκής ευημερίας είναι να ανατραπεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, να γίνουν λαϊκή ιδιοκτησία, να τεθούν στον κεντρικό σχεδιασμό μαζί με το εργατικό δυναμικό, στην υπηρεσία της λαϊκής ευημερίας. Ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους που σήμερα συνθλίβονται τα δικαιώματά τους, μοναδική διέξοδος είναι η λαϊκή εξουσία. Τότε μόνο θα δίνεται η δυνατότητα σε κάθε νέο και νέα να παίρνει ολόπλευρη μόρφωση, θα εξασφαλίζεται δουλειά και όχι ανεργία, με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας, με αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν σύστημα υγείας και πρόνοιας, με υποδομές, με ελεύθερη πρόσβαση στον πολιτισμό και στον αθλητισμό.  Τότε ο ελεύθερος χρόνος θα αλλάξει περιεχόμενο και θα αξιοποιείται για να εξασφαλίζεται η συμμετοχή όλων στους νέους θεσμούς άσκησης του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου της εργατικής εξουσίας.

Η μόνη ελπιδοφόρα προοπτική για το λαό και τη νεολαία είναι η συμπόρευση με το ΚΚΕ για “Αποδέσμευση από την ΕΕ και διαγραφή του χρέους με λαϊκή εξουσία”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου