Σελίδες

24 Απρ 2011

Καθ' οδόν: Στη μετεπαναστατική Αθήνα...



Η μετεπαναστατική Αθήνα ήταν στείρα από κάθε είδος ψυχαγωγίας, κοσμικής ζωής και πρωτότυπης καλλιτεχνικής εκδήλωσης. 
«Μόνον ο Καραγκιόζης είχε κατασκηνώσει εις ρυπαρόν τι καφενείον παρά τη Βρύσιν του Βορειά, από τουρκοκρατίας ακόμη σωζόμενον, και με βωμολοχίας επικαίρους, εσατύριζε τα εισδύοντα τότε φράγκικα ήθη. 
Εκεί εψυχαγωγούντο οι Αθηναίοι, δεν απηξίουν δε να εισέρχωνται και οι παρά τη Ελληνική Αυλή πρεσβευταί και οι Ελληνες εκείνοι, οίτινες εκ μεγάλων ευρωπαϊκών κέντρων, μετά την λήξιν του αγώνος, προσήλθον εις την ελληνικήν επικράτειαν». 
Θεατρικές εσπερίδες
Σε αρκετές από τις εσπερίδες που οργάνωναν οι πρεσβευτές στα σπίτια τους καλούσαν και τον «Καραγκιόζη». Ο δε Δ. Καλλέργης, ο ηγέτης της Επανάστασης του Συντάγματος, ήταν αυτός που ανέλαβε την πρωτοβουλία να δοθεί η πρώτη θεατρική παράσταση σε απογευματινή εσπερίδα σπίτι του. Αυτή η κίνηση μαζί με τη φήμη των θεατρικών παραστάσεων στην Ευρώπη ήταν λογικό να προκαλέσουν την επιθυμία δημόσιων θεαμάτων. Δεν υπήρχε όμως θέατρο.
Το διάταγμα για τις δημόσιες οικοδομές έλεγε ότι πρέπει πρώτα να προηγηθεί η κατασκευή των αναγκαιότερων, όπως ο στρατώνας και η διαμόρφωση δρόμων, και αν περίσσευαν τεχνίτες να αρχίσει και το θέατρο. Οι ανάγκες της πόλης πολλές. Οι τεχνίτες λίγοι.
Βαυαροί στρατιώτες κατασκευάζουν την οδό Πειραιώς, 1836 (υδατογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
Το Μάη του 1835 δημιουργήθηκε το πρώτο, πρόχειρο βέβαια, θέατρο, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα στην Ομόνοια. Αμφιθεατρικά φτιαγμένο κατά τα πρότυπα των αρχαίων θεάτρων. Ούτε με νόμο ιδρύθηκε ούτε η πολιτεία συνέβαλε στην κατασκευή του. Εργο του εργολάβου ονόματι Σκοντζόπουλος που είπε στην αθηναϊκή κοινωνία «πρόσελθε να θεωρήσεις και να ακούσεις, η δε κοινωνία προθυμοτάτη έδραμε προς το καινοφανές τούτο θέαμα και επλήρωσε την μάνδραν του θεάτρου». Ηρθε ο χειμώνας διέκοψε τις παραστάσεις και παρέσυρε το θέατρο...
Ουσιαστικά όμως το θέατρο της μετεπαναστατικής Αθήνας ήταν το Μπάκουρα.
Το θέατρο Μπάκουρα
Ο Ιωάννης Βούκουρης πούλησε το πλοίο του στην Ισπανία και με δύο ναύτες του μπήκε σε μία λέμβο και 32 μέρες μετά έφτασε στις Σπέτσες, προκαλώντας το θαυμασμό για το τόλμημά του. Ο παράτολμος καπετάνιος αποδείχτηκε και παράτολμος επιχειρηματίας. Αγόρασε το οικόπεδο (πίσω από το σημερινό δημαρχείο) και με τη βοήθεια του Ιταλού αρχιτέκτονα Σανσόνι κατάφερε να ανεγείρει το ομώνυμο θέατρο προπωλώντας τα θεωρεία. Για 50 χρόνια ήταν το μοναδικό θέατρο της Αθήνας. «Ητο μικρόν και ατελές εν πολλοίς και εις την εσχατιάν της πόλεως τότε κείμενον». Είχε στέγη τον αττικό ουρανό, «ο άνεμος είχε δωρεάν εισιτήριον και η βροχή δεν έχανεν ουδεμίαν παράστασιν. Αμυδρός τις πολυέλαιος, έλκων την καταγωγήν του από του Προμηθέως, διέχεε πανταχού λάμψιν λυκόφωτος, χρίων τους υπ' αυτόν βασιλείς, κατά το έθος των Ιουδαίων». Οδηγούσε σε αυτό ένας σκοτεινός δρόμος, οι φανοί δεν είχαν τοποθετηθεί ακόμη στην πόλη. Αρκετοί κουβαλούσαν μαζί τους τους προσωπικούς τους φαναροφόρους. Οι δύο άμαξες της πόλεις έκαναν χρυσές δουλειές με τα δρομολόγια προς το θέατρο. Οι άμαξες και τα γαϊδούρια δεν ήταν το μοναδικό μέσο μεταφοράς. Υπήρχαν και οι αχθοφόροι που με τις στιβαρές τους πλάτες μετέφεραν («ζαλίγκα» ή «γκαλιαγκούτσα») μέχρι την είσοδο του θεάτρου κυρίους και κυρίες που δεν ήθελαν να λασπώσουν τα υποδήματά τους.
Η Ρίτα Μπάσσο
Αθήνα, Στύλοι του Ολυμπίου Διός, 1843. Ο Ιταλός καλλιτέχνης Αντρέα Γκασπαρίνι παρουσιάζει την πολύβουη, σύγχρονη αθηναϊκή ζωή (έγχρωμη χαλκογραφία, Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών)
Σε αυτό το θέατρο έδινε παραστάσεις η Ρίτα Μπάσσο, που ενθουσίαζε το κοινό, η Λούλη και ο βαρύτονος Πολάνης. Η Ρίτα Μπάσσο έγινε αιτία πολλών επεισοδίων στα ανώτερα στρώματα της πόλης και τα ανέκδοτα της εποχής που έφτασαν ως σήμερα πολλά. Οπως του γερο-Λόντου (του προεστού και αρχηγού του '21) που διανυκτέρευε στο θέατρο και, όντας φαφούτης, δεν μπορούσε να προφέρει το ρ και εκραύγαζε προς γενική θυμηδία «Μπλάβο Λίτα». Και όταν εμφανιζόταν στο δρόμο τον λοιδορούσαν προσφωνώντας τον «Μπλάβο Λίτα».
Καθώς συνεχίζονταν οι παραστάσεις ο ενθουσιασμός του κοινού κορυφωνόταν, με τα αποτελέσματα να εκδηλώνονται ακόμη και στη Χρηματαγορά. Επί 2 ημέρες το εικοσάφραγκο έγινε ακριβότερο κατά μία δραχμή (η αναλογία ήταν 1 δραχμή προς 0,895 του φράγκου). Η πρωταγωνίστρια Ρίτα Μπάσσο ξετρέλανε τους Αθηναίους. Από το πρωί πολλοί γύριζαν στην αγορά και μάζευαν τον πλούτο για να τον καταθέσουν στο βωμό της μαγικής Σειρήνας.
Μεγάλη άμιλλα αναπτύχθηκε για το ποιος θα έδινε τα περισσότερα χρήματα.
Το περίεργο είναι ότι πολλοί νέοι πούλησαν τα ρούχα τους. Υπάλληλοι δανείστηκαν προς 30% επί του μισθού τους. Ακόμη και ομόλογα ρίχτηκαν στο δίσκο. Κάποιοι γύριζαν στα καφενεία και ξεσήκωναν τον κόσμο. Δεν υπήρχε άλλο θέμα συζήτησης, τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από την Ρίτα Μπάσσο. Το ποσό που συγκεντρώθηκε ξεπέρασε τις εφτακόσιες χιλιάδες δραχμές. Μέγα σκάνδαλο που προκάλεσε φυσικά αντίδραση. Ο τότε γυμνασιάρχης Γεώργιος Γεννάδιος κατακεραυνοβόλησε όσους πήγαιναν στο θέατρο και απαγόρευσε την είσοδο στους μαθητές. Ο Μακρυγιάννης λέει στα «Απομνημονεύματά» του:
Η Αθήνα από τον Ιλισό, 1833 (υδατογραφία, Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών)
«Και τα παιδιά όπου τα στέλνουν να φωτιστούν γράμματα κι αρετή, από μέσα το κράτος κι απόξω, φωτίζονται την τραγουδική και ηθική του θεάτρου· και πουλούνε τα βιβλία τους οι μαθηταί να πάνε ν' ακούσουνε την Ρίττα Βάσσω την τραγουδίστρα του θεάτρου· ότι παλαβώσανε οι γέροντες όχι τα παιδάκια να μην πουλήσουνε τα βιβλία τους. Το γέρο Λόντο, οπού δεν έχει ούτε ένα δόντι, τον παλάβωσε η Ρίτα Μπάσσω του θεάτρου και τον αφάνισε τόσα τάλλαρα δίνοντας κι άλλα πισκέσια».
Και οι τεχνοκριτικοί της εποχής πρώτοι σήκωσαν τα λάβαρα της νέας επανάστασης: «Τοιούτους δούλους επιθυμεί η κυβέρνηση να ιδή τους Ελληνας, πλην ας βεβαιωθεί ότι τα έντιμα σχέδιά της δεν θέλουσιν αποβή κατά την επιθυμίαν της, καθ' όσον η χειρ του Ελληνος, η αποτινάξασα τον σιδηρούν ζυγόν τετρακοσίων ετών, θέλει τινάξει και τον ζυγόν του ιταλικού θεάτρου».
«Ας πάει και το παλιάμπελο»
Ούτε ο Γεννάδιος ούτε οι διαμαρτυρίες του Τύπου κατέστειλαν τον ενθουσιασμό του κοινού. Το μένος των αντιθεατρικών ξεπέρασε κάθε όριο όταν ένα βράδυ η μεσόφωνος Λούλη, φορώντας ανδρική μεσαιωνική ενδυμασία επέδειξε τα καλλίγραμμα πόδια της ενώπιον του κοινού. Μέγα σκάνδαλο, κοκκίνισαν ακόμη και τα φέσια των παρισταμένων. Πλην όμως, έλιωσαν από ηδονή...
Η Αθήνα από την Ακαδημία του Πλάτωνα (Παρίσι 1834, Μουσείο Μπενάκη)
Τότε ο γερο-Δούκας, άλκιμος φουστανελάς, σηκώθηκε στο κατάμεστο θέατρο και διαμαρτυρήθηκε επισήμως για τα γραφόμενα ενάντια στο ιταλικό μελόδραμα, με τα ακόλουθα ιστορικά λόγια: «Πατριώτες, ζήτω το ιταλικό ας πάει και το παλιάμπελο».
Το παλιάμπελο ήταν το τελευταίο λείψανο μιας περιουσίας που φαγώθηκε χάριν της ωραίας Λούλης. Μας άφησε όμως κληρονομιά ο γερο-Δούκας την τάση να ξοδέψουμε κάτι παραπάνω προκειμένου να περάσουμε καλά. «Ας πάει και το παλιάμπελο».
Το τραγούδι
Στο θέατρο κυριαρχούν τα ιταλικά μελοδράματα όπως και στο τραγούδι οι ιταλικές μελωδίες. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή Ευρωπαίου περιηγητή σε επιστολή του το 1836: «Γυρίζοντας στο σπίτι, πέσαμε πάνω σε μία παρέα τεσσάρων Ελλήνων που τραγουδούσαν ιταλικά τραγούδια με εκπληκτικό τρόπο. Ο ένας είχε μια εξαίσια φωνή τενόρου. Οι άλλοι ήταν βαρύτονοι. Σταματούσαν κάτω από τα παράθυρα διαφόρων σπιτιών και έτερπαν τους κατοίκους. Αισθάνθηκα ευχαρίστηση που τους άκουγα, ώστε παρόλο που ήταν πολύ αργά, τους ακολούθησα μέσα στην πόλη για περίπου μια ώρα ακούγοντάς τους να τραγουδούν. Δεν ξέρω αν ήταν επαγγελματίες. Πάντως δεν τους είδα να δέχονται χρήματα. Τους συναντούσα συχνά στις βραδινές μου περιπλανήσεις».
Οι ιταλικές μελωδίες με τον καιρό, από στόμα σε στόμα, δέχτηκαν μια επεξεργασία και προσαρμόστηκαν στο γλωσσικό αίσθημα των Ελλήνων. Κάποια λαϊκά τραγούδια της εποχής προήλθαν από αυτές τις μουσικές επιμειξίες. Ο «Χαραλάμπης», η «Αντριάνα», «Στης ακρίβειας τον καιρό» κ.ά.

Η Παζαρόπορτα (Παρίσι 1845, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Ο Feuvel στο σπίτι του, με θέα την Ακρόπολη (Παρίσι 1845, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου