Σελίδες

5 Ιουν 2010

Θεωρητικά ζητήματα για τις προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής επανάστασης

Η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση αποτελεί κοσμοϊστορικό γεγονός. Για δεκαετίες ολόκληρες σφράγισε την πορεία της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Η νικηφόρα έκβασή της τον Οκτώβρη του 1917, σήμανε το άνοιγμα του δρόμου για το πέρασμα του ανθρώπου «από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας».

Οι αντεπαναστατικές ανατροπές του 1989-1991, παρά τη μεγάλη υποχώρηση που έφεραν στο επαναστατικό κίνημα δεν ακυρώνουν τον χαρακτήρα της εποχής μας, ως εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, εποχή που εγκαινίασε η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση.

Παρά τις επιθέσεις των ιδεολογικών και πολιτικών εκπροσώπων του κεφαλαίου που ισχυρίζονται ότι ήρθε το τέλος της ιστορίας, ο σοσιαλισμός παραμένει επίκαιρος και αναγκαίος, η δε αναγκαιότητα αυτή πηγάζει από τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, απορρέει από το γεγονός ότι ο καπιταλισμός στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, έχει δημιουργήσει τις υλικές προϋποθέσεις για το πέρασμα της ανθρωπότητας σε ένα ανώτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, την αταξική κομμουνιστική κοινωνία.

Είναι λοιπόν αναγκαίο στη βάση της μαρξιστικής-λενινιστικής κοσμοθεωρίας να δώσουμε μαχητική απάντηση στα γεννήματα της αστικής προπαγάνδας που υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της Οκτωβριανής επανάστασης και ότι αυτή στην πραγματικότητα ήταν ένα πραξικόπημα των μπολσεβίκων. Είναι αναγκαίο να αποκαλύψουμε ότι επιχειρούν να συσκοτίσουν στη συνείδηση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων το επιστημονικά τεκμηριωμένο γεγονός ότι η ταξική πάλη και η κορυφαία στιγμή της - η πολιτική επανάσταση - αποτελούν την κινητήρια δύναμη ανοδικής πορείας της ανθρωπότητας για την ανατροπή του ιμπεριαλισμού και το επαναστατικό πέρασμα στη σοσιαλιστική-κομμουνιστική οικοδόμηση.

Α. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Ο ρόλος της επανάστασης στην κοινωνική ανάπτυξη αποτελεί αντικείμενο οξύτατης ιδεολογικής διαπάλης. Οι σύγχρονοι εκπρόσωποι της αστικής ιδεολογίας διαστρεβλώνουν το περιεχόμενο της, ισχυρίζονται ότι η επανάσταση ως μορφή πραγματοποίησης του κοινωνικού μετασχηματισμού είναι άγονη, καταστροφική, επιδιώκουν με τα ιδεολογήματα της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας», της «άϋλης παραγωγής», της «σύγκρουσης των πολιτισμών», του μονόδρομου της «παγκοσμιοποίησης» να κρύψουν τις εκρηκτικές αντιθέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας που αδιάκοπα τροφοδοτεί την ταξική πάλη και να υποτάξουν τη συνείδηση των εργαζομένων στη λογική των αστικών μεταρρυθμίσεων και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, με στόχο τη διατήρηση και διαιώνιση της κυριαρχίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Σε αυτή την κατεύθυνση αποκρύπτουν και παραχαράσσουν τον προωθητικό και προοδευτικό ρόλο και των ίδιων των αστικών επαναστάσεων, όπως της Αγγλίας του 1648, της Γαλλίας του 1789 και της ελληνικής αστικής Επανάστασης του 1821.

Η μαρξιστική - λενινιστική θεωρία γενικεύοντας την πείρα της ταξικής πάλης και των επαναστάσεων αποδείχνει ότι οι επαναστάσεις είναι οι παντοδύναμοι κινητήρες της κοινωνικής προόδου, οι «ατμομηχανές της ιστορίας», όπως τις χαρακτήριζε ο Μαρξ.

Οι Μαρξ - Ενγκελς ήδη από το 1848, στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος αναδεικνύουν με επιστημονική ακρίβεια το ρόλο της ταξικής πάλης ως κινητήριας δύναμης της κοινωνίας:

«Η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρώνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονται σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο πότε ανοιχτό, έναν αγώνα που τελείωνε κάθε φορά με έναν επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την από κοινού καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονταν. Στις προηγούμενες εποχές της ιστορίας βρίσκουμε σχεδόν παντού μια πλήρη διαίρεση της κοινωνίας σε διάφορες κλειστές τάξεις, μια πολύτροπη διαβάθμιση των κοινωνικών θέσεων. Στην αρχαία Ρώμη βρίσκουμε πατρίκιους, ιππείς, πληβείους, δούλους. Στο μεσαίωνα φεουδάρχες, υποτελείς, μαστόρους, καλφάδες, δουλοπάροικους και επιπλέον σε καθεμιά απ' αυτές τις τάξεις βρίσκουμε ξανά ιδιαίτερες διαβαθμίσεις. Η σύγχρονη αστική κοινωνία που πρόβαλε από την καταστροφή της φεουδαρχικής κοινωνίας δεν κατάργησε τις ταξικές αντιθέσεις, έβαλε μονάχα στη θέση των παλιών νέες τάξεις, νέους όρους καταπίεσης, νέες μορφές πάλης. Ωστόσο, η εποχή μας, η εποχή της αστικής τάξης, χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι απλοποίησε τις ταξικές αντιθέσεις. Ολόκληρη η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα, σε δύο μεγάλες τάξεις που βρίσκονται άμεσα αντιμέτωπες η μια με την άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο»[1].

Η επανάσταση συμπυκνώνει την κοινωνική και πολιτική σύγκρουση και ρήξη με ένα ιστορικά ξεπερασμένο σχηματισμό για το πέρασμα σε έναν ανώτερο, συνιστά ποιοτική ανατροπή σε ολόκληρη την κοινωνικοοικονομική δομή της κοινωνίας.

Ο ταξικός χαρακτήρας και οι νομοτέλειες της επανάστασης πηγάζουν από τις εσωτερικές αντιφάσεις και την ιστορική εξέλιξη του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Η επιστημονική αποκάλυψη και θεωρητική κωδικοποίησή τους διαμόρφωσε τον επιστημονικό κομμουνισμό.

Οικονομική βάση της επανάστασης είναι η σε βάθος επεκτεινόμενη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας και του ξεπερασμένου, συντηρητικού συστήματος των σχέσεων παραγωγής, που εκδηλώνεται με την όξυνση των κοινωνικών ανταγωνισμών και την ένταση στη σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας, της πάλης μεταξύ της κυρίαρχης τάξης που ενδιαφέρεται για τη διατήρηση του υφισταμένου τρόπου παραγωγής και των καταπιεσμένων τάξεων.

Ο επαναστατικός αγώνας των καταπιεσμένων τάξεων, σε όλα τα ταξικά εκμεταλλευτικά συστήματα αποτυπώνει την ώριμη ανάγκη απελευθέρωσης των παραγωγικών δυνάμεων από τα δεσμά των ξεπερασμένων -από ιστορική άποψη- σχέσεων παραγωγής. Είναι κλασική η αποκάλυψη από το Μαρξ του περιεχομένου και της αναγκαιότητας της κοινωνικής επανάστασης στον Πρόλογο του έργου του: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας»:

«Οι άνθρωποι στην κοινωνική παραγωγή της ζωή τους έρχονται σε σχέσεις καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σε σχέσεις παραγωγικές, που αντιστοιχούνε σε μια ορισμένη βαθμίδα όπου έχει φτάσει η ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο των παραγωγικών αυτών σχέσεων αποτελεί το οικονομικό οικοδόμημα της κοινωνίας, τη βάση την υλική που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και που σ' αυτήν αντιστοιχούν ορισμένες πάλι κοινωνικές μορφές συνείδησης. Ο τρόπος της παραγωγής της υλικής ζωής, καθορίζει γενικά την εξέλιξη της κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ζωής. Το τι είναι οι άνθρωποι δεν καθορίζεται από τη συνείδησή τους, αλλά, αντίστροφα, το κοινωνικό τους Είναι καθορίζει τη συνείδησή τους. Όταν φτάσει σ' ένα ορισμένο βαθμό η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας αυτές οι δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις παραγωγικές σχέσεις που υπάρχουν ή για να χρησιμοποιήσουμε τη νομική γλώσσα, με τις σχέσεις της ιδιοκτησίας που μέσα σ' αυτές είχανε ως τα τότε κινηθεί. Αυτές οι σχέσεις από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων γίνονται τώρα φραγμοί τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης»[2].

Ο χαρακτήρας, οι διαστάσεις, το ιστορικά συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε επανάστασης καθορίζονται από τις συνθήκες του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού που πρόκειται να καταργηθεί και από την ειδική φύση του νέου για τον οποίο προετοιμάζει το έδαφος.

Η άνοδος σε ιστορικά υψηλότερα επίπεδα της κοινωνικής ανάπτυξης βαθαίνει και κάνει πιο σύνθετες τόσο το περιεχόμενο όσο και τις διαστάσεις της επανάστασης. Στα πρώιμα στάδια της ανθρώπινης ιστορίας όπως η μετάβαση από το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα στο δουλοκτητικό και από το δουλοκτητικό στο φεουδαρχικό, η κοινωνική επανάσταση πραγματοποιείται κυρίως αυθόρμητα, δηλαδή οι νέες σχέσεις παραγωγής εμφανίζονται και αναπτύσσονται μέσα στο παλαιό καθεστώς. Η κοινωνική ανάπτυξη λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας και της περιορισμένης ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής, που εκφράζονται αντίστοιχα σε πολύ χαμηλό βαθμό κοινωνικοποίησης της εργασίας είναι πολύ μακροχρόνια και αντιφατική. Μακροχρόνια είναι η διαδικασία αποσύνθεσης των προηγούμενων κυρίαρχων σχέσεων ιδιοκτησίας με ταυτόχρονη ανάπτυξη των νέων. Ετσι, η ταξική πάλη εκδηλώνεται στις περισσότερες περιπτώσεις σε τοπικά κινήματα και εξεγέρσεις, το πέρασμα από τον ένα τρόπο παραγωγής στο νέο ανώτερο, π.χ. από τη δουλοκτησία στη φεουδαρχία, δεν εκδηλώνεται σαν γενικευμένη και ολοκληρωμένη πολιτική επανάσταση με την συμμετοχή των μαζών. Μόνο με τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό αποκτά γνωρίσματα πανεθνικής πολιτικής επανάστασης, όπου αυξάνει ο ρόλος της συνειδητής δράσης των τάξεων και των κομμάτων τους. Και αυτό διότι η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων μέσα στο καθεστώς της φεουδαρχίας, με τη μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εμπόρευμα, μετατρέποντας την απλή εμπορευματική παραγωγή σε καπιταλιστική, τείνει να γενικεύσει τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις σε όλες τις σφαίρες της οικονομικής ζωής. Ετσι οι νέοι «μισθωτοί δούλοι» αλλά «απελευθερωμένοι» από τους φυσικούς καταναγκασμούς της δουλοκτησίας και της φεουδαρχίας έρχονται στο προσκήνιο της κοινωνικής εξέλίξης.

Σε όλες όμως τις περιπτώσεις των κοινωνικών επαναστάσεων η κοινωνική τάξη που είναι φορέας των νέων προοδευτικών σχέσεων παραγωγής συναντά αναπόφευκτα στο δρόμο της εμπόδια από το κράτος, την πολιτική εξουσία της τάξης που χάνει τα προνόμιά της και γι' αυτό αντιστέκεται. Ετσι κύριο καθήκον κάθε επαναστατικής τάξης είναι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για τη δημιουργία του δικού της ταξικού κράτους.

«Επειδή το κράτος δημιουργήθηκε από την ανάγκη να χαλιναγωγούνται οι ταξικές αντιθέσεις και επειδή γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση αυτών των τάξεων, είναι κατά κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη, και έτσι αποκτάει νέα μέσα για την κατάπνιξη και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης»[3].

Οι επαναστάσεις δεν είναι ποτέ καρπός συνομωσίας λίγων ατόμων ή αυθαίρετων ενεργειών, είναι ιστορικά αναγκαίες και εκδηλώνονται ως ανοιχτή οξύτατη ταξική πάλη με κορυφαία εκδήλωση της την ένοπλη εξέγερση. Η ιστορική της αναγκαιότητα ως μέσο της κοινωνικής ανάπτυξης καθορίζεται αντικειμενικά από τους υλικούς όρους εξέλιξης κάθε ιστορικά καθορισμένου συστήματος της κοινωνικής παραγωγής, δηλαδή τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής κάθε κοινωνίας, τη διαλεκτική αντίθεση των σχέσεων παραγωγής προς τις παραγωγικές δυνάμεις που έφθασαν σε ένα ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης. Ολες οι κοινωνικές επαναστάσεις μέχρι και τις αστικές έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλάζοντας τις σχέσεις παραγωγής της κοινωνίας, όμως αυτή η αλλαγή ήταν μετασχηματισμός ενός εκμεταλλευτικού συστήματος σε ένα άλλο εκμεταλλευτικό, στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας και της ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της εργασίας, της εργατικής δύναμης (δούλοι, δουλοπάροικοι, εργατική τάξη).

Η επανάσταση βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή της στη σοσιαλιστική, που απελευθερώνει τους παραγωγούς απ' όλες τις μορφές εκμετάλλευσης και θεμελιώνει τη δημιουργία του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού.

Β. Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΥΛΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

1. Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση είναι ανώτερος τύπος κοινωνικής επανάστασης που οργανώνει και διεξάγει την ολόπλευρη σύγκρουση και ρήξη με τις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού.

Η σοσιαλιστική επανάσταση είναι ποιοτικό άλμα για το νομοτελειακό πέρασμα σε ένα ιστορικά ανώτερο τρόπο παραγωγής.

Εγκαθιδρύει την εξουσία της εργατικής τάξης τη δικτατορία του προλεταριάτου σε συμμαχία με τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα. Κύριο καθήκον έχει - στη βάση της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής - να οικοδομήσει την αταξική, κομμουνιστική κοινωνία.

Γενικεύοντας την πείρα όλων των γνωστών στην ιστορία επαναστάσεων οι Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς έγραφαν:

«Ολες οι προηγούμενες τάξεις που έπαιρναν την εξουσία προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τη θέση που κατέκτησαν, υποτάσσοντας όλη την κοινωνία στους όρους του δικού τους τρόπου ιδιοποίησης. Οι προλετάριοι μπορούν να κατακτήσουν τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις μονάχα καταργώντας τον ως σήμερα δικό τους τρόπο ιδιοποίησης και επομένως όλο τον ως τώρα τρόπο ιδιοποίησης (...) Η κομμουνιστική επανάσταση αποτελεί την πιο ριζική ρήξη με τις πατροπαράδοτες σχέσεις ιδιοκτησίας. Δεν είναι καθόλου περίεργο που στην πορεία της ανάπτυξής της ξεκόβει με τον πιο ριζικό τρόπο με τις πατροπαράδοτες ιδέες (...) Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική κυριαρχία για ν' αποσπάσει βαθμιαία από την αστική τάξη όλο το κεφάλαιο, να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου που είναι οργανωμένο σαν κυρίαρχη τάξη, και να αυξήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων»[4].

Καθήκον όλων των προηγούμενων επαναστάσεων ήταν να φέρουν το εποικοδόμημα της κοινωνίας σε αντιστοιχία με τις νέες οικονομικές σχέσεις που είχαν ήδη αναπτυχθεί ή και κυριαρχήσει στην προηγούμενη κοινωνία, με στόχο την οριστική επέκταση και κυριαρχία τους.

Για παράδειγμα, στα σπλάχνα της φεουδαρχικής κοινωνίας εμφανίζονται και αναπτύσσονται οι καπιταλιστικές σχέσεις. Δηλαδή εμφανίζονται οι νέες παραγωγικές δυνάμεις, τόσο τα νέα μέσα παραγωγής π.χ. εργαλειομηχανές, όσο και η νέα εργατική δύναμη, που είναι πια ελεύθερη και από την ιδιοκτησία και από την εξουσία του φεουδάρχη. Εμφανίζονται οι νέες σχέσεις παραγωγής, με την αστική τάξη ευθύς εξαρχής ως ιδιοκτήτρια των μέσων παραγωγής και την εργατική τάξη να πουλά τη μοναδική της περιουσία, την εργατική της δύναμη. Οι καπιταλιστικές σχέσεις, δηλαδή η σχέση μισθωτής εργασίας - κεφαλαίου, ωρίμασαν στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος αναπτύχθηκαν αλλά και άρχισαν να γίνονται κυρίαρχες. Αυτό που έμενε να γίνει ήταν να σπάσουν τα «σάπια» δεσμά της παλιάς κοινωνίας, και το πολιτικό εποικοδόμημα να έρθει σε αντιστοιχία με την νέα ανερχόμενη οικονομική βάση.

«Η διαφορά της σοσιαλιστικής επανάστασης από την αστική, έλεγε ο Λένιν, συνίσταται ακριβώς στο ότι η αστική επανάσταση βρίσκει έτοιμες τις μορφές των καπιταλιστικών σχέσεων, ενώ η σοβιετική εξουσία - η προλεταριακή - δεν κληρονομεί τέτοιες έτοιμες σχέσεις»[5].

Το καθήκον της σοσιαλιστικής επανάστασης είναι ασύγκριτα πιο δύσκολο και περίπλοκο. Είναι ευνόητο ότι η εργατική τάξη, ως ηγετική κινητήρια δύναμη της σοσιαλιστικής επανάστασης, έχει ως βασικό καθήκον να λύσει το κύριο ζήτημα της επανάστασης, το ζήτημα της εξουσίας: «Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια μιας άλλης είναι το πρώτο, το κύριο, το βασικό γνώρισμα της επανάστασης»[6]. Η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να λύσει, με τη συνειδητή δράση της πρωτοπορίας της τάξης, και του κόμματός της, το περίπλοκο πρόβλημα, το οποίο, στις προηγούμενες εποχές το έλυνε αυθόρμητα, σταδιακά, η ίδια η ιστορία: τη δημιουργία της νέας κοινωνικο-οικονομικής βάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας, δηλαδή την άμεσα κοινωνική βιομηχανική παραγωγή στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, και του κεντρικού σχεδιασμού της. Η συγκέντρωση των μέσων και της παραγωγής γίνεται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ομως η διαμόρφωση των νέων σχέσεων είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργον. Αποτελεί το βασικό επαναστατικό καθήκον της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου. Το πέρασμα στο κομμουνιστικό σύστημα δεν είναι απλώς το πέρασμα από μια κοινωνία σε μια άλλη, αλλά η οριστική και πλήρης κατάργηση κάθε τύπου ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, κάθε τύπου εκμεταλλεύτριας τάξης και ότι τη διαδοχή μίας από μία άλλη.

Από εδώ πηγάζει και η σφοδρότητα της ταξικής πάλης στο καπιταλισμό και οι τεράστιες δυσκολίες στην οικοδόμηση της νέας κομμουνιστικής κοινωνίας, όπως εκδηλώθηκε και στη διαδικασία της οικοδόμησης και εντέλει της αντεπανάστασης και παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ και στα άλλα σοσιαλιστικά κράτη.

2. ΟΙ ΥΛΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

ΣΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ - ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

Οι Μαρξ και Ενγκελς διατυπώνοντας την επιστημονική κατηγορία του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, αναφέρονταν στη σχέση της οικονομικής βάσης, και κυρίως των σχέσεων παραγωγής με το νομικοπολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα που αντιστοιχεί σε αυτήν.

«Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τ' αποτελέσματα της - τα διατάγματα, που τα καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από τη μάχη που κέρδισε κτλ. - οι νομικές μορφές, και ακόμα περισσότερο οι νομικές μορφές, και ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξη της σε συστήματα δογμάτων, ασκούν και αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους. Είναι μια αλληλεπίδραση όλων αυτών των στοιχείων μέσα στην οποία επιβάλλεται, σε τελευταία ανάλυση, σαν αναγκαιότητα, η οικονομική κίνηση μέσα από το ατελείωτο πλήθος των συμπτώσεων ...»[7].

Οταν αναφερόμαστε στην οικονομική βάση εννοούμε πρώτ' απ' όλα τις παραγωγικές δυνάμεις και ιδιαίτερα τη βασική παραγωγική δύναμη, τον άμεσο παραγωγό, τον εργαζόμενο άνθρωπο και τις σχέσεις μέσω των όποιων έρχεται σε επαφή με τα μέσα παραγωγής δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής.

Σε αυτή τη βάση οι κλασικοί διατύπωσαν το βασικό νόμο του ιστορικού υλισμού, ότι πηγή της ανάπτυξης του κοινωνιών είναι το γεγονός ότι οι οικονομικές σχέσεις (και πρώτα απ' όλα οι σχέσεις παραγωγής) αντιστοιχούν κάθε φορά σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, γίνονται ιστορικά ξεπερασμένες όταν οδηγήσουν σε ένα νέο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που δεν χωράει πια σε αυτές τις σχέσεις. Τότε μπαίνει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της αλλαγής των σχέσεων παραγωγής.

Πρόκειται για μια τεράστια αποκάλυψη των Μαρξ - Ενγκελς για το εσωτερικό αίτιο της ανάπτυξης όλων των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών.

Η θεωρία για την υπεραξία, όπως θεμελιώθηκε στο έργο του Μαρξ «Το Κεφάλαιο», είναι η βάση της ανάλυσης και της κριτικής του καπιταλισμού: το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, αλλά η ενσάρκωση της εκμεταλλευτικής σχέσης της μισθωτής εργασίας, το κεφάλαιο δεν εκφράζει απλά την έννοια της συσσώρευσης του πλούτου, αλλά πριν απ' όλα ταξική εκμετάλλευση, παραγωγή υπεραξίας. Η ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν είναι απλώς η παραγωγή εμπορευμάτων, αλλά η παραγωγή υπεραξίας (ανισότιμη ανταλλαγή μεταξύ μισθωτής εργασίας - καπιταλιστική κατοχή μέσων παραγωγής).

Η οικονομική θεωρία του Μαρξ αποκαλύπτει τις βασικές αντιθέσεις και τάσεις εξέλιξης της καπιταλιστικής κοινωνίας, που νομοτελειακά οδηγούν στην ανατροπή της.

Ως βασικό παράγοντα της ωρίμανσης των υλικών προϋποθέσεων για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, κατώτερη βαθμίδα του κομμουνισμού, οι Μαρξ - Ενγκελς θεωρούσαν ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού: κοινωνικοποίησης της εργασίας, συγκέντρωσης κεφαλαίων, ανάπτυξης και συγκέντρωσης της εργατικής δύναμης.

Ηδη από το 1848, όταν ακόμη ο καπιταλισμός από ιστορικής άποψης ήταν νέο κοινωνικό σύστημα και η εργατική τάξη όντας αριθμητικά αδύνατη μόλις είχε αρχίσει να δρα στην ιστορία ως «τάξη για τον εαυτό της», όταν ακόμη δεν είχαν ωριμάσει αλλά συσσωρεύονταν οι υλικές προϋποθέσεις που θα έκαναν αναγκαίο ένα νέο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, οι Μαρξ - Ενγκελς συνέλαβαν την τάση που γεννιόταν στους κόλπους του καπιταλισμού:

«Με την ανάπτυξη της βιομηχανίας, όμως το προλεταριάτο δεν πληθαίνει μοναχά, αλλά και συσπειρώνεται σε μεγαλύτερες μάζες, η δύναμή του μεγαλώνει και τη δύναμή του αυτή τη νιώθει περισσότερο. Τα συμφέροντα, οι συνθήκες ζωής του προλεταριάτου εξισώνονται όσο πάει και περισσότερο από το γεγονός ότι η μηχανή σβήνει όλο και πιο πολύ τις διακρίσεις στη δουλιά και πιέζει, σχεδόν παντού το μεροκάματο σ' ένα εξίσου χαμηλό επίπεδο. Ο αυξανόμενος συναγωνισμός των αστών ανάμεσα τους και οι εμπορικές κρίσεις που προκαλεί ο συναγωνισμός αυτός, κάναν το μισθό των εργατών όλο και πιο ασταθή. Η αδιάκοπη, όσο και πιο γρήγορη τελειοποίηση της μηχανής κάνει τη θέση τους όλο και πιο επισφαλή. ΟΙ συγκρούσεις ανάμεσα στο μεμονωμένο εργάτη και στο μεμονωμένο αστό παίρνουν όλο και περισσότερο το χαρακτήρα σύγκρουσης ανάμεσα σε δυο τάξεις. Οι εργάτες αρχίζουν έτσι να συγκροτούν συνασπισμούς ενάντια στους αστούς. Συνασπίζονται για να υπερασπίσουν το μισθό της εργασίας τους. Ιδρύουν ακόμη και μόνιμες ενώσεις για να εξασφαλίσουν τα μέσα στην περίπτωση ενδεχόμενων ανταρσιών. Εδώ και εκεί η πάλη ξεσπάει με τη μορφή εξεγέρσεων. Από καιρό σε καιρό οι εργάτες νικούν, αλλά η νίκη τους είναι παροδική. Το πραγματικό αποτέλεσμα των αγώνων τους δεν είναι η άμεση επιτυχία, αλλά η συνένωση των εργατών που ολοένα επεκτείνεται. Η ενότητα αυτή προωθείται από τα αναπτυσσόμενα μέσα συγκοινωνίας που παράγονται από τη μεγάλη βιομηχανία και που συνδέουν μεταξύ τους τους εργάτες από διάφορα μέρη. Και φθάνει μονάχα να συνδεθούν μεταξύ τους για να συνενωθούν οι πολλοί τοπικοί αγώνες, που έχουν παντού τον ίδιο χαρακτήρα, σε μια εθνική πάλη, σε μια ταξική πάλη. Κάθε ταξικός αγώνας όμως είναι πολιτικός αγώνας. Και την ένωση που οι αστοί του μεσαίωνα με τους καρόδρομους του χρειάστηκαν αιώνες για να την πραγματοποιήσουν, οι σύγχρονοι προλετάριοι την πραγματοποιούν με τους σιδηροδρόμους μέσα σε λίγα χρόνια»[8].

Βασικός δείκτης λοιπόν είναι η συγκέντρωση και επέκταση της μισθωτής εργασίας, μέσω της οποίας παράγεται και οξύνεται η βασική αντίθεση του καπιταλισμού, δηλαδή η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και την ατομική καπιταλιστική ιδιοποίηση των προϊόντων της.

Αυτό δε σημαίνει ότι η ανάπτυξη της μισθωτής εργασίας αποτυπώνεται μόνο με το ποσοστό που αυτή αντιπροσωπεύει στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό. Αν δεν πλειοψηφεί ποσοστιαία η μισθωτή εργασία, δεν σημαίνει ότι δεν έχει ήδη κυριαρχήσει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, ότι δεν έχει ωριμάσει σε μονοπωλιακό καπιταλισμό. Αυτό μπορεί να συμβεί διατηρώντας και αναπαράγοντας βαθύτατη ανισομετρία, ενσωματώνοντας επί μακρόν και σε ορισμένες περιπτώσεις σε μεγάλη έκταση επιβιώσεις προκαπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Το φαινόμενο αυτό δεν υπήρχε μόνο πριν το 1917 στη Ρωσία, αλλά και στη σημερινή Ινδία.

Ολη η πορεία ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αποτελεί ουσιαστικά διαδικασία της υλικής προετοιμασίας για το πέρασμα στην άμεσα κοινωνική παραγωγή, δηλαδή για το πέρασμα στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής.

Δεν είναι τυχαία χρονικά η στιγμή που αρχίζει να διαμορφώνεται το επαναστατικό εργατικό κίνημα, με ορόσημο τη συγγραφή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου από τους Μαρξ - Ενγκελς, το 1848. Είναι η εποχή των αστικών επαναστάσεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι οποίες οδηγούν οριστικά στην πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, η οποία στη συνέχεια διευρύνει την οικονομική της κυριαρχία και μαζί με αυτήν τις αντιφάσεις της και το δικό της νεκροθάφτη, την εργατική τάξη.

«Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της αστικής τάξης δεν συμβιβάζεται άλλο με την κοινωνία. Ο ουσιαστικός όρος για την ύπαρξη και κυριαρχία της αστικής τάξης είναι η συσσώρευση του πλούτου στα χέρια ιδιωτών, ο σχηματισμός και η αύξηση του κεφαλαίου. Η προϋπόθεση του κεφαλαίου είναι η μισθωτή εργασία. Η μισθωτή εργασία στηρίζεται αποκλειστικά στο συναγωνισμό ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες. Η πρόοδος της βιομηχανίας που η αστική τάξη είναι ο άβουλος και παθητικός φορέας, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών μέσα από το συναγωνισμό την επαναστατική τους συνένωση μέσα από την οργάνωση. Ετσι με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αφαιρείται κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το ίδιο το έδαφος που πάνω στη βάση του παράγει και ιδιοποιείται τα προϊόντα. Πριν απ' όλα η αστική τάξη παράγει τους ίδιους τους νεκροθάφτες της. Η πτώση της και η νίκη του προλεταριάτου είναι το ίδιο αναπόφευκτα»[9].

Η διαδικασία ανάπτυξης του καπιταλισμού, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, οδηγεί αντικειμενικά στην ανάπτυξη της εργατικής τάξης, στην όξυνση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης και στην διαμόρφωση του νέου επαναστατικού υποκειμένου, δηλαδή της εργατικής τάξης και της πρωτοπορίας της.

Βλέπουμε, σε αντίθεση με την αστική επανάσταση του 1789, ότι στις επαναστάσεις του 1848 η εργατική τάξη έστω και ανώριμα θέτει τις δικές της διεκδικήσεις και στόχους, πλέον «το φάντασμα του κομμουνισμού πλανάται πάνω από την Ευρώπη». Η αντανάκλαση των οικονομικών διαδικασιών στο επίπεδο της ταξικής πάλης και της ανάπτυξης της εργατικής τάξης από «τάξη καθεαυτό» σε «τάξη για τον εαυτό της» δεν γίνεται ευθύγραμμα και αυτόματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Μ. Βρετανία, η πλέον αναπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία του 19ου αιώνα, όπου καθυστερεί η εμφάνιση εργατικού κόμματος και στη συνέχεια με αδύνατη παρουσία επαναστατικού σοσιαλιστικού ρεύματος σε αυτό.

Η θέση του Μαρξ ότι: «νέες ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους, μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας»[10]διαστρεβλώνεται από αυτοαποκαλούμενους μαρξιστές και δεδηλωμένους αντιλενινιστές, σύγχρονους οπορτουνιστές, οι οποίοι μιλούν για ανωριμότητα των υλικών προϋποθέσεων περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και φέρνουν ως απόδειξη ότι ο σοσιαλισμός δεν επιβίωσε. Ως προς το παραπάνω απόσπασμα του Μαρξ, το ξεκόβουν από την αμέσως επόμενη πρόταση: «Γι' αυτό η ανθρωπότητα βάζει πάντα μπροστά της μόνο τα καθήκοντα εκείνα που μπορεί να λύσει, γιατί με μια προσεκτικότερη εξέταση γίνεται πάντα φανερό, ότι το ίδιο το καθήκον ξεπηδάει μόνο τότε, όταν οι υλικοί όροι για τη λύση του υπάρχουν κιόλας ή τουλάχιστον βρίσκονται στην πορεία του γίγνεσθαι».

Η θέση αυτή επαναλαμβάνεται και στο έργο του «Η αθλιότητα της Φιλοσοφίας» όπου αναφέρεται: «Απ' όλα τα μέσα παραγωγής η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η επαναστατική τάξη. Η οργάνωση των επαναστατικών στοιχείων σε τάξη προϋποθέτει ότι υπάρχουν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορούσαν να αναπτυχθούν στα σπλάχνα της παλιάς κοινωνίας»[11]. Κριτήρίο ωριμότητας των υλικών προϋποθέσεων δεν είναι απλά η ύπαρξη της εργατικής τάξης αλλά και η πολιτική συγκρότηση της σε επαναστατική δύναμη, η ανάπτυξη δηλαδή της ταξικής πάλης. Δεν μπορεί λοιπόν να ξεσπάσει η σοσιαλιστική επανάσταση όταν δεν υπάρχει ένα ελάχιστο επίπεδο ωρίμανσης των υλικών προϋποθέσεων του κομμουνισμού, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να επικρατήσει. Η εκδήλωση της σοσιαλιστικής επανάστασης (η οποία έχει τις δικές της αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις που θα εξετάσουμε στη συνέχεια) σημαίνει ότι οι αντιφάσεις του συστήματος έχουν ωριμάσει, ότι ο σοσιαλισμός από τη σύγκρουση των σχέσεων παραγωγής με τις παραγωγικές δυνάμεις προβάλλει ως αδήριτη ανάγκη.

Η δημιουργία λοιπόν του επιστημονικού κομμουνισμού και των επαναστατικών εργατικών κομμάτων ως φορέων συνένωσης της επαναστατικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα, αποδεικνύουν την ωρίμανση των αντιφάσεων του καπιταλισμού από ιστορική άποψη.

Το γενικό επίπεδο ωρίμανσης των υλικών προϋποθέσεων για το νέο κοινωνικό μετασχηματισμό είναι αυτό που προσδιορίζει την ιστορική εποχή στην εξέλιξη του καπιταλιστικού. Μέσα σε αυτή την εποχή, υπάρχει διαφοροποίηση στο βαθμό ωρίμανσης από τη μια καπιταλιστική κοινωνία στην άλλη.

Ο Λένιν αναδεικνύοντας τα κριτήρια χαρακτηρισμού των εποχών έγραφε: «Δεν μπορούμε να ξέρουμε με ποια ταχύτητα θα αναπτυχθούν τα διάφορα ιστορικά κινήματα μιας δοσμένης εποχής και σε τι βαθμό θα επιτύχουν. Μπορούμε όμως να ξέρουμε - και ξέρουμε - ποια τάξη βρίσκεται στο κέντρο της μιας ή της άλλης εποχής, όταν καθορίσουμε το κύριο περιεχόμενο της, την κύρια κατεύθυνση της αποστολής της, τις κύριες ιδιομορφίες των ιστορικών συνθηκών της δοσμένης εποχής κ.τ.λ»[12].

Με βάση την παραπάνω θέση υιοθέτησε την ιστορική περιοδολόγηση του καπιταλισμού (που επεξεργάστηκαν άλλοι μαρξιστές) σε τρεις εποχές, με συμβατικά και σχετικά ορόσημα τις κοινωνικές επαναστάσεις και τους πολέμους. Ταυτόχρονα επεσήμαινε ότι παντού στη φύση και την κοινωνία τα όρια είναι συμβατικά και κινητά, σχετικά και όχι απόλυτα:

1789-1871

Η πρώτη εποχή, από τη μεγάλη γαλλική επανάσταση ως το γαλλοπρωσσικό πόλεμο και την Κομμούνα, είναι η εποχή της ανόδου της αστικής τάξης, της ολοκληρωτικής νίκης της. Είναι η ανοδική γραμμή της αστικής τάξης, των αστικοδημοκρατικών κινημάτων, η εποχή της συντριβής των ιστορικά ξεπερασμένων φεουδαρχικών δεσμών.

1871-1914

Η δεύτερη εποχή, είναι η εποχή της ολοκληρωτικής κυριαρχίας και της παρακμής της αστικής τάξης, που χάνει τον προοδευτικό χαρακτήρα της στην κοινωνική εξέλιξη. Είναι εποχή της προετοιμασίας και της αργής συγκέντρωσης δυνάμεων από το νέο υποκείμενο της ιστορίας, την εργατική τάξη.

1914 - ...

Η τρίτη εποχή χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του μονοπωλίου, είναι η εποχή του ιμπεριαλισμού και των ιμπεριαλιστικών πολέμων που βάζει την αστική τάξη στην ίδια ιστορική θέση που βρίσκονταν οι φεουδάρχες την πρώτη εποχή. Ο ιμπεριαλισμός, ως μονοπωλιακός καπιταλισμός, είναι η εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, για το πέρασμα στην κομμουνιστική κοινωνία.

Ηδη ο Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου, στην ανάλυσή του για τη μετοχική εταιρεία θίγει την εμφάνιση ενός φαινομένου που στην εποχή του ακόμη δεν είναι κυρίαρχο αλλά έγινε κυρίαρχο στα επόμενα χρόνια. Το ζήτημα της εμφάνισης του μονοπωλίου: Το μονοπώλιο δεν είναι απλά μια μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση, αλλά αποτελεί έκφραση του υψηλού βαθμού της κοινωνικοποίησης της εργασίας και της παραγωγής ως αποτέλεσμα της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στις οποίες υποτάσσεται η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Τα μονοπώλια εκφράζουν μεγάλη κεφαλαιακή συσσώρευση με τη μορφή μετοχικής ιδιοκτησίας σε εταιρεία ή όμιλο εταιρειών, με ανάλογη συγκέντρωση μεγάλου μεριδίου αγοράς. Είναι δείκτης της μεγάλης όξυνσης της αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας. Είναι η μορφή που παίρνει η κεφαλαιοκρατική σχέση, σε συνθήκες που έχουν υπερωριμάσει οι παραγωγικές δυνάμεις και ασφυκτιούν στα στενά πλαίσια των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Ο Μαρξ στο ίδιο έργο αναφέρει ότι ο σχηματισμός μετοχικών εταιρειών είναι: «η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και γι' αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση»[13], αφού όπως εξηγεί στις μετοχικές εταιρείες: «... η λειτουργία είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την υπερεργασία. Αυτό είναι αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών αλλά σαν ιδιοκτησία των συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία»[14].

Ετσι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής γίνεται φραγμός στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, οξύνονται όλες οι αντιθέσεις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές. Αυτή η εξέλιξη καθορίζει την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στην κατεύθυνση να επιλυθεί η βασική αντίθεση με το επαναστατικό πέρασμα στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

«Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω από αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φθάνουν σε ένα σημείο, όπου δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό της περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται»[15].

Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν αλλάζει τη φύση του καπιταλισμού, αποτελεί ανώτατη βαθμίδα ανάπτυξής του. Οι βαθιές κρίσεις και οι μακροχρόνιες υφέσεις, ο παρασιτισμός στην οικονομία αλλά και σε κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, εκφράζουν την όξυνση της αντίθεσης των παραγωγικών δυνάμεων με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η διαλεκτική ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι τέτοια που όσο συγκεντρώνεται, κοινωνικοποιείται η παραγωγή, όσο επαναστατικοποιούνται τα μέσα παραγωγής, όσο επεκτείνονται οι καπιταλιστικές σχέσεις στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής και στις υπηρεσίες, τόσο αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις, που έρχονται σε όλο και βαθύτερη αντίθεση με την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, το κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους. Με το πέρασμα από τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού στον μονοπωλιακό καπιταλισμό, η αντίθεση αυτή οξύνεται παρά την προσπάθεια ρύθμισης της παραγωγής σε κλίμακα μονοπωλίων

Η μαρξιστική προσέγγιση αναπτύχθηκε παραπέρα από τον Λένιν στις συνθήκες της εποχής του, στο γνωστό έργο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού»,στο οποίο αναφέρει σχετικά με το πέρασμα από την μετοχική εταιρεία στο μονοπώλιο: «Το βασικό σε αυτό το προτσές από οικονομική άποψη είναι η αντικατάσταση του καπιταλιστικού ελεύθερου συναγωνισμού από τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι η βασική ιδιότητα του καπιταλισμού και της εμπορευματικής παραγωγής γενικά. Το μονοπώλιο είναι ή άμεση αντίθεση του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο τελευταίος όμως αυτός άρχισε μπροστά στα μάτια μας να μετατρέπεται σε μονοπώλιο... Ταυτόχρονα όμως τα μονοπώλια ξεπηδώντας από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, δεν τον καταργούν, υπάρχουν μα υπάρχουν πάνω σ' αυτόν και δίπλα σ' αυτόν, γεννώντας έτσι μια σειρά εξαιρετικά οξείες και βίαιες αντιθέσεις, προστριβές και συγκρούσεις. Το μονοπώλιο είναι πέρασμα από τον καπιταλισμό σ' ένα ανώτερο σύστημα»[16](...)

Συνεκτιμώντας τα 5 βασικά οικονομικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού[17], ο Λένιν τόνισε ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δηλώνουν το σάπισμα του συγκεκριμένου σταδίου του καπιταλισμού.

Αναφέρεται για παράδειγμα στη δημιουργία ενός τεράστιου στρώματος εισοδηματιών καπιταλιστών που ζουν από το «κόψιμο κουπονιών», χωρίς να συνεισφέρουν οποιαδήποτε παραγωγική δραστηριότητα. Παράλληλα αναδεικνύει τη δυνατότητα που δίνεται στην άρχουσα τάξη των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών να δίνει ορισμένα «ψίχουλα» για να εξαγοράσει τμήματα της δικής της εργατικής τάξης, τα οποία συγκροτούν την εργατική αριστοκρατία και γίνονται βασικό στήριγμα του οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα[18].

Ο Λένιν κατέληξε στο επιστημονικά θεμελιωμένο συμπέρασμα, ότι το μονοπώλιο είναι η πλήρης υλική προετοιμασία για το σοσιαλισμό, και σε αυτή τη βάση, ότι ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης:

«Οταν η μεγάλη επιχείρηση γίνεται γιγάντια και οργανώνει σχεδιασμένα, με βάση τον ακριβή υπολογισμό ενός πλούτου στοιχείων, την προμήθεια της αρχικής πρώτης ύλης σε διαστάσεις 2/3 ή 3/4 της συνολικής ποσότητας που είναι απαραίτητη για δεκάδες εκατομμύρια πληθυσμό, όταν οργανώνεται συστηματικά η μεταφορά αυτής της πρώτης ύλης στα πιο κατάλληλα για την παραγωγή σημεία, που κάποτε απέχουν το ένα από το άλλο εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα, όταν από ένα κέντρο διευθύνονται όλα τα στάδια της διαδοχικής κατεργασίας της πρώτης ύλης ως την παραγωγή μιας ολόκληρης σειράς ποικίλων έτοιμων προϊόντων, όταν η διανομή αυτών των προϊόντων γίνεται με βάση ένα σχέδιο σε δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια καταναλωτές (πώληση του πετρελαίου και στην Αμερική και στη Γερμανία από το αμερικάνικο «Τραστ πετρελαίου») - τότε γίνεται ολοφάνερο ότι έχουμε μπροστά μας μια κοινωνικοποίηση της παραγωγής και καθόλου μια απλή «σύμπλεξη» - ότι οι σχέσεις της ατομικής ιδιοκτησίας αποτελούν ένα περίβλημα, που δεν ανταποκρίνεται πια στο περιεχόμενο, περίβλημα που αναπόφευκτα δεν μπορεί παρά να σαπίσει, να αναβληθεί τεχνητά ο παραμερισμός του, περίβλημα που μπορεί να παραμένει σε κατάσταση αποσύνθεσης ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (στη χειρότερη περίπτωση, αν η θεραπεία του οπορτουνιστικού αποστήματος τραβήξει σε μάκρος), που αναπόφευκτα όμως θα παραμεριστεί»[19].

Με την παραπάνω θέση θίγεται από το Λένιν η σχέση μεταξύ υλικών προϋποθέσεων και υποκειμενικών για την επανάσταση, ζήτημα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια. Το σημείο αυτό το σημειώνουμε σε σχέση με την πολεμική που άσκησε ο Λένιν στη θέση των οπορτουνιστών για την μετεξέλιξη του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό, όσο και για την κατάρρευσή του, χωρίς την επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Η θέση του επιστημονικού κομμουνισμού για το χαρακτήρα της εποχής μας ως εποχής των σοσιαλιστικών επαναστάσεων δεν είναι βουλησιαρχική, παίρνει υπόψη τη διαλεκτική σχέση του αντικειμενικού - υποκειμενικού στην ιστορική κίνηση. Δίνοντας ο Λένιν το χαρακτήρα της σύγχρονης εποχής τόνιζε ότι: «Η εξαφάνιση του καπιταλισμού και των υπολειμμάτων του, η θεμελίωση της κομμουνιστικής τάξης πραγμάτων, αποτελεί το περιεχόμενο της νέας εποχής που άρχισε τώρα στην παγκόσμια ιστορία»[20].

Την εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων εγκαινίασε η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση που πραγματοποιήθηκε πάνω στο έδαφος της ανάπτυξης του καπιταλισμού στη Ρωσία που ήδη είχε εξελιχθεί στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Το γεγονός αυτό δεν αναιρείται από τη βαθιά ανισομετρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη της Ρωσίας, ούτε από την προκαπιταλιστική κληρονομιά που κυριαρχούσε σε μεγάλο μέρος της τσαρικής αυτοκρατορίας. Η ύπαρξη των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της τσαρικής Ρωσίας αποδεικνύεται και με στατιστικά στοιχεία της εποχής[21].

Η ίδια η πραγματικότητα ανέτρεψε τα «δόγματα» των οπορτουνιστών μενσεβίκων ότι ώριμες συνθήκες για το σοσιαλισμό υπήρχαν μόνο στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες όπως η Αγγλία και η Γερμανία, ότι απαιτείται η εργατική τάξη να είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού. Οτι η καθυστερημένη και «απολίτιστη» Ρωσία έπρεπε να ακολουθήσει το δρόμο της αστικής κοινωνίας για να ενταχθεί στα «πολιτισμένα» έθνη. Ο Λένιν θεωρούσε ότι το προλεταριάτο δεν είχε κανένα λόγο να περιμένει ώσπου να φθάσει σ' ένα ορισμένο «επίπεδο πολιτισμού»:

«Αν για τη δημιουργία του σοσιαλισμού απαιτείται ένα ορισμένο επίπεδο πολιτισμού (αν και κανένας δεν μπορεί να πει πιο είναι ακριβώς αυτό το ορισμένο «επίπεδο πολιτισμού» γιατί κάθε δυτικοευρωπαϊκό κράτος έχει και διαφορετικό επίπεδο), τότε γιατί δεν μπορούμε να αρχίσουμε πρώτα από την κατάκτηση με επαναστατικό τρόπο των προϋποθέσεων γι' αυτό το ορισμένο επίπεδο και μετά πια, βασισμένοι στην εργατοαγροτική εξουσία και στο σοβιετικό καθεστώς να προχωρήσουμε και να φθάσουμε τους άλλους λαούς;»[22].

Γ. ΟΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η σοσιαλιστική επανάσταση είναι ένα μεγάλο και δύσκολο έργο, όπου παίρνουν μέρος μάζες εκατομμυρίων ανθρώπων, συγκρούονται και αλληλοεπηρεάζονται διάφορες ταξικές δυνάμεις, κόμματα και οργανώσεις.

Ακόμη και όταν έχουν πλήρως ωριμάσει οι υλικές προϋποθέσεις για το επαναστατικό πέρασμα στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό, όταν ο βασικός ταξικός ανταγωνισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας έχει φτάσει στο έπακρο και οξύνονται όλες οι αντιθέσεις του, ακόμα και τότε η πολιτική επανάσταση δεν μπορεί να γίνει αυθαίρετα σε οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιαδήποτε κατάσταση.

Για να εκδηλωθεί η σοσιαλιστική επανάσταση και να εξελιχθεί σε νικηφόρα κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη είναι απαραίτητο να υπάρχουν και άλλες προϋποθέσεις, πέραν της ωριμότητας του καπιταλισμού.

1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Όπως ήδη αναφέρθηκε από τις υλικές προϋποθέσεις προβάλλει η αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε. Προϋπόθεση είναι η εμφάνιση μιας τέτοιας αντικειμενικής κατάστασης ως αποτέλεσμα ραγδαίων αλλαγών στη ζωή της καπιταλιστικής κοινωνίας , ευνοϊκή για την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας, την κατάκτηση από την εργατική τάξη της πολιτικής εξουσίας. Στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία αυτή η κατάσταση λέγεται επαναστατική κατάσταση και συνιστά την αντικειμενική βάση για να εκδηλωθεί η επανάσταση.

Ο Λένιν έδωσε ως εξής τον επιστημονικό ορισμό της επαναστατικής κατάστασης: «Για έναν μαρξιστή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι αδύνατο να γίνει χωρίς επαναστατική κατάσταση. Ποια είναι μιλώντας γενικά, τα γνωρίσματα μιας επαναστατικής κατάστασης; Ασφαλώς, δε θα πέσουμε έξω, αν υποδείξουμε τρία βασικά γνωρίσματα, τα παρακάτω: 1) Η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν σε αναλλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους: η μια είτε η άλλη κρίση των «κορυφών», η κρίση της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης που δημιουργεί ρωγμή, απ' όπου εισχωρεί η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός των καταπιεζόμενων τάξεων. Συνήθως, για να ξεσπάσει η επανάσταση δεν είναι αρκετό «τα κάτω στρώματα να μη θέλουν», μα χρειάζεται ακόμη και «οι κορυφές να μη μπορούν» να ζήσουν όπως παλιά. 2) Επιδείνωση μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών, που σε «ειρηνική» εποχή αφήνουν να τις ληστεύουν ήσυχα, ενώ σε καιρούς θύελλας τραβιούνται τόσο από όλες τις συνθήκες της κρίσης, όσο και από τις ίδιες τις «κορυφές» σε αυτοτελή ιστορική δράση.

Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές, που δεν εξαρτώνται ούτε από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά ούτε και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων, η επανάσταση, κατά κανόνα δεν μπορεί να γίνει»[23].

Μ' άλλα λόγια, όταν αναφερόμαστε στην επαναστατική κατάσταση ως αντικειμενική προϋπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης, εννοούμε ένα σύνολο αντικειμενικά διαμορφωμένων αλλαγών στην κοινωνία, οι οποίες οδηγούν στην πανεθνική κρίση που αγκαλιάζει και τους «πάνω» και τους «κάτω».

Οι ρίζες της επαναστατικής κατάστασης, σε τελευταία ανάλυση, βρίσκονται στις αντιθέσεις του τρόπου παραγωγής. Ωστόσο η αντανάκλασή αυτών των αντιθέσεων στην κοινωνική συνείδηση στην ανάπτυξη ταξικής συνείδησης, δεν είναι αυτόματη και ευθύγραμμη.

Γι' αυτό, μόνο σε ορισμένες κρίσιμες στιγμές της ιστορίας και ανεξάρτητα από τη θέληση των τάξεων δημιουργούνται συνθήκες επαναστατικής κατάστασης.

Το «ανεξάρτητα από τη θέληση των τάξεων» ακριβώς υποδηλώνει τον αντικειμενικό χαρακτήρα της επαναστατικής κατάστασης.

Τέτοιες καταστάσεις υπήρχαν π.χ. στις επαναστάσεις του 17ου, 18ου, 19ου αιώνα στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το 1905 και το 1917 στη Ρωσία, στην Ευρωπαϊκή Ηπειρο στα χρόνια 1918-1922 και κατά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, στην Ελλάδα κατά την απελευθέρωση.

Εξετάζοντας το πρώτο γνώρισμα, την κρίση των «κορυφών», δεν εννοούμε τις «δυσκολίες» που συχνά παρουσιάζονται στο αστικό πολιτικό σύστημα, π.χ. παραιτήσεις αστικών κυβερνήσεων, αντιπαραθέσεις μεταξύ των αστικών κομμάτων, αλλαγές στο αστικό πολιτικό σύστημα, με την εξαφάνιση παλιών κομμάτων και τη δημιουργία νέων, εναλλαγές στην πολιτειακή μορφή της αστικής δικτατορίας, στη Συνταγματική τους έκφραση κλπ. Κρίση κορυφών έχουμε όταν η πολιτική της αστικής τάξης χρεοκοπεί, έχει εμφανή δυσκολία να διαχειριστεί συνθήκες κρίσης (οικονομική κρίση, πόλεμος κ.α.), οι οποίες αναπτύσσουν και διευρύνουν σε ασυνήθιστο βαθμό τη λαϊκή δυσαρέσκεια, με αποτέλεσμα «οι κάτω» να μην ελέγχονται όπως πρίν από τους «πάνω», στις «κορυφές» να κυριαρχεί σύγχυση και σε αυτή τη βάση να οξύνονται και ενδοαστικές αντιθέσεις.

Είναι το κρίσιμο σημείο που το αστικό κράτος, οι θεσμοί και οι μηχανισμοί του αδυνατούν πλέον να επιβάλλουν την πολιτική κυριαρχία τους στις λαϊκές μάζες με την ευκολία και τις μεθόδους που γίνονταν πριν.

Αυτό εκδηλώνεται σε στιγμές ιστορικών ανακατατάξεων και συγκρούσεων, όπως στην περίοδο από το Φλεβάρη έως τον Ιούλη του 1917 στη Ρωσία, όπου η αστική κυβέρνηση δεν είχε την πολιτική και στρατιωτική δύναμη να στραφεί ενάντια στα Σοβιέτ, κυρίως παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης όταν στην Πετρούπολη και τη Μόσχα μεγάλα τμήματα στρατού είχαν ενωθεί με τους ένοπλους εργάτες, όταν η προσωρινή κυβέρνηση του Κερένσκι και οι οπορτουνιστές που συμμετείχαν σε αυτή είχαν πλήρως χρεοκοπήσει στη συνείδηση των μαζών.

Οι μάζες σε αυτές τις στιγμές αφυπνίζονται σε τέτοιο βαθμό, που οι «πάνω» και οι «κάτω» μπλέκονται σε μια πρωτόγνωρη σύγκρουση που αποτελεί κατακόρυφη ανοδική στροφή στην μέχρι τότε ανάπτυξη της ταξικής πάλης

Όσον αφορά το δεύτερο γνώρισμα: την όξυνση της ανέχειας και της αθλιότητας των μαζών.

Οι οικονομικοί όροι και συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων αποτελούν σημαντικό παράγοντα που επιδρούν στην δραστηριοποίηση τους.

Η απότομη αύξηση της φτώχειας και της ανεργίας, η επιδείνωση των όρων εργασίας και ζωής προκαλούν απότομη εκδήλωση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Διαμορφώνουν μαζική στάση εγκατάλειψης των αστικών κόμματων από τις εργατικές και λαϊκές μάζες. Πολλοί παράγοντες μπορούν να πυροδοτήσουν μια τέτοια απότομη αλλαγή στις υλικές συνθήκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων με αποτέλεσμα αλλαγή στις διαθέσεις. Τέτοιοι παράγοντες είναι οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και επεμβάσεις, η αύξηση της πολιτικής αντίδρασης που περιορίζει ή και καταργεί στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, η αστική αδυναμία στην διαχείριση μεγάλων καταστροφών.

Οι ταξικές αντιθέσεις μπορούν να οξυνθούν ως το επίπεδο της επαναστατικής κατάστασης μέσα από τον συνδυασμό και αλληλεπίδραση οικονομικών και πολιτικών αιτιών.

Λένιν θεωρεί την απότομη αλλαγή στις διαθέσεις και την δραστηριότητα των μαζών τη συγκεκριμένη στιγμή ως φαινόμενο αντικειμενικού χαρακτήρα, δηλαδή ανεξάρτητου από τη συνείδηση των τάξεων, τη θέληση των κομμάτων.

Το αντικειμενικό δεν χαρακτηρίζει μόνο την οικονομία αλλά και την πολιτική. Η πολιτική τόνιζε ο Λένιν, έχει «δική της αντικειμενική, λογική, ανεξάρτητα από τους υπολογισμούς αυτών ή εκείνων των ατόμων ή κομμάτων»[24].

Οι αντικειμενικές συνθήκες, μέσα στις οποίες δρα ο υποκειμενικός παράγοντας (τάξεις και στρώματα, τα κόμματα τους ή ξεχωριστοί εκπρόσωποι τους), είναι διαμορφωμένες από την προηγούμενη δραστηριότητα των ανθρώπων τόσο την κοινωνική-οικονομική όσο και την πολιτική.

Ο πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη στιγμή που είναι προϊόν της δραστηριότητας των τάξεων και των κομμάτων, είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα την οποία υποχρεωτικά λαμβάνουν υπόψη οι τάξεις και τα κόμματα για να τον αλλάξουν στην μία ή άλλη κατεύθυνση.

Ένας συγκεκριμένος συσχετισμός δυνάμεων εξ αντικειμένου δεν μπορεί να παραμένει στατικός. Γιατί η ίδια η καπιταλιστική πραγματικότητα δεν είναι στατική, περικλείει την τάση της όξυνσης των αντιθέσεων της.

Αλλά και η εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης δεν οδηγεί σε μια νέα στατική κατάσταση. Για αυτό ο υποκειμενικός παράγοντας για την επιτυχή αξιοποίηση της πρέπει από πριν να είναι προετοιμασμένος - ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά - για δράση μέσα σε αυτή την ευνοϊκή κατάσταση. Κι ακόμη, να έχει την ικανότητα εκτίμησης της καλύτερης «στιγμής» για την «έφοδο» , για την κατάληψη της εξουσίας, «ούτε πιο νωρίς , ούτε πιο αργά» όπως έλεγε ο Λένιν.

Με αυτή την έννοια ούτε η εργατική τάξη και το κόμμα της, ούτε το κεφάλαιο με το κράτος του και τα κόμματά του μπορούν να προκαλέσουν ή να αποτρέψουν την εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης. Προφανώς η προηγούμενη δράση του κομμουνιστικού κόμματος , η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος μπορεί να επιδράσει στα στοιχεία εκδήλωσης της επαναστατικής κατάστασης. Όταν λοιπόν δημιουργείται επαναστατική κατάσταση, ο βαθμός ανάπτυξης της κινητοποίησης της εργατικής τάξης που λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις και αποτελεί απότομη στροφή στη ταξική πάλη, είναι ένα αντικειμενικό στοιχείο που πρέπει να το υπολογίσει το κόμμα, ώστε η επαναστατική κατάσταση να οδηγήσει στην επανάσταση.

Ο Λένιν, στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού του 20ου αιώνα πρόβλεψε την δυνατότητα να διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση πιο εύκολα σε κάποια λιγότερο ανεπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία όπως η Τσαρική Ρωσία , η δυνατότητα μετατροπής της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε προλεταριακή όπως και έγινε. Αυτό σε αντίθεση με την πρόβλεψη των Μάρξ - Ενγκελς που προσέβλεπαν στη δυνατότητα μετεξέλιξης της αστικής επανάστασης (του1848) στις πρωτοπόρες καπιταλιστικές χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία) σε σοσιαλιστική, σε συνδυασμό με νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε Αγγλία και ΗΠΑ.

Ο Λένιν κατέληξε στο συμπέρασμα για το αδύνατο της ταυτόχρονης εκδήλωσης της σοσιαλιστικής επανάστασης σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και υποστήριξε τη δυνατότητα νίκης της σε αυτή ή αυτές τις χώρες που θα αποτελέσουν τον «αδύνατο κρίκο» του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Η σοσιαλιστική επανάσταση στην μια ή στην άλλη χώρα δεν είναι απομονωμένο φαινόμενο, «κεραυνός εν αιθρία». Συνδέεται με διεργασίες που συντελούνται στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, κάπου όμως οδηγούν ταχύτερα στην όξυνση της ταξικής πάλης . Όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά η σοσιαλιστική επανάσταση επιδρά γενικότερα στην ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος σε διεθνές επίπεδο.

Το προλεταριάτο και η πρωτοπορία του στη χώρα που εκδηλώνεται η σοσιαλιστική επανάσταση πραγματοποιούν το «εθνικό» τους καθήκον «ξεμπερδεύοντας με την αστική τάξη της χώρας τους», συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην υπόθεση της παγκόσμιας επανάστασης.

Ο Λένιν στο έργο του, «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» αναφέρει:

«Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και με στρατιωτική δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους»[25].

Για, παράδειγμα, όλο το πλέγμα των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων πήρε τεράστιες διαστάσεις κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Λένιν τον χαρακτήρισε σαν τον μεγάλο «σκηνοθέτη», που εξασθένησε το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, έδωσε τη δυνατότητα να διασπαστεί στα 1917 το μέτωπο του ιμπεριαλισμού στην τσαρική Ρωσία.

Σε μια σειρά έργα του ο Λένιν εξήγησε γιατί στη Ρωσία ήταν πιο εύκολο να σπάσει ο αδύνατος κρίκος και να αρχίσει η επανάσταση απ' ότι στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού:

«Μας ήταν πιο εύκολο, πρώτο, γιατί η ασυνήθιστη για την Ευρώπη του 20ου αιώνα πολιτική καθυστέρηση της τσαρικής μοναρχίας έδινε εξαιρετική δύναμη στην επαναστατική πίστη των μαζών. Δεύτερο, γιατί η καθυστέρηση της Ρωσίας συνένωσε κατά πρωτότυπο τρόπο την προλεταριακή επανάσταση ενάντια στους τσιφλικάδες..... Τρίτο, γιατί η επανάσταση του 1905 έκανε εξαιρετικά πολλά για την πολιτική εκπαίδευση των μαζών των εργατών και αγροτών... Τέταρτο, γιατί οι γεωγραφικές συνθήκες της Ρωσίας της επέτρεπαν να κρατηθεί περισσότερο από άλλες χώρες ενάντια στην στρατιωτική υπεροχή των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών.... Πέμπτο, γιατί η ιδιόμορφη στάση του προλεταριάτου απέναντι στην αγροτιά διευκόλυνε το πέρασμα από την αστική στη σοσιαλιστική επανάσταση.... Έκτο, γιατί το πολύχρονο σχολείο της απεργιακής πάλης και η πείρα του ευρωπαϊκού μαζικού εργατικού κινήματος διευκόλυναν την εμφάνιση, σε μια περίοδο που είχαμε βαθιά και γρήγορα οξυμένη επαναστατική κατάσταση, μιας τέτοιας ιδιότυπης μορφής προλεταριακής επαναστατικής οργάνωσης, όπως τα Σοβιέτ»[26].

Στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, π.χ. Αγγλία , Γερμανία σημειώνει ο Λένιν είναι πιο δύσκολο να αρχίσει η επανάσταση γιατί είναι ιδιαίτερα ισχυρό και «πολιτισμένο» το αστικό καθεστώς και η εργατική τάξη ζει σε συνθήκες «πολιτισμένης» σκλαβιάς, αλλά θα είναι ευκολότερο να επιτελεστεί το έργο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

2. ΟΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η επαναστατική κατάσταση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επανάσταση όμως καθεαυτή δεν οδηγεί στην εκδήλωσή της, πολύ περισσότερο στη νίκη της επανάστασης.

Στη Δυτική Ευρώπη το 1918-20 σε μια σειρά χώρες υπήρχαν οι απαραίτητες αντικειμενικές προϋποθέσεις για την επανάσταση, οι κομμουνιστές εκτιμούσαν την ύπαρξη επαναστατικής κρίσης στην Ευρώπη. Ομως η σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί ή να νικήσει.

«....Κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί στην επανάσταση»[27], έγραφε ο Λένιν, «...Δεν γεννά κάθε επαναστατική κατάσταση επανάσταση, αλλά μόνο μια τέτοια κατάσταση, όπου οι αντικειμενικές αλλαγές... συνενώνονται με τις υποκειμενικές αλλαγές και συγκεκριμένα: με την ικανότητα της επαναστατικής τάξης να αναλάβει επαναστατική μαζική δράση, αρκετά ισχυρή, ώστε να τσακίσει (ή να εξασθενίσει σημαντικά) την παλιά κυβέρνηση που ποτέ, ακόμη και στην εποχή κρίσεων, δεν «πέφτει», αν δεν την «ρίξουν»»[28].

Τα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και μέσα στην κρίση που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, η εργατική τάξη στη Δυτική Ευρώπη δεν μπόρεσε να νικήσει την κυριαρχία του κεφαλαίου. Ο υποκειμενικός παράγοντας, πρώτα απ' όλα το Κόμμα της εργατικής τάξης, δεν ήταν ώριμο γιατί σε μια σειρά χωρών της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, είχε διαβρωθεί από τον οπορτουνισμό, τη σοσιαλδημοκρατική προδοσία.

Η πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης είναι αδύνατη, αν δεν εξασφαλιστεί η ενότητα των αντικειμενικών και των υποκειμενικών προϋποθέσεων. Αυτό το σημαντικό λενινιστικό συμπέρασμα το επιβεβαίωσε πολλές φορές η ιστορία.

Μιλώντας για το περιεχόμενο της έννοιας «υποκειμενικός παράγοντας της επανάστασης», ο Λένιν επεσήμανε τρεις κύριες πλευρές.

Η πρώτη και καθοριστική πλευρά είναι η ανάγκη ύπαρξης ενός μαχητικού επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος:

Ενα κομμουνιστικό κόμμα που πρώτ' απ' όλα θα πρέπει να καθοδηγείται, να εφαρμόζει δημιουργικά και να αναπτύσσει την μαρξιστική-λενινιστική θεωρία να την εμπλουτίζει με τα διδάγματα της ταξικής πάλης. Γιατί χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη. Το Κόμμα να αναπτύσσει σταθερό ιδεολογικό μέτωπο στην αστική ιδεολογία και τον οπορτουνισμό.

Χρειάζεται επίσης να διαμορφώνει πρόγραμμα, δηλαδή επαναστατική στρατηγική ερμηνεύοντας αντικειμενικά τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές εγχώριες και διεθνείς συνθήκες. Η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος τα τελευταία 60-70 χρόνια αναδεικνύει ότι στο πρόγραμμα θα πρέπει να ξεκαθαρίζεται με σαφήνεια ο χαρακτήρας της επανάστασης ως σοσιαλιστικής, ο στρατηγικός στόχος του σοσιαλισμού ως πρώτης βαθμίδας του κομμουνισμού. Η διατύπωση των βασικών χαρακτηριστικών της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ο χαρακτήρας της εξουσίας της ως δικτατορία του προλεταριάτου, το οικονομικό της περιεχόμενο ως κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Πολύ πριν τη διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης να επιλέγεται η σωστή πολιτική συμμαχιών, η σύνδεση της με το στρατηγικό στόχο, λαμβάνοντας υπ' όψιν το κάθε φορά επίπεδο του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων και της ταξικής συνείδησης. Να ξεκαθαρίζεται ότι το Κόμμα είναι σε ετοιμότητα να αξιοποιήσει όλες τις μορφές πάλης ανάλογα με τις συνθήκες ανάπτυξης της ταξικής πάλής.

Στην Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90 χρόνια του ΚΚΕ, συμπυκνώνονται ανάλογα χρήσιμα συμπεράσματα από την ιστορία του ίδιου του ΚΚΕ του επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα:

«Τις ημέρες της απελευθέρωσης από τους Γερμανούς (12 Οκτώβρη 1944) στην Ελλάδα είχε διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση. Ταυτόχρονα το ΕΑΜ κυριαρχούσε, ενώ ο αστικός κρατικός μηχανισμός ήταν σμπαραλιασμένος. Η αστική κυβέρνηση που είχε δημιουργηθεί βρισκόταν στην Αίγυπτο και οι Εγγλέζοι δεν είχαν καταφθάσει ακόμα στην Ελλάδα.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το Κόμμα μας, παρά την τεράστια συνεισφορά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του, δεν μπόρεσε να διαμορφώσει τη στρατηγική που θα οδηγούσε προς την επαναστατική επίλυση του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας και τότε ακόμη, ιδίως μετά το 1943, που οι συνθήκες επέβαλαν να θέσει το ζήτημα της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας. Ετσι, οδηγήθηκε στην υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο εγγλέζικο στρατηγείο της Μ. Ανατολής (5 Ιούλη 1943) και αργότερα στις συμφωνίες του Λιβάνου (20 Μάη 1944) και της Καζέρτας (26 Σεπτέμβρη 1944), για να διατηρήσει και να διευρύνει την «εθνική ενότητα». Δε διαμόρφωσε τις υποκειμενικές προϋποθέσεις μιας πορείας που, ανάλογα και με άλλους παράγοντες, μπορούσε να οδηγήσει στη νίκη»[29].

Το Κόμμα κρίνεται στην ικανότητα του να υπηρετεί τη στρατηγική του μέσα από την καθημερινή του δράση, μέσα από την προσπάθεια επίτευξης επιμέρους στόχων. Να κατακτά την ικανότητα σύνδεσης με τις μάζες, να δρα πρωτοπόρα στους αγώνες της εργατικής τάξης, να δημιουργεί γερούς αγωνιστικούς δεσμούς με αυτή χωρίς όμως να υποτάσσεται στη συνείδηση των μαζών.

Να έχει οργάνωση και λειτουργία που διασφαλίζει την ιδεολογικοπολιτική του ενότητα, την ενιαία θέληση και δράση του κόμματος να μην συμβιβάζεται με τον οπορτουνισμό στις γραμμές του, γενικά να τον πολεμά, να αντιμετωπίζει κάθε προσπάθεια ενσωμάτωσης και προσαρμογής του στο καπιταλιστικό σύστημα.

Για τον καθοριστικό ρόλο του κόμματος στη νικηφόρα πορεία της Οκτωβριανής Επανάστασης, και τα διδάγματα από τον ηγετικό του ρόλο στην εργατική τάξη, ο Λένιν έγραφε: «Χωρίς μια εξαιρετικά σοβαρή και ολόπλευρη προετοιμασία του επαναστατικού τμήματος του προλεταριάτου για την εξοστράκιση και τη συντριβή του οπορτουνισμού είναι ανόητο και να σκέπτεται... Οι μπολσεβίκοι είχαν με το μέρος τους, όχι μόνο την πλειοψηφία του προλεταριάτου, όχι μόνο την ατσαλωμένη μέσα στη μακρόχρονη και πεισματική πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου. Είχαν αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε τη στρατιωτική ορολογία, μια ισχυρή «δύναμη κρούσης» στις πρωτεύουσες.

Να έχεις στην αποφασιστική στιγμή, στο αποφασιστικό σημείο συντριπτική υπεροχή δυνάμεων -αυτός ο «νόμος» των πολεμικών επιτυχιών. Είναι επίσης νόμος και της πολιτικής επιτυχίας, ιδίως σε ένα τέτοιο σκληρό, έντονο πόλεμο των τάξεων, που λέγεται επανάσταση»[30].

Η δεύτερη είναι ότι για τη νίκη της επανάστασης πρέπει «η πλειοψηφία των εργατών (ή πάντως η πλειοψηφία των συνειδητών, των σκεπτόμενων και των πολιτικά δραστήριων εργατών) να καταλάβει πέρα για πέρα την ανάγκη της επανάστασης και να είναι έτοιμη να βαδίσει στο θάνατο γι' αυτή...»[31]. Δηλαδή, η ετοιμότητα και η θέληση της εργατικής τάξης είναι ο πρώτος όρος.

Η εργατική τάξη ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του φτωχού λαού ξεχωρίζει ως η ηγετική, η κινητήρια δύναμη της σοσιαλιστικής επανάστασης.

«Η δύναμη το προλεταριάτου σε οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη απ' ότι το ποσοστό του προλεταριάτου στο σύνολο του πληθυσμού. Αυτό συμβαίνει, γιατί το προλεταριάτο κυριαρχεί οικονομικά στα κέντρα και στα νευραλγικά σημεία ολόκληρου του οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού και γιατί το προλεταριάτο, οικονομικά και πολιτικά εκφράζει τα πραγματικά συμφέροντα της τεράστιας πλειονότητας των εργαζομένων στον καπιταλισμό...»[32].

Η τρίτη πλευρά, που επισήμανε ο Λένιν, έγκειται στο ότι για την επιτυχία της επανάστασης δεν αρκούν μόνο η επαναστατική δράση της εργατικής τάξης και πολύ περισσότερο μονάχα της πρωτοπορίας της.

«Θα ήταν όχι απλώς ανοησία, αλλά και έγκλημα, να ρίξουμε την πρωτοπορία στην αποφασιστική μάχη, προτού όλη η τάξη, προτού οι πλατιές μάζες να έχουν πάρει θέση ανοιχτής υποστήριξης της πρωτοπορίας, ή τουλάχιστον ευμενούς ουδετερότητας απέναντι της και να έχουν δείξει ότι είναι εντελώς ανίκανες να υποστηρίξουν τον αντίπαλό τους»[33].

Με άλλα λόγια για τη νίκη της επανάστασης χρειάζεται όχι μονάχα μεγάλη δραστηριότητα της πλειοψηφίας των συνειδητών εργατών, αλλά και η υποστήριξη τους από την εργατική τάξη και από μέρους, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Μόνο το προλεταριάτο, μπορεί να ηγηθεί της πάλης για το σοσιαλισμό. Αντίθετα προς την αταλάντευτη εργατική τάξη, οι σύμμαχοι της, φτωχοί αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι, κατέχουν τέτοια θέση στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, που προκαθορίζει την ασυνέπεια και τις ταλαντεύσεις τους πάνω σε πολλά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Η πολιτική καθοδήγηση του προλεταριάτου, που μόνο αυτό μπορεί να εκφράζει τα συνολικά συμφέροντα των εργαζομένων, μπορεί και πρέπει να συνενώσει στην πάλη κατά των μονοπωλίων σημαντικά τμήματα του πληθυσμού από τις σκόρπιες, ταλαντευόμενες μάζες των μη προλεταριακών στρωμάτων.

Αυτό όμως δε σημαίνει ότι μέσα στην επαναστατική κατάσταση το προλεταριάτο θα μπορέσει να κατακτήσει την πλειοψηφία του πληθυσμού, αλλά τα πιο μαχητικά πρωτοπόρα τμήματα του, και τουλάχιστον να ουδετεροποιήσει κάποια άλλα.

Απαντώντας ο Λένιν στον Κάουτσκυ και τους οπορτουνιστές της Β΄ Διεθνούς, οι οποίοι κατηγορούσαν τους μπολσεβίκους, για παραβίαση της ιστορίας, για «εξέγερση μιας μειοψηφίας», έγραφε:

«Αυτή ακριβώς τη διαλεκτική ποτέ δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν οι προδότες, οι χοντροκέφαλοι και σχολαστικοί της Β΄ Διεθνούς: το προλεταριάτο δεν μπορεί να νικήσει, αν δεν κατακτήσει με το μέρος του την πλειοψηφία το πληθυσμού. Αλλά να περιορίζεις ή να εξαρτάς την κατάκτηση αυτή από την απόκτηση της πλειοψηφίας των ψήφων στις εκλογές μέσα σε συνθήκες της αστικής τάξης σημαίνει αθεράπευτη βλακεία η καθαρή εξαπάτηση των εργατών. Το προλεταριάτο, για να κατακτήσει την πλειοψηφία του πληθυσμού με το μέρος του, πρέπει, πρώτο, να ανατρέψει την αστική τάξη και να πάρει την κρατική εξουσία στα χέρια του. Πρέπει, δεύτερο, να εγκαθιδρύσει τη Σοβιετική εξουσία, κάνοντας θρύψαλα τον παλιό κρατικό μηχανισμό, υποσκάπτοντας έτσι, με μιας την κυριαρχία, το κύρος, την επιρροή της αστικής τάξης και των μικροαστών συμφιλιωτιστών μέσα στις μη προλεταριακές εργαζόμενες μάζες. Πρέπει, τρίτο, να εξαλείψει την επιρροή της αστικής τάξης και των μικροαστών συμφιλιωτιστών στην πλειοψηφία των μη προλεταριακών εργαζόμενων μαζών, ικανοποιώντας επαναστατικά τις οικονομικές τους ανάγκες σε βάρος των εκμεταλλευτών»[34].

Το προλεταριάτο μόνο όταν κατακτά την πολιτική εξουσία για να θεμελιώσει τον σοσιαλισμό, αποκτά τις πολιτικές και στην πορεία και τις οικονομικές προϋποθέσεις για να κερδίσει την πλειοψηφία του λαού.

Κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ



[1]Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 25-26, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[2]Κ. Μαρξ: «Πρόλογος» στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», σελ 7, εκδόσεις «Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης».

[3]Φρ. Ενγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», σελ. 212, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[4]Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 39-50, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[5]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 36, σελ. 7.

[6]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 31, σελ. 133.

[7]Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, Διαλεχτά Εργα, τόμος ΙΙ, σελ. 572-573.

[8]Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 36-37.

[9]Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 40.

[10]Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, Διαλεχτά Εργα, τόμος 1, σελ. 425.

[11]Κ. Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας» , εκδόσεις Αναγνωστίδη σελ 173

[12]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 26, σελ. 142.

[13]Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 3, σελ. 553, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[14]Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 3, σελ. 551, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[15]Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1, σελ. 787, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» .

[16]Β. Ι. Λένιν. «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 27, σελ. 392.

[17]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 27, σελ. 323.

[18]Δες άρθρο Μάκη Παπαδόπουλου: «Η κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού», ΚΟΜΕΠ 1/2008.

[19]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 27, σελ. 432.

[20]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 41, σελ. 425.

[21]Στις παραμονές του α΄ παγκοσμίου πολέμου υπήρχε για την εποχή σημαντική ανάπτυξη και συγκέντρωση της εργατικής τάξης στη Ρωσία: Υπολογιζόταν σε 15 εκατ. ο συνολικός αριθμός των εργατών, εκ των οποίων τα 4 εκατ. εργάτες βιομηχανίας και σιδηροδρομικοί. Επίσης υπολογιζόταν ότι από τους βιομηχανικούς εργάτες το 56,6% ήταν συγκεντρωμένο στις βιομηχανίες με 500 και πάνω εργαζόμενους.

Από την άποψη του μεριδίου στον παγκόσμιο όγκο βιομηχανικής παραγωγής κατείχε την 5η θέση και την 4η στο μερίδιο του ευρωπαϊκού. Βέβαια η περίοδος της βιομηχανικής ανόδου είχε αρχίσει στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ουαιώνα. ΟΙ κλάδοι μέσων παραγωγής αύξησαν την παραγωγή τους κατά 83% την περίοδο 1909-1913 (μέση ετήσια αύξηση 13%).

Ωστόσο η μεγάλη καπιταλιστική βιομηχανία ήταν συγκεντρωμένη σε έξη περιοχές: Κεντρική, Β/Δ (Πετρούπολης), Βαλτική, Νότια, Πολωνία, Ουράλια, στις οποίες ήταν συγκεντρωμένο περίπου το 79% των βιομηχανικών εργατών και παράγονταν το 75% της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής. Η Βαθύτατη ανισομετρία που χαρακτήριζε την οικονομία της Τσαρικής Ρωσικής Αυτοκρατορίας στις παραμονές του α΄ παγκοσμίου πολέμου αποτυπώνεται στα στατιστικά στοιχεία της εποχής, παρά την προβληματικότητά τους. Η εργατική τάξη μόλις προσέγγιζε το 20% του συνολικού πληθυσμού (από πηγή σε πηγή κυμαίνεται μεταξύ 17 - 19,5%). Οι μικροί εμπορευματοπαραγωγοί (αγρότες, χειροτέχνες, βιοτέχνες) αποτελούσαν το 66,7% και οι εκμεταλλεύτριες τάξεις το 16,3% (από αυτούς το 12,3% ήταν οι κουλάκοι).

Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, «Πολιτική Οικονομία», εκδόσεις Κυπραίου, 1960, σελ. 542.

Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 31, σελ. 183-185.

[22]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 45, σελ. 380.

[23]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 26, σελ. 220.

[24]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 14, σελ. 197.

[25]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 26, σελ. 362-363.

[26]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 38, σελ. 306-307.

[27]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 26, σελ. 220.

[28]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 26, σελ. 221.

[29]ΚΟΜΕΠ, τ.1, 2008

[30]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 40, σελ. 6.

[31]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 41, σελ. 70.

[32]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 40, σελ. 23.

[33]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 41, σελ. 77-78.

[34]Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 40, σελ. 14.

Τα όρια της προβοκάτσιας σε βάρος του ΠΑΜΕ


Δελτίο Τύπου

Τα όρια της προβοκάτσιας σε βάρος του ΠΑΜΕ αγγίζει η κίνηση κάποιων μηχανισμών με επικεφαλής έναν ονόματι Βιτάλη, να ονομάσει τη νεοϊδρυθείσα κίνησή του ΠΑΜΕ (Πατριωτικό Μέτωπο). Στην ουσία χρησιμοποιούν το λογότυπο του Πανεργατικού Μετώπου, του ταξικού κινήματος για να χτυπήσουν το οργανωμένο ταξικό κίνημα, για να αποπροσανατολίσουν τους εργαζόμενους, να τους μπερδέψουν.

Οι εργαζόμενοι γνωρίζουν καλά τη δράση, την ιστορία και τις θέσεις του ΠΑΜΕ, γιατί βρίσκεται κάθε μέρα στους χώρους δουλειάς, μέσα ή έξω από τα εργοστάσια, κοντά στις αγωνίες της εργατικής τάξης, για την οργάνωση της πάλης κατά της αντεργατικής πολιτικής. Λανσάρουν τις εθνικιστικές θέσεις των σχημάτων και κομμάτων που υπηρετούν το σύστημα, στο όνομα του ΠΑΜΕ.

Το ΠΑΜΕ καταγγέλλει αυτή την απαράδεκτη ενέργεια και τακτική. Καλεί τα συνδικάτα και τους εργαζόμενους σε επαγρύπνηση απέναντι σε υπονομεύσεις και προβοκάτσιες που στόχο έχουν τους αγώνες του λαού και των εργαζομένων που δυναμώνουν και έρχονται σε αντίθεση με τις πολιτικές που υπηρετούν το σύστημα.

Η απάντηση στους κύκλους που απεργάζονται προβοκάτσιες και σχέδια για να στηρίζουν το σύστημα είναι η ενδυνάμωση της καθημερινής πάλης των συνδικάτων και των εργαζομένων ενάντια στην Ε.Ε., το κεφάλαιο και τις πολιτικές δυνάμεις που το υπηρετούν. Είναι το δυνάμωμα της συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα για την ανατροπή αυτής της πολιτικής.

4 Ιουν 2010

¨ΜΙΑ ΠΟΡΝΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ:Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ¨

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΤΑΞΑΣ,¨Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΧΩΡΟΣ¨,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑ,ΣΕΛ.6

Το νέο αντιλαϊκό πρότυπο της πράσινης ανάπτυξης


Η σύγκλιση των απόψεων για τις θαυματουργές δυνατότητες της πράσινης οικονομίας είναι πράγματι εντυπωσιακή.

Ο πρωθυπουργός, Γ. Παπανδρέου, ο νέος πρόεδρος της ΝΔ, Αντ. Σαμαράς, και ένα πλήθος ομιλητών προσπάθησαν να μας πείσουν και από το βήμα του Συνεδρίου του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου ότι επιτέλους υπάρχει μια πρόταση που μπορεί να διασφαλίσει ταυτόχρονα τη φιλολαϊκή διέξοδο απ' την κρίση και την προστασία του περιβάλλοντος. Μια πρόταση που μπορεί να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας για να παραχθεί νέος πλούτος, ο οποίος «θα μοιράζεται δίκαια σε όλους», ενώ ταυτόχρονα θα συμβάλει στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η συγκεκριμένη πρόταση συνο

δεύτηκε από το αναμενόμενο προσκλητήριο ταξικής συνεργασίας για την επίτευξη του νέου εθνικού οράματος.

Το φαινόμενο δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Από την ΕΕ και το περιβόητο Σχέδιο Ανάκαμψης της Οικονομίας, μέχρι τον Πρόεδρο Ομπάμα στις ΗΠΑ και την ηγεσία του ΟΟΣΑ, όλοι μάς καλούν να βαδίσουμε στο νέο πράσινο μονόδρομο.

Προβάλλουν σαν νέα σανίδα σωτηρίας την κρατική χρηματοδότηση νέων πράσινων επενδύσεων στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, την παραγωγή νέων εμπορευμάτων με λιγότερο ρυπογόνα τεχνολογία (π.χ. πράσινα αυτοκίνητα), την επιβολή πράσινων φόρων.

Αν πιστέψει κανείς τις διακηρύξεις της ΕΕ και της κυβέρνησης, η επενδυτική στροφή στα νέα πράσινα προϊόντα και κλάδους θα οδηγήσει σε ένα δρόμο ανάπτυξης, που θα αφήσει οριστικά πίσω την περιοδική εκδήλωση της οικονομικής κρίσης. Τις ίδιες απατηλές υποσχέσεις ακούγαμε μια δεκαετία πριν για τη δυνατότητα της αειφόρου ανάπτυξης της Πληροφορικής και γενικότερα των κλάδων της «νέας οικονομίας» που θα έστελναν οριστικά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας την εκδήλωση της κρίσης.

Ο μύθος της διαρκούς ανάπτυξης και ευημερίας για όλους

Ο ισχυρισμός ότι η επένδυση σε νέους ανερχόμενους κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας μπορεί τάχα να ματαιώσει την περιοδική εκδήλωση της κρίσης, οφείλεται σε άγνοια, είτε σε συνειδητή προσπάθεια συσκότισης της βαθύτερης αιτίας της κρίσης υπερπαραγωγής, της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προσπαθεί να συγκαλύψει την πραγματική αιτία της κρίσης, την υποταγή της κοινωνικής παραγωγής στην καπιταλιστική ιδιοκτησία. Προσπαθεί να κρύψει το πραγματικό πρόσωπο ενός συστήματος, όπου το τι και πόσο θα παραχθεί κάθε φορά δεν καθορίζεται απ' τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά απ' το κυνηγητό του μεγαλύτερου, του πρόσθετου κέρδους.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο της καπιταλιστικής παραγωγής, κάθε επιχείρηση προσπαθεί όχι μόνο να διατηρήσει, αλλά και να επεκτείνει τη θέση της στην αγορά, να κερδίσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, εξασφαλίζοντας πρόσθετο κέρδος.

Κυνηγώντας το πρόσθετο κέρδος επιχειρεί επίσης να εισάγει σύγχρονες, πιο παραγωγικές μηχανές. Τα κεφάλαια που αξιοποιούν την καινοτόμα τεχνολογία αντλούν για ένα διάστημα πρόσθετα κέρδη έναντι των ανταγωνιστών, ώσπου η εφαρμογή της καινοτομίας γενικεύεται.

Ετσι, περιοδικά, μεγαλώνει η ανισομετρία μεταξύ τομέων και κλάδων της οικονομίας, η αναρχία της παραγωγής, η δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Ενισχύονται, δηλαδή, οι παράγοντες που οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της και εκδηλώνεται η κρίση.

Ο ίδιος ο χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής καθιστά αναπόφευκτη την εμφάνιση της κρίσης.

Το πρότυπο της πράσινης ανάπτυξης ούτε στοχεύει, ούτε μπορεί να αναιρέσει την αιτία που οδηγεί στην περιοδική εκδήλωση της κρίσης. Μια ματιά στο βάθος εκδήλωσης της κρίσης στη Γερμανία και την Ισλανδία, που προβλήθηκαν ως εμβλήματα πρωτοπόρας εφαρμογής των κατευθύνσεων της πράσινης οικονομίας, αρκεί για να προβληματίσει.

Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη πρόταση επιχειρεί να διαμορφώσει διέξοδο ικανοποιητικής κερδοφορίας για τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια. Στοχεύει στο να διαμορφώσει κίνητρα επενδύσεων, κίνητρα εισαγωγής και αξιοποίησης νέων τεχνολογιών για να δώσει προσωρινή ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Προωθεί νέες επενδύσεις που αγκαλιάζουν αρκετούς τομείς της οικονομίας απ' την ενέργεια και τη μεταποίηση μέχρι τις μεταφορές και τη βιομηχανία κατασκευών και διασφαλίζουν ένα ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο η αναγκαία χρηματοδότηση των προτεινόμενων μέτρων για την κλιματική αλλαγή στις αναπτυσσόμενες χώρες φτάνει τα 100 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το 2020.

Η νέα επενδυτική πρόταση της άρχουσας τάξης συνοδεύεται, φυσικά, με την προσπάθεια αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, επέκτασης των «μαύρων» εργασιακών σχέσεων ελαστικής - προσωρινής απασχόλησης, νέας αφαίρεσης ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Σχεδίου για την Ανάκαμψη της Οικονομίας αποδεικνύει ότι η βελτίωση της κερδοφορίας δε συμβαδίζει με τη βελτίωση της κατάστασης της εργατικής τάξης. Η ανεργία στην ΕΕ σημειώνει απανωτά ρεκόρ δεκαετίας, όπως και το ποσοστό των εργαζομένων που βρίσκεται κάτω από το επίσημο όριο της φτώχειας. Το 2010 αναμένεται περαιτέρω αύξηση του αριθμού των ανέργων, παρά την αναμενόμενη ανάκαμψη του ρυθμού ανάπτυξης στην ΕΕ.

Το σύνολο των δικαιωμάτων θυσιάζεται για να συγκρατηθεί η πτώση του ποσοστού κέρδους. Παράλληλα, μεθοδεύεται η αφαίμαξη του λαϊκού εισοδήματος για να διασφαλισθεί η πρόσθετη κρατική χρηματοδότηση των πράσινων μονοπωλιακών ομίλων. Αφαίμαξη που περιλαμβάνει πράσινους φόρους και νέα πράσινα τέλη στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος. Στη Δανία, που έχει ανακηρυχθεί από τον Γ. Παπανδρέου πρότυπο της πράσινης ανάπτυξης, επικρατεί πλήρης «απελευθέρωση» των απολύσεων, ελαχιστοποίηση των κρατικών ασφαλιστικών εισφορών και το υψηλότερο ευρωπαϊκό ποσοστό συμμετοχής περιβαλλοντικών φόρων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων.

Στην πραγματικότητα, στο μόνο που μπορεί να συμβάλει το συγκεκριμένο πρότυπο είναι σε μια προσωρινή ανάκαμψη των ρυθμών κερδοφορίας και καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία θα στηριχθεί στη συνεχή προσπάθεια συμπίεσης της τιμής της εργατικής δύναμης, στην αύξηση της σχετικής εξαθλίωσης της εργατικής τάξης, συγκριτικά με τον αυξανόμενο πλούτο που παράγεται. Οι εργαζόμενοι γνωρίζουν απ' την πείρα τους ότι ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης και κερδοφορίας πριν την εκδήλωση της κρίσης διασφαλίστηκε με τη συνεχή επίθεση και αφαίρεση δικαιωμάτων και κατακτήσεων.

Περί συγκριτικών πλεονεκτημάτων του ελληνικού καπιταλισμού

Οι αντιλαϊκές αυτές κατευθύνσεις έχουν ήδη εξειδικευτεί στη χώρα μας απ' την προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ και προωθούνται με ταχύτητα απ' το ΠΑΣΟΚ. Ο νέος πακτωλός κρατικής χρηματοδότησης, μέσα από το ΕΣΠΑ, τον Αναπτυξιακό Νόμο, τις ΣΔΙΤ, έχει χρωματιστεί πλέον πράσινος.

Οι πράσινοι ιδιώτες επενδυτές στις ΑΠΕ διασφαλίζουν παχυλές κρατικές επιδοτήσεις, ενώ το κράτος δεσμεύεται να αγοράζει το «πράσινο» ρεύμα σε πανάκριβες τιμές, σε σχέση με το μέσο κόστος ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ ΑΕ.

Αντίστοιχα ορατές είναι και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους από τη συντονισμένη - συνδυασμένη επίθεση διαρκείας σχετικά με το Ασφαλιστικό, την επέκταση των ελαστικών σχέσεων προσωρινής απασχόλησης, τη μείωση των πραγματικών μισθών, την αύξηση της έμμεσης φορολογίας, τα αυξημένα πράσινα τέλη για τα παλιότερα ρυπογόνα ΙΧ.

Αυτό που δεν είναι εξίσου φανερό αφορά τις μακροπρόθεσμες συνέπειες απ' τη στροφή στην κρατική στήριξη κλάδων που έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα για την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Στην πράξη θα επιταχυνθεί η συρρίκνωση κλάδων και τομέων που έχουν στρατηγική σημασία για την εγχώρια κάλυψη βασικών λαϊκών αναγκών, όπως της αγροτικής παραγωγής, της ναυπηγικής βιομηχανίας, της κλωστοϋφαντουργίας - ένδυσης. Θα οξυνθεί η ανισότητα στην ανάπτυξη περιοχών και τομέων της οικονομίας.

Το συγκεκριμένο πρότυπο απεξάρτησης απ' τα ορυκτά καύσιμα υποβαθμίζει ήδη στον ενεργειακό σχεδιασμό τη σημασία διερεύνησης πιθανών κοιτασμάτων πετρελαίου στο Αιγαίο, καθώς και τη σημαντική δυνατότητα αξιοποίησης της εγχώριας παραγωγής λιγνίτη την επόμενη εικοσαετία με κατάλληλη χωροθέτηση και σύγχρονη, φιλικότερη στο περιβάλλον τεχνολογία. Καταργεί τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής για αρκετά νησιά του Αιγαίου και δρομολογεί την ηλεκτροδότησή τους από την Τουρκία τις περιόδους που τα προβλεπόμενα Αιολικά Πάρκα θα είναι εκτός λειτουργίας.

Ενισχύει κατευθύνσεις όπως του «ποιοτικού τουρισμού», των ξενοδοχείων πολυτελείας σε βάρος της κάλυψης των αναγκών της λαϊκής οικογένειας για διακοπές.

Το νέο αναπτυξιακό πρότυπο υπονομεύει επίσης τις μελλοντικές δυνατότητες της λαϊκής εξουσίας να στηριχθεί σε σημαντικούς κλάδους και τομείς της εγχώριας παραγωγής για την κάλυψη βασικών λαϊκών αναγκών.

Ουσιαστική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής;

Μήπως τουλάχιστον το συγκεκριμένο πρότυπο συμβάλλει ουσιαστικά στην προστασία του περιβάλλοντος; Διασφαλίζει έστω την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής γύρω απ' την οποία τα ιμπεριαλιστικά κέντρα έχουν σκόπιμα περιορίσει τον προβληματισμό για τα προβλήματα του περιβάλλοντος;

Στην ουσία, η πρόταση της πράσινης ανάπτυξης συσκοτίζει τη βασική αιτία που γεννά και διογκώνει τα σχετικά προβλήματα, την άναρχη καπιταλιστική ανάπτυξη με κριτήριο το κέρδος. Ο ανταγωνισμός των ομίλων για τη διασφάλιση πρόσθετου κέρδους κρύβεται πίσω απ' τη ρυπογόνα δράση επιχειρήσεων, τη μόλυνση του νερού και του αέρα, τα διατροφικά εγκλήματα, τα βιομηχανικά ατυχήματα μεγάλης έκτασης. Η εμπορευματοποίηση της γης πυροδοτεί τους εκτεταμένους εμπρησμούς δασικών εκτάσεων.

Στη συνέχεια, αναθέτει στην καπιταλιστική αγορά να δώσει λύσεις στα προβλήματα που η ίδια δημιουργεί, σύμφωνα με τα στρατηγικά της συμφέροντα. Ετσι η δυνατότητα της νέας τεχνολογίας για την προστασία του περιβάλλοντος ελαχιστοποιείται και ακυρώνεται απ' την αξιοποίηση της τεχνολογίας με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος. Για παράδειγμα, στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος, ιδιωτικοί όμιλοι διασφαλίζουν άδειες για επενδύσεις μεγάλης κλίμακας αιολικών πάρκων που καταστρέφουν δασικές εκτάσεις.

Στο έδαφος της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής οξύνονται σήμερα οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ξεδιπλώνονται νέα σχέδια άμεσων και έμμεσων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων. Εντείνεται η διαπάλη μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, ΕΕ, Ρωσίας, για τον καθορισμό στόχων, την επιβολή δεσμεύσεων, τους μηχανισμούς ελέγχου και τον επιμερισμό των βαρών χρηματοδότησης των πράσινων πολιτικών μπροστά στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης.

Το θέμα χαρακτηρίζεται πλέον σαν ζήτημα διεθνούς ασφάλειας και προωθούνται πλαίσια ελέγχου απ' τα ιμπεριαλιστικά κέντρα της ροής της μετανάστευσης, των υδάτινων πόρων, των ενεργειακών πηγών.

Οξύνεται ο ανταγωνισμός για τις πηγές ενέργειας που θα κυριαρχήσουν στο «ενεργειακό μείγμα» την επόμενη εικοσαετία σε κάθε ιμπεριαλιστικό κέντρο. Η ΕΕ που υστερεί έναντι της Ρωσίας και των ΗΠΑ στο γεωπολιτικό έλεγχο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου εστιάζει στις ΑΠΕ.

Επιχειρείται, επίσης, η αξιοποίηση του θέματος για την εισαγωγή «πράσινων» προστατευτικών φραγμών σε προϊόντα της Κίνας και της Ινδίας που χαρακτηρίζονται ρυπογόνας τεχνολογίας.

Η πραγματική διέξοδος

Η διέξοδος για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών βρίσκεται στον αντίποδα του νέου προτύπου ανάπτυξης που προτείνει η ΕΕ και η κυβέρνηση με την πλήρη στήριξη της ΝΔ. Η συνδυασμένη και συντονισμένη επίθεση της άρχουσας τάξης στα λαϊκά δικαιώματα υπογραμμίζει την ανάγκη να κλιμακωθεί ο αγώνας προς τη μόνη εναλλακτική διέξοδο για το λαϊκό συμφέρον απ' την καπιταλιστική κρίση: Την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, την επιβολή της κοινωνικής ιδιοκτησίας τους για την κατανομή τους στην παραγωγική διαδικασία με κεντρικό σχεδιασμό που στοχεύει στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Ετσι μπορεί να διασφαλισθεί και η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, για παράδειγμα, ο ενιαίος κρατικός φορέας ενέργειας θα επιλέγει με γνώμονα τη λαϊκή ευημερία ποιες πηγές ενέργειας θα αξιοποιηθούν, σε ποιες αναλογίες, πού και πότε θα χωροθετηθούν οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, με ποια τεχνολογία παραγωγής κ.λπ.

Για να ανοίξει ο δρόμος γι' αυτήν την ελπιδοφόρα προοπτική δυναμώνουμε την ταξική πάλη, πολιτικοποιούμε τον οικονομικό αγώνα σήμερα με αφετηρία το στόχο να πληρώσουν την κρίση τα μονοπώλια.

Αποκαλύπτουμε ότι καμιά πράσινη πρόταση δεν μπορεί να μεταμορφώσει τον αντιλαϊκό χαρακτήρα του καπιταλισμού.

Καλούμε τους εργαζόμενους να βαδίσουν τον ελπιδοφόρο δρόμο της λαϊκής αντεπίθεσης, που οδηγεί στην ανατροπή του συστήματος που γεννά την κρίση, την ανεργία, τη φτώχεια και τη ρύπανση του περιβάλλοντος.

Του
Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*
*Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας

Στόχος της να δέσει χειροπόδαρα τους λαούς

ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ

Απάντηση στις προκλήσεις του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έδωσε χτες ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ Γ. Τούσσας, μιλώντας σε συνεδρίαση της ελληνικής Βουλής


Να νομιμοποιήσει στη συνείδηση του λαού τον εργασιακό μεσαίωνα και το τσαλαπάτημα των εργατικών κατακτήσεων στις χώρες - μέλη της ΕΕ προσπάθησε χτες ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,Γέρζι Μπούζεκ, αξιοποιώντας γι' αυτό το σκοπό το βήμα της κοινής συνεδρίασης των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Εξωτερικών και Οικονομίας της ελληνικής Βουλής, με αντικείμενο το ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας.

Αναφερόμενος στα αντιλαϊκά πακέτα που προωθούν οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου στο όνομα των ελλειμμάτων και του χρέους, ο Γέρζι Μπούζεκ ισχυρίστηκε ότι «οι ευθύνες μας ως βουλευτές είναι να εξηγήσουμε στους πολίτες ότι αυτά τα μέτρα είναι αναγκαία».

Για να δικαιολογήσει μάλιστα τη θέση του, επιστράτευσε τα «παράσημα» που κληροδότησε στους αντεπαναστάτες της Πολωνίας η καπιταλιστική παλινόρθωση, λέγοντας για τη χώρα από την οποία κατάγεται: «Πριν από 20 χρόνια, πετύχαμε την ελευθερία μας και προσφύγαμε στη Δύση. Κάναμε τις μεταρρυθμίσεις μας από την αρχή. Για παράδειγμα, 22.000 χιλιάδες ανθρακωρύχοι έχασαν τη δουλειά τους, αλλά ήταν απαραίτητο να γίνει».

Δεν παρέλειψε μάλιστα να προτρέψει το αντιλαϊκό μπλοκ στην Ελλάδα «να ακολουθήσετε τις μεταρρυθμίσεις που ψηφίσατε», ενώ παρουσιάζοντας την εικόνα των εργαζομένων στην ΕΕ υποστήριξε προκλητικά ότι «πρέπει να εργαζόμαστε περισσότερο, να περικόψουμε τις διακοπές και τις άδειες και να αποταμιεύουμε για να έχουμε σύνταξη».

Με άλλα λόγια, να δουλεύουν οι εργαζόμενοι μέχρι τον τάφο, μέσα σε εξαντλητικές συνθήκες, για να γίνουν τα ευρωενωσιακά μονοπώλια τα πιο ανταγωνιστικά σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως προβλέπει και η νέα στρατηγική της ΕΕ. Το στόχο αυτό υπηρετεί από πολιτική σκοπιά και η Συνθήκη της Λισαβόνας, η μετεξέλιξη δηλαδή του «ευρωσυντάγματος».

Αντιδραστική εξέλιξη σε βάρος των λαών

Απάντηση στις προκλήσεις έδωσε εκ μέρους του ΚΚΕ ο ευρωβουλευτής του Κόμματος Γ. Τούσσας, ο οποίος ξεκίνησε την παρέμβασή του καταδικάζοντας τη δολοφονική επίθεση του ισραηλινού στρατού στη νηοπομπή αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη.

Μιλώντας για την ουσία της Λισαβόνας, είπε ότι «αποτελεί αντιδραστική εξέλιξη σε βάρος των λαών. Συνιστά εμβάθυνση της Συνθήκης του Μάαστριχτ και των 4 ελευθεριών του κεφαλαίου που αυτή θεμελίωσε, προβλέποντας ταυτόχρονα τα πολιτικά και οικονομικά μέσα για την προώθηση των στρατηγικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, για τη διασφάλιση και αύξηση των κερδών των μονοπωλίων και την ενίσχυση της εξουσίας του κεφαλαίου. Είναι το "ευρωσύνταγμα" που εμφανίστηκε με άλλο περιτύλιγμα για να εξαπατηθούν οι ευρωπαϊκοί λαοί».

Οσον αφορά στον ισχυρισμό περί «αναβάθμισης των εθνικών Κοινοβουλίων», που επικαλέστηκε ο Γέρζι Μπούζεκ, ο Γ. Τούσσας το χαρακτήρισε «χοντροκομμένο αστείο», λέγοντας ότι έχουν «συμβουλευτικό ρόλο με δύο στόχους: Να ρίξουν στάχτη στα μάτια των λαών και να εμπλέξουν το σύνολο του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης στη χειραγώγηση του εργατικού κινήματος».

Οσον αφορά στις εξελίξεις στην οικονομία, ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ έκανε λόγο για «όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στο εσωτερικό της ΕΕ» και για «ένταση της ανισομετρίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης ανάμεσα στις χώρες - μέλη που δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα στις ήδη οξυμένες δυσκολίες αστικής διαχείρισης».

Πρόσθεσε ότι τα μέτρα που λαμβάνονται δεν έχουν στόχο την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων αλλά «αποτελούν ενιαία στρατηγική του κεφαλαίου».

Με σημαία τον αντικομμουνισμό

Επισήμανε ακόμα ότι αυτές οι πολιτικές γεννούν αντιδράσεις «γι' αυτό οι δυνάμεις του κεφαλαίου στην ΕΕ επιστρατεύουν και πρωτοστατούν στον χυδαίο αντικομμουνισμό. Στην παραχάραξη της Ιστορίας με την εξίσωση του φασισμού-ναζισμού με τον κομμουνισμό, στη συκοφάντηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των επιτευγμάτων της, στη λασπολογία και στις διώξεις ενάντια στα κομμουνιστικά κόμματα, στην ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας».

Ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ προκάλεσε ευθέως τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μιλώντας για την «προκλητική ενέργεια της πολωνικής κυβέρνησης να απαγορεύσει τη χρήση των κομμουνιστικών συμβόλων στην Πολωνία, ποινικοποιώντας την κομμουνιστική ιδεολογία με νόμο που ενεργοποιείται στις 8 Ιούνη του 2010».

Θύμισε μάλιστα ότι «αυτές οι πρακτικές έρχονται σε συνέχεια ανάλογων στις χώρες της Βαλτικής και στην Ουγγαρία». Στη δευτερολογία του, κατά το αναμενόμενο, ο Γ. Μπούζεκ απέφυγε να τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο θέμα.

Σε δηλώσεις του στον «Ρ», σχολιάζοντας τη συνεδρίαση, ο Γ. Τούσσας σημείωσε ότι «το μήνυμα που εξέπεμψε το ΚΚΕ από την Ακρόπολη, "Λαοί της Ευρώπης ξεσηκωθείτε", ακούγεται σήμερα στους δρόμους της Μαδρίτης, του Παρισιού, του Βουκουρεστίου. Αύριο θα αντηχεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η ιστορική εξέλιξη δε σταματά, συνεχίζουμε, έχοντας εμπιστοσύνη ότι η ταξική πάλη αποτελεί κινητήρια δύναμη».

Ολοκληρώνεται το ξεπούλημα

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Ενέργεια, λιμάνια, αεροδρόμια, σιδηρόδρομοι, οδικοί άξονες, φυσικό αέριο, νερό, τουριστικές υποδομές, ακίνητα του δημοσίου, παραδίνονται σε ιδιώτες

Με ένα νέο κύμα ιδιωτικοποιήσεων, που αγγίζει τα όρια του πλιάτσικου, επιχειρεί η κυβέρνηση να δημιουργήσει ζωτικό χώρο για την κερδοφόρα δράση του κεφαλαίου. Αυτό προκύπτει από τις χτεσινές κυβερνητικές διακηρύξεις για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και κρατικών υποδομών, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας που έχει απομείνει μετά την λαίλαπα των ιδιωτικοποιήσεων που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ την τελευταία 20ετία. Μια περίοδος που οδήγησε την παράδοση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, έχει την φιλοδοξία, να είναι και η τελευταία, η οποία θα κλείσει το κεφάλαιο των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα, ξεπουλώντας, ό,τι δεν πρόλαβαν να παραχωρήσουν σε ιδιώτες οι προκάτοχοί της.

Ενέργεια, λιμάνια, αεροδρόμια, σιδηρόδρομοι, οδικοί άξονες, φυσικό αέριο, νερό, τουριστικές υποδομές, ακίνητα του δημοσίου, όλα βγαίνουν στο σφυρί.

Με άλλα λόγια ξεπουλιούνται τα πάντα! Και με διαδικασίες που να επιτρέπουν στους ιδιώτες - λόγω της κρίσης που διέρχεται σήμερα η κεφαλαιαγορά - να συμμετάσχουν στο γενικό αυτό πλιάτσικο. Και το νέο αυτό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, στρέφεται ευθέως κατά του ελληνικού λαού, ο οποίος, πέρα από την απώλεια περιουσιακών στοιχείων που του ανήκουν, θα πληρώσει πανάκριβα τις ιδιωτικές υπηρεσίες, ενώ η όλη αυτή διαδικασία, θα συνοδευτεί με απολύσεις, μειώσεις αποδοχών και ανατροπές των εργασιακών σχέσεων.

Φθηνοί εργάτες, ακριβές υπηρεσίες και υψηλά κέρδη, είναι και πάλι το τρίπτυχο που εφαρμόζουν και πάλι το καπιταλιστικό κράτος και οι ιδιώτες επιχειρηματίες, σε μία προσπάθεια εξόδου του ελληνικού καπιταλισμού από την κρίση.

Το νέο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, συζητήθηκε χθες σε άτυπο Υπουργικό Συμβούλιο, ενώ το μεσημέρι δόθηκε συνέντευξη Τύπου στο υπουργείο Οικονομικών, με τη συμμετοχή των υπουργών Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων Δ. Ρέππα, Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής Τ. Μπιρμπίλη, Πολιτισμού Τουρισμού Π. Γερουλάνου, ενώ δεν προσήλθε η υπουργός Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας Λ. Κατσέλη, η οποία ήταν στη Βουλή.

Οπως προκύπτει από την συνέντευξη, αλλά και τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Οικονομικών, στο σφυρί βγαίνουν:

Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος: Τον Ιούνη θα δοθεί στη δημοσιότητα το πρόγραμμα «εξυγίανσης», το οποίο θα προβλέπει την πώληση του 49% της ΤΡΕΝΟΣΕ σε «στρατηγικό επενδυτή»με την εκχώρηση και του management. Παράλληλα, θα συσταθεί ειδικά εταιρεία, στην οποία θα παραχωρηθούν σταθμοί και ακίνητα του Οργανισμού, προκειμένου να παραδοθούν σε ιδιώτες, μέσω συμβάσεων παραχώρησης. Από τους νυν εργαζόμενους, θα παραμείνουν, μετά από αξιολόγηση (;) ένα μέρος, ενώ οι υπόλοιποι θα μεταταγούν σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου. Προβλέπεται κατάργηση δρομολογίων, αύξηση εισιτηρίων, αλλά και η δημιουργία εμπορευματικών σταθμών στο Θριάσιο Πεδίο και στη Θεσσαλονίκη, τα οποία επίσης θα παραδοθούν σε ιδιώτες, μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων. Θυμίζουμε πως ένας από τους μνηστήρες του ΟΣΕ και του Θριάσιου Πεδίου, είναι η κινεζική COSCO, που ήδη έχει βάλει πόδι στο λιμάνι του Πειραιά.

ΔΕΗ - ΔΕΠΑ: Μέσα στο καλοκαίρι θα προωθηθεί νομοσχέδιο για το άνοιγμα της χονδρικής και λιανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στις ιδιωτικές εταιρείες. Διαχωρίζονται οι εταιρείες ΔΕΠΑ και ΔΕΣΦΑ. Ο διαχωρισμός των δικτύων μεταφοράς και διανομής, μέσω εταιρειών (ΔΕΣΜΗΕ, ΔΕΣΦΑ κλπ.) ανεξάρτητων από τη ΔΕΗ και τη ΔΕΠΑ, στις οποίες θα μπορούν να συμμετέχουν και ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγοί και έμποροι φυσικού αερίου, είναι ουσιαστικά το λεγόμενο τρίτο ενεργειακό πακέτο της ΕΕ, στο οποίο αναφέρεται η κυβέρνηση. Σκοπός του μεγάλου κεφαλαίου είναι να ελέγχει υπέρ της κερδοφορίας του τις υποδομές που δημιουργήθηκαν από τον ελληνικό λαό με αμύθητο κόστος, που κανένας ιδιώτης δεν θα επωμιζόταν. Η αναφορά σε «θεσμικές παρεμβάσεις» για το άνοιγμα της χονδρικής και λιανικής αγοράς, που έχουν ήδη «ανοιχθεί», παραπέμπει ευθέως σε αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των χονδρικών τιμών και στην τιμολογιακή πολιτική, με τρόπο που θα ευνοεί ακόμη περισσότερο το μεγάλο ενεργειακό κεφάλαιο και θα οδηγήσει σε τιμές απόγνωσης για τα λαϊκά νοικοκυριά.

Λιμάνια: Προβλέπεται η δημιουργία μίας ή και περισσότερων εταιρειών, στον έλεγχο των οποίων θα περιέλθει ο έλεγχος των λιμανιών. Οι εταιρείες αυτές στη συνέχεια θα εισέλθουν στο Χρηματιστήριο, ενώ το Δημόσιο θα διατηρήσει το 51% του μετοχικού κεφαλαίου. Η ανάπτυξη των υπηρεσιών λιμένων θα γίνει σε συνεργασία με «στρατηγικούς εταίρους».

Αεροδρόμια: Σχεδιάζεται επέκταση της σύμβασης παραχώρησης του αεροδρομίου των Σπάτων στην γερμανική Χόχτιφ, ενώ η συμμετοχή του Δημοσίου (55%) εξετάζεται να δοθεί σε εταιρεία συμμετοχών, ή να υπάρξει είσοδος στο Χρηματιστήριο. Για δε τα περιφερειακά αεροδρόμια πρόκειται (και εδώ) να ιδρυθεί εταιρεία, η οποία μέσω συμβάσεων παραχώρησης, θα διαθέσει τα δικαιώματα διαχείρισης σε ιδιώτες «στρατηγικούς επενδυτές». Προβλέπεται επίσης ή είσοδος της εταιρείας ή των εταιρειών στο Χρηματιστήριο.

ΕΥΔΑΠ- ΕΥΑΘ: Για την ΕΥΑΘ προβλέπεται η πώληση του 23% των μετοχών σε ιδιώτες, ενώ θα πωληθεί και το 10% των μετοχών της ΕΥΔΑΠ.

Κτηματική Εταιρεία Δημοσίου - Τουριστικά - Ολυμπιακά Ακίνητα: Προβλέπται συγχώνευση των τριών αυτών εταιρειών σε μία, η οποία θα μπορεί να συνάπτει συμβάσεις παραχώρησης με ιδιώτες, να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο με εταιρείες συμμετοχών, να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο. Προς... αξιοποίηση, μέσω ειδικών φορέων δίνονται οι εκτάσεις στο Ελληνικό και το Τατόι. Για τα ΞΕΝΙΑ προβλέπεται είτε πώλησή τους, είτε δημιουργία επενδυτικού σχήματος στο οποίο θα εισφέρουν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης καθώς και υπογραφή συμβάσεων παραχώρησης. Είναι αδύνατον να αποτιμηθεί η αξία της δημόσιας τουριστικής περιουσίας. Ανάμεσα στα 340 ακίνητα που διαχειρίζεται η ΕΤΑ ΑΕ, πολλά από τα οποία έχουν παραχωρηθεί για δεκαετίες σε ιδιώτες, ξεχωρίζουν τα περίφημα ΞΕΝΙΑ, κάποια από τα οποία βρίσκονται και μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους! Τα «φιλέτα» είναι πολλά κι αυτό που προωθείται είναι η αποποίηση όλης αυτής της περιουσίας από το ελληνικό δημόσιο και μάλιστα έναντι «πινακίου φακής», καθώς η εξαγορά της διαχείρισης - που είναι ουσιαστικά νομή και κατοχή - αποτιμάται πολύ λιγότερο από την εξαγορά των ίδιων των περιουσιακών στοιχείων.

ΟΤΕ - ΕΛΤΑ - ΦΑΣΜΑ Για τον ΟΤΕ υλοποιείται ήδη η σύμβαση πώλησής του στην γερμανική Ντόιτσε Τέλεκομ. Θα πωληθεί επίσης το 39% των μετοχών των ΕΛΤΑ, ενώ για το ΦΑΣΜΑ ΣΥΧΝΟΤΗΤΩΝ προβλέπεται παράδοση σε ιδιώτες μέσω της υπογραφής σύμβασης παραχώρησης.

Συμβάσεις Παραχώρησης Μέσω της υπογραφής συμβάσεων παραχώρησης, θα παραδοθούν στους ιδιώτες, η Εγνατία Οδός (αφού επιβληθούν τα διόδια), οι νέοι αυτοκινητόδρομοι της Αττικής, οι οδικοί άξονες της Κρήτης και τα εμπορευματικά κέντρα του ΟΣΕ στο Θριάσιο και στη Θεσσαλονίκη.

ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΡΓΟΥΣ


Μεγαλώνει η κατακραυγή

Την τρομοκρατική επιχείρηση που εξαπέλυσαν οι μηχανισμοί του αστικού κράτους με τη σύλληψη στελεχών του ΚΚΕ και πρωτοπόρων συνδικαλιστών στη Μυτιλήνη - οι οποίοι εκτελώντας το καθήκον τους συμπαρατάχθηκαν ενεργά στον αγώνα των ναυτεργατών κατά την τελευταία απεργία τους - καταγγέλλουν με ανακοινώσεις τους ταξικά Συνδικάτα, Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα.

«Η τρομοκρατία δε θα περάσει», τονίζουν με κοινή ανακοίνωσή τους τοΠαράρτημα Λήμνου του Παλλεσβιακού Εργατικού Κέντρου, ταΝομαρχιακά Τμήματα Λήμνου της ΑΔΕΔΥ, της ΟΤΟΕ, τα Σωματεία Οικοδόμων, Ξενοδοχοϋπαλλήλων, Εργαζομένων στους ΟΤΑ και της Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, καθώς και ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Η Ομοσπονδία Τύπου και Χάρτου, με ανακοίνωσή της, σημειώνει: «Τους τρομάζουν οι αγώνες των εργαζομένων, η συμπαράσταση και αλληλεγγύη που δείχνουν οι ταξικές δυνάμεις, το ΚΚΕ, σε όλους τους κλάδους των εργαζομένων που αγωνίζονται ενάντια στην αντεργατική βαρβαρότητα». Το Εργατικό Κέντρο Σάμου τονίζει ότι κυβέρνηση και εργοδοσία είναι «θορυβημένοι από τη μεγάλη συμμετοχή, την αντίσταση που βρίσκουν στο να περάσουν τα αντεργατικά τους μέτρα και την ανταπόκριση στο προσκλητήριο αγώνα του ΠΑΜΕ». Οπως υπογραμμίζει και το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αγρινίου, «σαν στόχο έχουν την ποινικοποίηση της δράσης του εργατικού λαϊκού κινήματος, το δικαίωμα στην απεργία, να γονατίσουν το λαό, για να πληρώσει αυτός την κρίση και τα αδιέξοδα του καπιταλισμού».

Την επιχείρηση τρομοκράτησης του λαϊκού κινήματος από την κυβέρνηση καταγγέλλει η Ομοσπονδία Βιοτεχνικών Σωματείων Αθήνας (ΟΒΣΑ), καλώντας τους αυτοαπασχολούμενους και μικρούς ΕΒΕ να καταγγείλουν και αυτοί την πολιτική διώξεων και να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στους ναυτεργάτες. «Η ένταση της καταστολής και οι προβοκάτσιες πάνε μαζί με την αντιλαϊκή πολιτική», επισημαίνει.


Βίαιη αντιπαιδαγωγική επίθεση σε εξάχρονα παιδιά

Αγγλικά και νέες τεχνολογίες εισάγει η κυβέρνηση ως μαθήματα στην Α' Δημοτικού!
Το υπουργείο Παιδείας εισάγει το μάθημα των Αγγλικών στην Α' Δημοτικού και το μάθημα Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας για 2 ώρες εβδομαδιαίως σε όλες τις τάξεις, άρα και αυτό από την Α' Δημοτικού. Βάζουν παιδιά που ακόμα δεν μπορούν να μιλήσουν καλά καλά τη μητρική τους, να μάθουν μια ξένη γλώσσα! Στην πραγματικότητα, όχι μόνο δε θα μάθουν σωστά και καλά την ξένη γλώσσα, αλλά θα τους δημιουργήσουν συγχύσεις και στην εκμάθηση της μητρικής τους γλώσσας, η οποία δεν αποτελεί απλά μέσο επικοινωνίας, αλλά μέσο λόγου, δηλαδή, σκέψης. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν και για τη χρήση τεχνολογιών απ' την Α' Δημοτικού. Πρόκειται για έγκλημα «παιδαγωγικής», που θα αποσυντονίζει πλήρως τα παιδιά απ' τα 6 τους χρόνια.

Τα παραπάνω προκύπτουν από το πρόγραμμα που θα ισχύσει από την ερχόμενη σχολική χρονιά, για τα 800 πιλοτικά ολοήμερα δημοτικά σχολεία, που ανακοίνωσε το υπουργείο Παιδείας. Είναι σαφές όμως ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να γενικεύσει πολύ σύντομα σε όλα τα σχολεία αυτές τις απαράδεκτες πρακτικές, που αποτελούν στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ, δηλαδή του κεφαλαίου. Και είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υπαγορεύει η παιδαγωγική επιστήμη αυτές τις μεθόδους, αλλά πρώτα αποφασίζονται σε επίπεδο πολιτικής των ιμπεριαλιστικών οργανισμών και των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών και κατόπιν «υπαγορεύεται» στην παιδαγωγική επιστήμη να τις «στηρίξει» θεωρητικά.

Πράγματι, η κυρίαρχη αντίληψη που έχουν περάσει σε μεγάλο μέρος των γονιών είναι ότι τα παιδιά χρειάζονται από νωρίς «εφόδια», με λίγα λόγια «ό,τι μαθαίνεις καλό είναι, αφού μπορεί να σου χρειαστεί»... Μπορεί να φαίνεται, όντως, εντυπωσιακό ένα παιδί 6 χρόνων να συλλαβίζει αγγλικές λέξεις ή να χρησιμοποιεί έναν υπολογιστή καλύτερα απ' τους γονείς του, αλλά το ερώτημα που τίθεται είναι συγκεκριμένο: Βοηθιέται απ' αυτή τη διαδικασία, στο σχολείο, για την ολοκληρωμένη και υγιή διαμόρφωση της προσωπικότητάς του; Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία, όντως, είναι «σφουγγάρια» και πολύ γρήγορα μπορούν να αναπαράγουν λέξεις, κινήσεις, κτλ. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ασχολούνται με οτιδήποτε, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία τους και οι ανάγκες ανάπτυξής τους;

Το θέμα της χρήσης τεχνολογιών απ' την Α' Δημοτικού συνδέεται άμεσα με τη γενική κατεύθυνση του υπουργείου Παιδείας, για «ψηφιακό σχολείο», όπου οι επιχειρήσεις στο χώρο θα κάνουν πάρτι επενδύσεων. Και εδώ, όμως, το παιδαγωγικό έγκλημα είναι τεράστιο. Η χρήση υπολογιστών απ' την Α' Δημοτικού - και μάλιστα με μάθημα - θα απομονώσει συναισθηματικά και σωματικά το παιδί, σε μια ηλικία που η κοινωνικοποίηση είναι ένα κυρίαρχο μέσο ανάπτυξής του. Επιπλέον, ο υπολογιστής είναι ένα αφαιρετικό μέσο, το οποίο, σε αυτή την ηλικία, το παιδί μπορεί να τον κατανοήσει μόνο σαν ένα παιχνίδι. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στις ΗΠΑ στα ακριβά και φημισμένα σχολεία χρησιμοποιούνται «παραδοσιακά» μέσα διδακτικής στις μικρές ηλικίες. Αντίθετα, στα υποβαθμισμένα σχολεία η χρήση ηλεκτρονικών μηχανημάτων κυριαρχεί.

Η πολιτική και ιδεολογική αφετηρία

Η απάντηση στις «πρωτοβουλίες» του υπουργείου Παιδείας βρίσκεται στα κείμενα της ΕΕ για την Παιδεία και εκεί μπορεί να βρεθεί και η πολιτική και ιδεολογική αφετηρία των αλλαγών που προωθούνται για το «νέο» σχολείο. Αναφέρουμε ενδεικτικά: «Σε έναν ολοένα πιο σύνθετο κόσμο, η δημιουργικότητα, η ικανότητα πλευρικής σκέψης, οι εγκάρσιες δεξιότητες και η προσαρμοστικότητα τείνουν να έχουν μεγαλύτερη αξία από συγκεκριμένους κορμούς γνώσης» (Εγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: «Σχολεία για τον 21ο αιώνα», 11 Ιούλη 2007). Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Προτιμούν την «πλευρική σκέψη», δηλαδή τη σκέψη που δεν ακουμπά την ουσία, αλλά απλά μπορεί να διαχειριστεί «μπακαλίστικα» ορισμένα πρακτικά ζητήματα. Δεν τους ενδιαφέρει οι πολλοί να κατακτούν τον «κορμό της γνώσης», δηλαδή την κατάκτηση της γνώσης, την αφομοίωσή της και την εμβάθυνση σε αυτή.

Γι' αυτό το λόγο επιλέγουν κάποιες αναγκαίες βασικές ικανότητες για τους πολλούς, τις «περιβόητες» 8 δεξιότητες που πρέπει να εντάσσονται στα εκπαιδευτικά συστήματα. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια συρραφή στοιχειωδών γνώσεων, χρηστικών δεξιοτήτων: «Επικοινωνία στη μητρική γλώσσα, επικοινωνία σε ξένες γλώσσες, μαθηματική ικανότητα και βασικές ικανότητες στην επιστήμη και την τεχνολογία, ψηφιακή ικανότητα, μεταγνωστικές ικανότητες, κοινωνικές ικανότητες και ικανότητες που σχετίζονται με την ιδιότητα του πολίτη, πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα και πολιτισμική συνείδηση και έκφραση» (Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σχετικά με τις βασικές ικανότητες της διά βίου μάθησης 2006/962/ΕΚ).

Σε αυτό το πλαίσιο οι «βασικές» γνώσεις στην ξένη γλώσσα, δηλαδή τα «τουριστικά» αγγλικά, όπως και η «βασική» και χρηστική «αξιοποίηση» των νέων τεχνολογικών, είναι «απαραίτητες» για όλους. Γιατί θέλουν μια μεγάλη μάζα, φθηνού και ευέλικτου δυναμικού, που θα μπορεί να αλλάζει δουλειές και να ανταποκρίνεται σε αυτές. Οι εργαζόμενοι, πλέον, σύμφωνα με την πολιτική της ΕΕ, για την «κινητικότητα», θα ζητιανεύουν δουλειά σε όλη την Ευρώπη. Τα «κουτσά» αγγλικά και υπολογιστές είναι απαραίτητοι για όλους. Η αξιοποίηση της γνώσης ξένων γλωσσών και ουσιαστικής χρήσης της τεχνολογίας είναι για λίγους. Εξάλλου, ο μισομορφωμένος εργαζόμενος, που δεν έχει ολοκληρωμένη μόρφωση, χειραγωγείται πιο εύκολα και πείθεται ότι οι ανάγκες του συμβαδίζουν με τις ανάγκες του αφεντικού του...


NASTOS A. MARKO

Ας πάψουν να χύνουν κροκοδείλια δάκρυα



εισαγωγή της διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας από την Α' τάξη του Δημοτικού, στο όνομα των λεγόμενων, και φυσικά υπό αμφισβήτηση, διαπολιτισμικών στόχων του υπουργείου Παιδείας για το σεβασμό της «πολυμορφίας» και του «διαπολιτισμικού διαλόγου» και της «διάχυσης των πολιτισμών», στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτα περισσότερο, παρά η εφαρμογή της γλωσσολογικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στα πλαίσια της περιβόητης ευρωπαϊκής «πολυγλωσσίας», όπου το ζητούμενο είναι, από τη μια, η τεχνική επικοινωνιακή κατάρτιση σε διάφορες γλώσσες, η οποία θα έπρεπε να ξεκινά νωρίτερα και από τη στοιχειώδη εκπαίδευση και, από την άλλη, η επιβολή μιας κυρίαρχης γλώσσας πάνω στη μητρική.


ε αυτήν την έννοια προωθήθηκε - με τις γνωστές και πάλι «δημοκρατικές» διαδικασίες - η β' ξένη γλώσσα στην Ε' τάξη του Δημοτικού. Είναι φανερό. Η πολιτική αυτή αφορά τις απαιτήσεις της αγοράς όσο και την κινητικότητα των εργαζομένων στην ΕΕ. Το βάρος που δίνεται στην αγγλική γλώσσα είναι προφανές ότι προκύπτει από το γεγονός ότι αυτή είναι η πιο εμπορική σε σχέση με τις άλλες γλώσσες.


την περίπτωση των Αγγλικών, που θα διδάσκονται σε παιδιά της Α' και Β' Δημοτικού, τα οποία δεν έχουν ούτε στοιχειωδώς ακόμη έρθει σε επαφή με το γραπτό λόγο της μητρικής τους γλώσσας, δεν πρόκειται για παιδαγωγική αυθαιρεσία, μα για επιστημονικό ατόπημα. Η εισαγωγή της συστηματικής διδασκαλίας της ξένης γλώσσας σ' αυτήν την ηλικία δε στηρίζεται σε καμιά έρευνα.


ντίθετα, υπάρχουν τεκμηριωμένες μελέτες για την ανάγκη ύπαρξης στέρεου γλωσσικού υπόβαθρου της μητρικής γλώσσας, προκειμένου να στηριχθεί και να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα η διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας (Λ. Βιγκότσκι κ.ά.). Γλώσσα και σκέψη είναι αλληλένδετες αναπτυξιακές λειτουργίες κατά τη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, που έχουν να κάνουν με το πολιτισμικό υπόβαθρο και την ιστορία του κάθε λαού, μέσα από τη διαλεκτική σύνδεση του «σημαίνοντoς» και του «σημαινόμενου».


την αυγή της εδραίωσης του γραπτού λόγου του παιδιού, στην Α' τάξη, ο κίνδυνος της «σαλαμοποίησης» αυτής της διαδικασίας είναι κάτι παραπάνω από ορατός. Επομένως, καμιά αυταπάτη ότι πρόκειται για μια διαδικασία αναβάθμισης του περιεχομένου της εκπαίδευσης και πολύ περισσότερο της γλωσσικής ετοιμότητας και ευχέρειας των μαθητών/τριών. Ας πάψουν να χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τα «γκρίκλις» των παιδιών και τη γλωσσική πενία - την ενθαρρύνουν και την προωθούν!


Κυριακή ΚΑΜΑΡΙΝΟΥ
Δασκάλα, διευθύντρια σχολείου και Δρ. Κοινωνιολογίας
ΩΣΙΑ
Στο φως ο μηχανισμός παραχάραξης των ιστορικών αρχείων

Προϊόν παραχάραξης από την «εποχή Γιέλτσιν» το ντοκουμέντο, στο οποίο στηρίζεται η γκεμπαιλική εκδοχή της τραγωδίας του Κατίν

Ο πρώην γενικός εισαγγελέας της ΕΣΣΔ και βουλευτής σήμερα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ),Βίκτορ Ιλιούχιν,απευθύνθηκε με επιστολή του στον Πρόεδρο του ΚΚΡΟ, Γκ. Ζιουγκάνοφ, στην οποία εξέθεσε την ομολογία ενός ανθρώπου που αφορά την κατασκευή πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα της λεγόμενης «επιστολής Μπέρια 794», στην οποία στηρίζεται η, γκεμπαιλικής έμπνευσης, εκδοχή της τραγωδίας του Κατίν, που ρίχνει την ευθύνη της εκτέλεσης των Πολωνών αξιωματικών από τους ναζί, το φθινόπωρο του 1941, στην ΕΣΣΔ.

Στην επιστολή αναφέρεται πως άγνωστος που τηλεφώνησε στον βουλευτή στις 25 Μάη του 2010 και στη συνέχεια συναντήθηκε μαζί του, του ανακοίνωσε ότι έχει άμεση σχέση με την κατασκευή και την πλαστογράφηση αρχειακών υλικών, μεταξύ των οποίων και των ντοκουμέντων που αφορούν την εκτέλεση των Πολωνών αξιωματικών. Σύμφωνα με τα λόγια του, στις αρχές της δεκαετίας του '90, είχε συγκροτηθεί μια ομάδα από ειδικούς στην πλαστογραφία αρχειακών ντοκουμέντων που αφορούσαν σημαντικά γεγονότα της σοβιετικής περιόδου. Η ομάδα αυτή εργαζόταν κάτω από την καθοδήγηση της Υπηρεσίας Ασφάλειας του τότε Ρώσου Προέδρου Μπ. Γιέλτσιν. Βρισκόταν στο χωριό Ναγκόρνι. Η δουλειά των μελών της ομάδας πληρωνόταν ακριβά.

Ο ίδιος τού είπε πως από την ομάδα αυτή κατασκευάστηκε η επιστολή του Λ. Μπέρια προς το Πολιτικό Γραφείο του Κόμματος των Μπολσεβίκων το Μάρτη του 1940, στην οποία προτείνεται η εκτέλεση πάνω από 20 χιλιάδων Πολωνών αιχμαλώτων. Μάλιστα, ο άγνωστος έδειξε το μηχανισμό της πλαστογράφησης των υπογραφών του Λ. Μπέρια και του Ι. Στάλιν. Δεν απέκλεισε, η πολωνική κυβέρνηση να έχει λάβει αυτά τα πλαστά ντοκουμέντα της υπόθεσης Κατίν.

Ισχυρίστηκε, ακόμη, πως στα ρωσικά αρχεία εκείνη την περίοδο ρίχτηκαν εκατοντάδες πλαστά «ιστορικά ντοκουμέντα» και εκατοντάδες άλλα πλαστογραφήθηκαν, μέσω της αναπαραγωγής τους και της καταχώρησης σ' αυτά διαστρεβλωμένων πληροφοριών. Για την επιβεβαίωση των πληροφοριών, ο άγνωστος παρουσίασε σειρά εντύπων της δεκαετίας του '40, καθώς και τα πλαστά αποτυπώματα των σφραγίδων, των υπογραφών.

Ο βουλευτής του ΚΚΡΟ ζητά από τον Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, να προβεί το ΚΚΡΟ σε ενέργειες για την αποκάλυψη ολόκληρου του μηχανισμού πλαστογράφησης που στήθηκε σε βάρος της ΕΣΣΔ και της ηγεσίας της, ιδιαίτερα της περιόδου του Β` Παγκοσμίου Πολέμου.


NASTOS A. MARKO

Κινηματογραφιστές - «διαφημιστές» μονοπωλίων


Στην απελπισία των νέων κινηματογραφιστών - κυρίως, ταινιών μικρού μήκους - από τη συνειδητή και διαχρονική απαξίωσή τους από το κράτος «πατά» το κεφάλαιο, το οποίο φτάνει στο σημείο να τους «προτείνει» ως «όρο» ύπαρξής τους, ουσιαστικά, τη μετατροπή τους σε «γκρίζους» διαφημιστές επιχειρήσεων...


το παραπάνω πλαίσιο, η «ODEON ΑΕ», από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του οπτικοακουστικού τομέα (παραγωγή, διανομή, αίθουσες κλπ.) και το γνωστό μονοπώλιο των τηλεπικοινωνιών «VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΕ» ανακοίνωσαν «από κοινού και σε συνεργασία διαγωνισμό "Καλύτερου Σεναρίου ταινίας μικρού μήκους"» όπου οι συμμετέχοντες θα διαγωνιστούν σε τέσσερις θεματικές ενότητες: «Ελλάδα», «Μουσική», «Νέοι και Επικοινωνία», «Αθλητισμός».

Η «επιτροπή» θα «αναδείξει» τα τέσσερα «καλύτερα σενάρια», βάσει των οποίων η «ODEON ΑΕ» «θα προβεί στην παραγωγή τεσσάρων (4) ταινιών μικρού μήκους». Η «VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΕ» συμμετέχει ως «χορηγός στην προβολή και διαφήμιση των εν λόγω τεσσάρων ταινιών μικρού μήκους με αντάλλαγμα την προβολή και διαφήμιση των προϊόντων της και του ονόματος/σήματος/λογοτύπου της μέσω αυτών.Προϋπόθεση για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό από τους ενδιαφερόμενους είναι η αποδοχή της VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΕ ως χορηγού στις ταινίες μικρού μήκους, που θα παραχθούν με προβολή του λογοτύπου της τελευταίας στους τίτλους αρχής και τέλους κάθε ταινίας και με έμμεση παρουσία - προβολή της σε μία τουλάχιστον σκηνή σε κάθε ταινία» (σ.σ. οι υπογραμμίσεις δικές μας)!

Φυσικά, «η διάρκεια της κάθε ταινίας μικρού μήκους που θα αναπαραχθεί από την "ODEON ΑΕ", βάσει των τεσσάρων καλύτερων σεναρίων που θα επιλεγούν θα έχει διάρκεια από ένα (1) έως τρία (3) λεπτά», προφανώς λόγω της γνωστής «μοίρας» των ταινιών μικρού μήκους που από τη διάρκειά τους εξαρτάται αν θα βρουν διανομή, αφού και στην περίπτωση που προβάλλονται, αυτό γίνεται λίγο πριν την προβολή μιας μεγάλου μήκους ταινίας. Ετσι, «την παραγωγή και διανομή των ταινιών μικρού μήκους που θα παραχθούν βάσει των τεσσάρων (4) καλύτερων σεναρίων που θα επιλεγούν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, θα αναλάβει η «ODEON AE» με σκοπό να πλαισιώσουν τις ελληνικές παραγωγές (ταινίες μεγάλου μήκους) της «ODEON AE» από την επόμενη κινηματογραφική περίοδο "Σεπτέμβριος 2010-Μάιος 2011"».

Επιπλέον, οι νικητές των τεσσάρων σεναρίων «θα συμβληθούν με την "ODEON AE" για την παραχώρηση στην τελευταία της άδειας εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί των σεναρίων και των ταινιών που θα παραχθούν βάσει αυτών με όρους που θα συμφωνηθούν από κοινού».

Το «όραμα» του αστικού κράτους για τον Ελληνικό Κινηματογράφο γίνεται πραγματικότητα...


NASTOS A. MARKO

Οι άνθρωποι έχουν «ξεφύγει» τελείως!



Τα 40 χρόνια δουλειάς,

ο υπολογισμός της σύνταξης στο μισό,

η καταβολή της σύνταξης μετά τα 65,

η «ποινή», που, για όσους αποχωρήσουν πριν τα 65, φτάνει μέχρι και στη μείωση κατά 30% της (ήδη μισής!) σύνταξης,

συνιστούν - το καθένα από μόνο του - κι από ένα «τελεσίγραφο εξόντωσης».

*

Κι όμως αυτοί,

οι συνεταίροι του ΔΝΤ, της ΕΕ, της ΕΚΤ, μέσα στον παροξυσμό της αναλγησίας τους, ντύνοντας πίσω από τις τελευταίας μόδας γραβάτες τους έναν αγριανθρωπισμό που όμοιός του δεν έχει ξαναϋπάρξει,

διοχετεύουν ότι «ο κύβος ερρίφθη»:

Αναγγέλλουν ότι τα παραπάνω και το καθένα χωριστά θα εφαρμοστούν όλα μαζί!

«Αποφασίζουν και διατάζουν» ότι:

  • Αρχής γενομένης από το 2011 και σε καθολική εφαρμογή από το 2015, ο σημερινός συνταξιούχος των 1.000 ευρώ θα ζει με 500 ευρώ, ο συνταξιούχος των 700 ευρώ θα ζει με 350 και ο συνταξιούχος των 500 ευρώ θα ζει με 250!
  • Τα εκατομμύρια των εργαζομένων - αν έχουν την τύχη να μην απολυθούν - θα στοιχειοθετούν δικαίωμα (μετά τα 70 τους χρόνια!) για μια «πλήρη σύνταξη» που δε θα φτάνει ούτε για τα έξοδα του μνημόσυνου της κηδείας τους!
  • Το σημερινό 33% των ανέργων στις ηλικίες μέχρι 30 ετών, αντί για σύνταξη θα πάρουν μερικές πενταροδεκάρες κι αυτές στα... 90 τους!

Οσο για τις στρατιές των «απασχολήσιμων», τον όποιο διακανονισμό για τη σύνταξή τους, θα τον κάνουν με τον... Αγιο Πέτρο!

*

Οι «σοσιαλιστές» του ΠΑΣΟΚ φτάνουν, δηλαδή, στο σημείο να προετοιμάζουν το έδαφος για τη διαγραφή ακόμα και αυτής της ιταμής διακήρυξης περί «βασικής σύνταξης»!

Με άλλα λόγια, αφού «τέλειωσαν» με τις προεκλογικές φανφάρες περί «κατώτατης σύνταξης» 550 ευρώ (ένα από τα πολλά «συμβόλαια με το λαό» του ΠΑΣΟΚ), τώρα,

σε ένα ακόμα «ραντεβού με την Ιστορία» της αθλιότητάς τους, δεν εγγυώνται ούτε καν εκείνη τη «φιλόπτωχη»... παροχή των 360 ευρώ, που τη διαφήμιζαν σαν το «πλαφόν», σαν την «κόκκινη γραμμή» από την οποία δεν επρόκειτο να υποχωρήσει η «κοινωνική ευαισθησία» τους!

*

Είναι κάτι παραπάνω από φανερό:

Εδώ πια δεν μιλάμε για αντιλαϊκή πολιτική.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με «πυρηνικό ολοκαύτωμα»!

Η πολιτική τους απέναντι στα ασφαλιστικά δικαιώματα του ελληνικού λαού ισοδυναμεί με Ναγκασάκι και Χιροσίμα μαζί!

*

Ο κόσμος της δουλειάς έχει δύο επιλογές:

`Η θα ξεχυθεί στους δρόμους, θα ξεσηκωθεί, θα οργανωθεί, θα αντισταθεί και θα τους σαρώσει,

ή θα εξανδραποδιστεί!

Αν υπάρχει «μονόδρομος» - και υπάρχει - είναι μόνο ο δρόμος της ανατροπής του καθεστώτος των κανιβάλων της πλουτοκρατίας. Η απαλλαγή από τους πολιτικούς υπηρέτες τους. Ο δρόμος της εκ βάθρων εκθεμελίωσης της καπιταλιστικής απανθρωπιάς!


NASTOS A. MARKO

Το χρέος και η οικονομική κατοχή οδηγούν την Ελλάδα στη διάλυση

Από το "Διακυβέρνηση και Πολιτική"
Του Δημήτρη Καζάκη οικονομολόγου - αναλυτή*
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη υπό καθεστώς χρεοκοπίας. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα χρέη της από μόνη της. Κι έτσι από την 6η Μαΐου έχει τεθεί επισήμως υπό καθεστώς νέας κατοχής από την «τρόικα», δηλαδή από την ΕΚΤ, την Κομισιόν στις Βρυξέλλες και το ΔΝΤ.
Ποιος είναι ο στόχος αυτού του καθεστώτος κατοχής; Να τεθεί η χώρα σε μια ιδιότυπη «καραντίνα» για να μην επεκταθεί η αποκαλούμενη «μόλυνση» και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Το κύριο ενδιαφέρον της «τρόικας» δεν είναι η κατάσταση ή η αποκατάσταση της οικονομίας της χώρας, αλλά η προστασία των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών και του ευρώ.
Γιατί; Διότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες κατέχουν γύρω στο 75% των ελληνικών ομολόγων και δεν θέλουν λέξη για τυχόν αδυναμία της Ελλάδας να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της. Ενώ η δύναμη του ευρώ εξαρτάται άμεσα από τη δυνατότητα των μεγάλων τραπεζών και των επενδυτών στην Ευρωζώνη να...

συνεχίσουν να κερδοσκοπούν με τα ομόλογα και τα παράγωγα χρέους, των οποίων ο όγκος για το 2009 ήταν σχεδόν διπλάσιος από το συνολικό ΑΕΠ της Ευρωζώνης.
Επομένως, η Ε.Ε. και το ΔΝΤ ήρθε για να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη της, έστω κι αν πεινάσει ο λαός της, έστω κι αν η χώρα διαλυθεί και ξεπουληθεί στο σύνολό της. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ε.Ε. δεν ανέχεται, όπως διευκρίνισε πρόσφατα ο κ. Ρομπέι, ούτε καν την αναδιάρθρωση του χρέους. Δηλαδή δεν ανέχεται ούτε καν τη μετάθεση των ληξιπρόθεσμων χρεών της χώρας λίγο πιο πίσω, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερος χρόνος για να βρεθούν τα λεφτά της αποπληρωμής τους.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η αναδιάρθρωση του χρέους – πρόκειται για έναν όρο που θα τον ακούτε όλο και πιο συχνά από εδώ κι εμπρός – δεν γίνεται προς όφελος του οφειλέτη, αλλά πάντα προς όφελος του δανειστή. Απλά ο οφειλέτης παίρνει μια παράταση χρόνου για να πληρώσει τα χρέη του, αφού φορτωθεί με πρόσθετους τόκους υπερημερίας και αποζημιώσεις «πιστωτικού κινδύνου» υπέρ του δανειστή. Η Ε.Ε. δεν δέχεται να δώσει στην Ελλάδα ούτε καν αυτή την παράταση χρόνου, την οποία η χώρα έτσι ή αλλιώς θα χρυσοπληρώσει.
Μια παράξενη αντίληψη περί «τιμής»
Μόλις το άκουσε αυτό ο κ. Παπανδρέου, έτρεξε αμέσως να συμμορφωθεί με τις άνωθεν εντολές λέγοντας στη συνέντευξή του στην El Pais ότι για την Ελλάδα δεν τίθεται καν θέμα αναδιάρθρωσης του χρέους. Είναι, λέει, θέμα τιμής. Ο πρωθυπουργός της χώρας, όμως, και το επιτελείο του έχουν μια πολύ παράξενη αντίληψη περί τιμής.

Η δική τους αντίληψη περί τιμής αρχίζει και τελειώνει με το να εκτελούν απερίφραστα και άνευ αντιλογίας τις εντολές του καθεστώτος κατοχής της χώρας. Όπως κάθε τυπική κυβέρνηση δωσιλόγων. Όμως, το να ομολογούν ότι η χώρα έχει χάσει την εθνική της κυριαρχία, ότι δεν είναι ελεύθερη αλλά δέσμια των δανειστών της, δεν φάνηκε να επηρεάζει στο ελάχιστο την αίσθηση τιμής που διαθέτουν.

Άλλωστε ο κ. Παπανδρέου έχει αποδείξει σ' όλη την πολιτική του θητεία ότι αδυνατεί να αντιληφθεί οτιδήποτε υπερβαίνει τις εκάστοτε εντολές έξωθεν και άνωθεν. Ούτε βέβαια θα περιμέναμε τίποτε καλύτερο από έναν υπουργό Οικονομικών ο οποίος αδυνατεί να αντιληφθεί ότι εκπροσωπεί, τυπικά έστω, κυρίαρχο κράτος και δεν είναι υπάλληλος της Ε.Ε. και του ΔΝΤ.

Σήμερα κάνουν ντόρο με τις «χορηγίες» της Siemens προς τον κ. Μαντέλη. Ο κ. Σημίτης έχει το θράσος να δηλώνει θλιμμένος και εξοργισμένος, ενώ ο κ. Παπανδρέου δηλώνει υποκριτικά ότι το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο. Όμως, τι είναι αυτές οι «χορηγίες», δηλαδή οι μίζες της Siemens, μπροστά στα 13 δισ. ευρώ που κέρδισαν συγκεκριμένα κερδοσκοπικά κυκλώματα από τις ενέργειες της κυβέρνησης για την «αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας στις αγορές»; Ποιος θα λογοδοτήσει για αυτά τα 13 δισ. ευρώ που έχει δωρίσει κυριολεκτικά στους κερδοσκόπους η κυβέρνηση μέχρι σήμερα μόνο από τα αυξημένα επιτόκια δανεισμού;

Μήπως έτσι εξηγείται η πρεμούρα του κ. Παπανδρέου και των πρωτοκλασάτων στελεχών του να αναλάβουν το τιμόνι του «Τιτανικού» τη στιγμή που βυθιζόταν; Ποιος πλούτισε με τη χρεοκοπία της χώρας; Ο γνωστός Μπάμπης; Οι δημόσιοι υπάλληλοι; Οι υδραυλικοί ή οι γιατροί; Ή μήπως είναι ένα από τα πολλά συμφωνημένα ανταλλάγματα για τους ασυνείδητους εκείνους πολιτικούς που θα αναλάμβαναν να οδηγήσουν την χώρα στο καθεστώς κατοχής και της ελεγχόμενης χρεοκοπίας;

Ποιος πληρώνει τον βαρκάρη;

Φυσικά, το ποιος θα κληθεί να πληρώσει δεν χρειάζεται να το ρωτήσουμε. Όπως πάντα, το γνωστό υποζύγιο, ο Έλληνας εργαζόμενος, ο Έλληνας μικρομεσαίος, ο Έλληνας συνταξιούχος.

Μόνο που αυτή τη φορά οι Έλληνες εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες δεν καλούνται απλώς να πληρώσουν το μάρμαρο, αλλά να αποδεχτούν την επίσημη υποθήκευση της χώρας τους από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ για να κερδίσουν κυρίως οι ευρωπαϊκές τράπεζες, οι διεθνείς τοκογλύφοι και κερδοσκόποι που κατέχουν τα ελληνικά ομόλογα.

Δεν φτάνει που την τελευταία δεκαετία ο ελληνικός λαός έχει πληρώσει κυριολεκτικά από το υστέρημά του μιάμιση φορά το τρέχον δημόσιο χρέος: με το καθεστώς κατοχής που αποδέχτηκε η κυβέρνηση, προβλέπεται μέσα στην επόμενη τριετία να το πληρώσει εξ ολοκλήρου άλλη μια φορά! Παρ' όλα αυτά το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί μέσα στην τριετία πάνω από 70 δισ. ευρώ. Κι αυτό με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς. Αυτό είναι που υπόσχεται η κυβέρνηση στον ελληνικό λαό.

Αλήθεια, τι σόι... βοήθεια είναι αυτή που έρχεται να προσφέρει η «τρόικα», όταν μετά το πέρας των τριών ετών η Ελλάδα θα χρωστάει τουλάχιστον 30% περισσότερα από αυτά που χρωστάει σήμερα και η εξυπηρέτηση των χρεών της θα της κοστίζει ακόμη περισσότερο; Είναι δυνατόν με αυτόν τον τρόπο να ξεφύγει η Ελλάδα από τη μέγκενη της υπερχρέωσης;

Στο όνομα μάλιστα αυτής της αποκαλούμενης «βοήθειας» οι εργαζόμενοι και ο λαός της χώρας θα πρέπει να υποστούν τη χειρότερη υποβάθμιση της ζωής και της εργασίας τους από την εποχή του εμφυλίου πολέμου.

● Η εργασία και ο μισθός μεταβάλλονται σε είδος εν πλήρει ανεπαρκεία, ακόμη και η έννοια του εργατικού δικαιώματος στις συνθήκες εργασίας, στην απόλυση, στην αποζημίωση, στις συμβάσεις εξοστρακίζεται.

● Η σύνταξη – ιδίως για τις νεότερες γενιές – μετατρέπεται σε όνειρο θερινής νυκτός.

● Η κοινωνική ασφάλιση καταργείται και το κράτος αποβάλλει κάθε τυπική κοινωνική του υποχρέωση προκειμένου να μεταβληθεί ανοιχτά σ' έναν άγριο εισπρακτικό μηχανισμό προς όφελος των διεθνών τοκογλύφων και κερδοσκόπων που έχουν δανείσει τη χώρα.

Η Ελλάδα αφρικανοποιείται

Μπορούν να επιβιώσουν η χώρα και ο λαός της με αυτή την πολιτική; Κανείς σοβαρός αναλυτής δεν αποδέχεται ότι η χημειοθεραπεία στην οποία υποβάλλονται η χώρα και ο λαός θα λειτουργήσει σωτήρια. Αντιθέτως πληθαίνουν οι εκτιμήσεις ότι η πολιτική αυτή αποτελεί τη χαριστική βολή όχι μόνο για τους εργαζόμενους, αλλά και για την ίδια την επιβίωση της χώρας.

«Το φάρμακο», επισημαίνουν, «είναι χειρότερο και πιο θανατηφόρο από την ίδια την ασθένεια». Οι περισσότεροι εκτιμούν σήμερα ότι η χώρα προχωρά σε μια ύφεση χωρίς τέλος, η οποία δεν είναι αντιστρέψιμη τουλάχιστον για μία ή δύο δεκαετίες. Μέσα στην τριετία προβλέπεται μια πραγματική καθίζηση της οικονομίας τουλάχιστον κατά 27% έως 30%. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η επίσημη ανεργία θα εκτιναχθεί γύρω στο 30%. Σημαίνει μια αντίστοιχη πτώση του τζίρου της αγοράς που θα οδηγήσει τις δύο από τις τρεις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην πτώχευση.

Μπορεί να γίνει χειρότερη αυτή η κατάσταση; Ναι, μπορεί. Ήδη η χώρα αποκτά «τριτοκοσμικά» χαρακτηριστικά. Όχι μόνο επειδή η εργατική της δύναμη τίθεται υπό καθεστώς μετανάστη και μάλιστα λαθραίου μέσα στην ίδια της τη χώρα, ούτε μόνο επειδή η φτώχεια, η ανέχεια, ακόμη και η πείνα αρχίζουν σιγά - σιγά να στοιχειώνουν το ορατό μέλλον της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Αλλά γιατί η ίδια η χώρα έχει ήδη βγει στο σφυρί σε τιμή ευκαιρίας.

Όπως στις κατεστραμμένες χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, έτσι και στη χώρα μας έχει επιβληθεί μια λογική που βλέπει την ανάπτυξη μόνο ή κύρια μέσα από το ξεπούλημα των πάντων και την ασυδοσία των ξένων επενδυτών.

Έτσι φαντάζονται ότι θα αναχαιτίσουν την κάθετη πτώση του ΑΕΠ, χωρίς βέβαια να υπολογίζουν τι θα γίνει μετά, τι θα έχει απομείνει για τη χώρα και τον λαό της όταν όλη η δημόσια γη και περιουσία, όλες οι υποδομές και ο πλούτος θα έχουν ξεπουληθεί.

Γνωστός αρθρογράφος του γνωστού συγκροτήματος και πολύ καλός γνώστης του παρασκηνίου έγραφε πρόσφατα ότι η Αθήνα έχει μεταβληθεί σε αγαπημένο προορισμό για τους «γύπες» των αγορών, που καταφθάνουν για να επωφεληθούν από το μεγάλο φαγοπότι:

«Εκπρόσωποι επενδυτικών οίκων συνομιλούν με δικούς μας ειδικευμένους δικηγόρους σε θέματα αγορών και ομολόγων, έμποροι όπλων τρώνε με αποστράτους της Πολεμικής Αεροπορίας και του στρατεύματος σε μια προσπάθεια να βρουν επαφή και διασύνδεση για την πανάκριβη και αμαρτωλή πραμάτεια τους και ατζέντηδες παντός καιρού που ψάχνουν συνεταίρους για την εξαγορά ελεύθερης ελληνικής γης, άλλοτε για ξενοδοχεία πολυτελείας και άλλοτε για ανεμογεννήτριες ή εγκατάσταση φωτοβολταϊκών τόξων.

"Είναι σαν να έχουν πλακώσει γύπες από παντού" μονολογούσε τις προάλλες ένας έμπειρος σερβιτόρος του Ηilton που έχουν δει πολλά τα μάτια του και τώρα νιώθει, όπως όλοι μας, το άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης, το οποίο απειλεί να παρασύρει τη χώρα ολόκληρη σε αργό θάνατο».

Η χώρα σιγά - σιγά αφρικανοποιείται, μεταβάλλεται σε κράτος της μπανάνας, ιδανικό για να ικανοποιούν τα βίτσια τους τα αρπακτικά των διεθνών αγορών. Μπορεί να επιβιώσει έτσι η χώρα;

Άρνηση του χρέους

Ήδη η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Κάθε ημέρα που αφήνουμε να περνάει, τόσο περισσότερο η χώρα βυθίζεται στο απόλυτο τέλμα που έχουν δρομολογήσει το καθεστώς κατοχής και οι ντόπιοι σύγχρονοι δωσίλογοι.

Η λύση σήμερα είναι μόνο μία και τη χρωστάμε στους εαυτούς μας, στις οικογένειές μας, στα παιδιά και τα εγγόνια μας, τη χρωστάμε στους συναδέλφους και τους συντρόφους μας που υποφέρουν το ίδιο, τη χρωστάμε πρώτα και κύρια στη χώρα μας, που δεν μπορούμε να την αφήσουμε να χαθεί.

Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αλλάξει οτιδήποτε, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ' όλα ο βρόχος του δημόσιου δανεισμού, αν δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή των δανειστών της. Όποιος το αγνοεί αυτό απλώς ονειροβατεί.

Μια ριζικά διαφορετική πολιτική, στη βάση των αληθινών συμφερόντων του λαού και της χώρας, οφείλει να ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής τα στοιχειώδη:

● Το χρέος δεν το δημιούργησε ο λαός.

● Τα δανεικά δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος του λαού και της χώρας.

● Ο δανεισμός χρηματοδότησε τη λεηλασία του τόπου και μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που σήμερα ρίχνει τη χώρα και τον λαό της στον Καιάδα του ΔΝΤ.

● Ο λαός δεν χρωστά, του χρωστάνε. Δεν μπορεί λοιπόν να του ζητιέται να πληρώσει τον «λογαριασμό του χρέους» που άλλοι δημιούργησαν και επωφελήθηκαν από αυτό.

Ποια είναι η απάντηση; Μόνο μία: Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα, άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές, ώστε να σταματήσει ο φόρος αίματος τον οποίο καταβάλλουν η χώρα και ο λαός στους διεθνείς τοκογλύφους και κερδοσκόπους.

Αυτή είναι η μόνη λύση για να σωθεί η χώρα από την καταστροφή και να διασώσουν οι εργαζόμενοι τα εισοδήματά τους, τη δουλειά τους, τις συντάξεις και τα δικαιώματά τους. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει προοπτική για τους νέους, τους αγρότες, τους μικρομεσαίους.


Η κυβέρνηση επισήμως επιχειρεί να ταυτίσει την άρνηση της πληρωμής του χρέους με την πτώχευση της χώρας, την οποία έτσι ή αλλιώς προετοιμάζει. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική. Άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα σημαίνει άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές. Με απλά λόγια:

● Να μην πληρώσουμε τα κερατιάτικα στους τοκογλύφους, όπως αυτά που πληρώσαμε στις 19 Μαΐου και για τα οποία η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να αποδεχτεί τα σκληρά μέτρα που ζήτησε η «τρόικα».

● Να σταματήσουμε να πληρώνουμε τα πάνω από 80 δισ. ευρώ που είμαστε αναγκασμένοι να καταβάλλουμε κάθε χρόνο στους δανειστές μας και για τα οποία είμαστε υποχρεωμένοι να δανειζόμαστε συνεχώς διογκώνοντας το δημόσιο χρέος.

«Μα δεν θα έχουμε λεφτά να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις», ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Ψέμα. Το 97% όσων δανειστήκαμε την τελευταία δεκαετία πήγαν στην εξυπηρέτηση παλιότερων δανείων. Μόλις το 3% κάλυψε ελλείμματα του δημοσίου. Δεν δανειζόμαστε δηλαδή για να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις, αλλά για να πληρώνουμε παλιότερα δάνεια. Αυτή είναι η αλήθεια.

● Μόνο με την πτώχευση και την παύση πληρωμών που ετοιμάζουν η κυβέρνηση και οι πάτρωνές της δεν θα πληρώνονται μισθοί και συντάξεις.

● Μόνο με την πολιτική που ακολουθείται σήμερα είναι σίγουρο ότι αργά ή γρήγορα θα καταντήσουμε σαν την Ιρλανδία, την οποία οι περιοριστικές πολιτικές που της επιβλήθηκαν ανάγκασαν, μετά την περικοπή του 13ου και 12ου μισθού, να πληρώνει τους δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους κάθε δεύτερο ή τρίτο μήνα.

● Μόνο με αυτή την πολιτική θα βρεθεί στην ανάγκη η κυβέρνηση να δεσμεύσει τις λαϊκές καταθέσεις στις τράπεζες, όπως έγινε στην Αργεντινή, προκειμένου να περισώσει το τραπεζικό σύστημα της χώρας, το οποίο βρίσκεται ένα μόλις βήμα πριν από τη χρεοκοπία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η σημερινή πρόεδρος της Αργεντινής Κριστίνα Φερνάντεζ είδε πρόσφατα στον σημερινό «μηχανισμό στήριξης» της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, τις ίδιες καταστροφικές συνέπειες που είχε και για την Αργεντινή το ανάλογο καθεστώς του ΔΝΤ το 2001. Με τον ίδιο τρόπο που το ΔΝΤ οδήγησε την Αργεντινή το 2001 στην καταστροφή και την πτώχευση, επιδιώκει να οδηγήσει και την Ελλάδα σήμερα. Πρόκειται για τις «ίδιες συνταγές που εφάρμοσαν και σε μας», είπε η Κριστίνα Φερνάντεζ, «οι οποίες προκάλεσαν την έκρηξη του 2001».

Ενώ για τις πολιτικές σκληρής λιτότητας είπε ότι δεν χρειάζεται να είναι οικονομολόγος κανείς για να εκτιμήσει ότι θα έχουν «τρομερές συνέπειες» για την οικονομία και τον λαό.

«Επαναλαμβάνουν συνταγές με βάση τις οποίες επιχειρούν να διασώσουν το τραπεζικό σύστημα. Πιστεύουμε ότι αυτές οι πολιτικές είναι καταδικασμένες να αποτύχουν και αυτός είναι ο λόγος που δεν τις εφαρμόζουμε στη χώρα μας».

Τι έκαναν οι Αργεντίνοι στη χώρα τους για να γλιτώσουν από την καταστροφή και το καθεστώς κατοχής του ΔΝΤ; Αυτό που οφείλουν να κάνουν και οι Έλληνες, αν θέλουν να κερδίσουν τη χώρα τους και να σταθούν στα πόδια τους:

1. Απαλλαγή της χώρας από το καθεστώς της νέας κατοχής από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ, κατάργηση του άθλιου «μνημονίου» που έχει υπογράψει και νομοθετήσει η κυβέρνηση.

2. Μονομερής άρνηση της πληρωμής του χρέους για να γλιτώσουμε από την επικείμενη πτώχευση και να διασώσουμε μισθούς και συντάξεις.

3. Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους, ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος επωφελήθηκε από αυτές.

4. Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσοι διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα. Όποιος έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να φυλακιστεί και η περιουσία του να δημευθεί.

5. Έξοδο από τη ζώνη του ευρώ. Όσο η χώρα βρίσκεται μέσα στην ΟΝΕ είναι εκτεθειμένη σε κάθε είδους πιέσεις, στους εκβιασμούς και τις επιδρομές της διεθνούς κερδοσκοπίας και λειτουργεί ως αναλώσιμο είδος για τα διευθυντήρια της Ευρωζώνης.

6. Εθνικοποίηση των μεγάλων πιστωτικών ιδρυμάτων για τον έλεγχο της οικονομίας και τον έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων.

7. Ανάδειξη του κράτους σε βασικό μοχλό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας με πρώτη την εθνικοποίηση των παλιών ΔΕΚΟ και υπηρεσιών που ιδιωτικοποιήθηκαν.

8. Παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία δεν θα στηρίζεται σε ξένους και ντόπιους κερδοσκόπους επενδυτές, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και μονοπώλια, αλλά στις ανάγκες και στο εισόδημα των εργαζομένων.

9. Αλλαγή του μονομερούς προσανατολισμού της χώρας και απαλλαγή της από τα δεσμά των μονοπωλιακών και ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Άνοιγμα του διεθνούς ορίζοντα της χώρας στην αναζήτηση νέων ερεισμάτων, νέων επαφών και σχέσεων με όλους τους λαούς και τις χώρες της Ευρώπης και όλου του κόσμου.

Ένα νέο ΕΑΜ

Η διάσωση της χώρας δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον λαό στον «γύψο» ούτε με ψευδο-«οικουμενικές» ή «υπερκομματικές» κυβερνήσεις εκφασισμού της πολιτικής ζωής. Η διέξοδος από την κρίση απαιτεί περισσότερη και όχι λιγότερη δημοκρατία.

● Απαιτεί τον λαό στο προσκήνιο, όχι θεατή και θύμα των εξελίξεων.

● Απαιτεί μια νέα εξουσία με τον λαό στα κέντρα των αποφάσεων και όχι ένα διεφθαρμένο σύστημα κυβερνητικής απολυταρχίας.

● Απαιτεί την κατάκτηση της δημοκρατίας μέσα από την αυθεντική κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Ποιος μπορεί να το κάνει αυτό; Μόνο με τη δημιουργία ενός μεγάλου κοινωνικοπολιτικού μετώπου ολόκληρου του λαού για τη διάσωση της χώρας μπορούμε να ξεφύγουμε από τον καταθλιπτικό μονόδρομο της καταστροφής, της λεηλασίας και της υπερχρέωσης.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν είναι υπόθεση απλώς και μόνο ορισμένων οργανώσεων ή κομμάτων, αλλά αφορά το σύνολο του λαού πέρα και πάνω από κομματικές τοποθετήσεις και εξαρτήσεις. Ένας ενωμένος και αποφασισμένος λαός δεν έχει να φοβηθεί τίποτε και κανέναν, δεν μπορεί να τον σταματήσει καμιά απειλή, κανένα αντίποινο των αγορών. Όποτε ο λαός αποφάσισε να ενωθεί και να διεκδικήσει τα δίκαιά του, δεν υπήρξε καμιά αντιξοότητα, καμιά δύναμη που να στάθηκε εμπόδιο στον δρόμο του.

Αντίθετα οι αγορές, οι τραπεζίτες, οι κερδοσκόποι και το πολιτικό τους προσωπικό είναι εκείνοι που έχουν κάθε λόγο να φοβούνται. Και είναι αλήθεια ότι τρέμουν σήμερα στην ιδέα μιας αυθεντικής λαϊκής αφύπνισης. Όχι μόνο επειδή ένας αποφασισμένος και ενωμένος λαός δεν υπήρξε ποτέ εύκολος αντίπαλος για την αντίδραση, αλλά διότι ξέρουν πολύ καλά ότι ένας τέτοιος αγωνιστής λαός δεν θα βρεθεί μόνος του, απομονωμένος, αλλά σχεδόν αμέσως θα σταθούν δίπλα του, σύμμαχοι και συμπολεμιστές, και οι άλλοι λαοί της Ευρώπης, οι Πορτογάλοι, οι Ισπανοί, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί και οι άλλοι που στενάζουν το ίδιο κάτω από την μπότα της υπερεθνικής χρηματιστικής απολυταρχίας.

Τώρα είναι η ώρα για να οικοδομηθεί ένα νέο ΕΑΜ, μια νέα Φιλική Εταιρεία, μια νέα Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας. Μόνο έτσι μπορεί να γεννηθεί μια καινούργια μορφή διακυβέρνησης, μια νέα μορφή εξουσίας που θα βασίζεται απευθείας στους ίδιους τους εργαζομένους, τους νέους, τους μικρομεσαίους, τους αγρότες, δηλαδή στο σύνολο του λαού, και θα εκφράζει την πάλη του για μια άλλη, ριζικά διαφορετική πορεία αυτού του τόπου.

* Το κείμενο αυτό του Δ. Καζάκη είναι η βάση των ομιλιών του σε εκδηλώσεις που έγιναν στην Άμφισσα στις 26.5 και στον Βύρωνα στις 27.5