Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Ο Μεγάλος Περίπατος και η πόλη: πειραματισμοί στην Αθήνα

Για τον Μεγάλο Περίπατο του Δημάρχου Αθηναίων έχουν ήδη γραφεί πολλά, κυρίως σε σχέση με το κυκλοφοριακό και το ποδήλατο, αλλά και για τα διαδικαστικά προβλήματα του έργου. Στο παρόν άρθρο θέλουμε να επικεντρωθούμε σε τρία κομβικά κατά τη γνώμη μας ζητήματα: στην αντίληψη για την πόλη που κρύβεται πίσω από την παρέμβαση, στις μεταβολές των αξιών γης που μπορεί αυτή να επιφέρει, καθώς και στην πειραματική, κατά τις δηλώσεις του δημάρχου, διάσταση της.
Οι προτεραιότητες που μπαίνουν σε κάθε πολεοδομική παρέμβαση είτε ρητά είτε άρρητα μαρτυρούν πολλά για την αντίληψη που έχουν οι πολιτικοί αλλά και οι σχεδιαστές για την πόλη, τον τρόπο που κατανοούν τους κατοίκους και οραματίζονται το μέλλον της.
 Πέρα από το να περιδιαβαίνουν ανέμελοι, οι Αθηναίοι πηγαίνουν στη δουλειά τους, τρέχουν να πάρουν τα παιδιά τους από το σχολείο και να πάνε τη γιαγιά στο γιατρό, βιάζονται να προφτάσουν τα ψώνια και τις υπηρεσίες ανοιχτές. Καμιά φορά χρειάζεται να διασχίσουν την πόλη από την μια άκρη στην άλλη για να τα κάνουν αυτά. Διαφορετικές ομάδες, πλούσιοι και φτωχοί, μετανάστες και ντόπιοι, άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, άτομα υγιή ή άτομα με ειδικές ανάγκες, κατοικούν διαφορετικές γειτονιές, με διαφορετικούς τρόπους και βαθμούς δυσκολίας, και ακολουθούν διαφορετικές καθημερινές διαδρομές. Μια παρέμβαση που βάζει τον περίπατο πάνω απ’όλα, είναι μια παρέμβαση που αγνοεί την ταξική διάρθρωση του χώρου της πόλης, αλλά και κάνει συγκεκριμένες – ταξικές και έμφυλες – επιλογές σε σχέση με τη χρήση του χώρου και την οργάνωση του χρόνου των κατοίκων της.
Γνωρίζουμε πολύ καλά από την εμπειρία στην ίδια την Αθήνα πως κάθε παρέμβαση επιφέρει και μεταβολές στις αξίες γης, με πολλαπλές επιπτώσεις σε δάφορα επίπεδα. Το κέντρο έχει κατοικία και υπηρεσίες, έχει ακόμη βιοτεχνία και χονδρεμπόριο, έχει εξειδικευμένες πιάτσες που έχουν εξελιχθεί εδώ και δεκαετίες, με μια -όχι πάντα εύκολη- συμβίωση με το αυτοκίνητο. Παρά τις πολλές προσπάθειες αυτά να εξοβελιστούν οριστικά από το κέντρο με γνώμωνα μια φανταστική (και ανύπαρκτη) δυτικοευρωπαϊκή πόλη, πολλές από αυτές τις χρήσεις επιβιώνουν πεισματικά, αν και συχνά με μια πολύ λεπτή οικονομική ισορροπία, κυρίως από την κρίση και μετά. Οποιαδήποτε άνοδος των αξιών γης, με την επακόλουθη άνοδο των ενοικίων, μπορεί να οδηγήσει ταχύτατα στην απομάκρυνση, δηλαδή στον πραγματικότητα στο οριστικό κλείσιμο, πολλών κυρίως μικρών επιχειρήσεων, με πολλαπλαστιαστικές επιπτώσεις για τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις πως ένα μεγάλο κομμάτι της ακίνητης περιουσίας έχει αλλάξει χέρια τα τελευταία χρόνια, καθώς οικόπεδα και κτήρια αγοράστηκαν σε εξευτελιστικές τιμές. Ήρθε η ώρα φαίνεται να ωφεληθούν οι ραντιέρηδες ιδιοκτήτες γης, σε βάρος των εργαζομένων και των κατοίκων του κέντρου. 
Το τρίτο ζήτημα, κάτι που προβάλλεται συνεχώς ως δικαιολογία για όλες τις προχειρότητες, είναι η λεγόμενη «πιλοτική» διάσταση του εγχειρήματος, η ιδέα δηλαδή πως το έργο δεν είναι απαραίτητα μόνιμο, αλλά πως πρόκειται για πειράματα που μπορούν και να αναστραφούν. Εδώ υπάρχουν διάφορα ζητήματα: 
  • Το πρώτο είναι πως για μη μόνιμα έργα τα ποσά που έχουν εγγραφεί στον  προϋπολογισμό του Δήμου είναι υπέρογκα. Τα πανάκριβα παγκάκια και οι ζαρντινιέρες πολυτελείας είναι αυτά που έκαναν τον γύρο των σόσιαλ μήντια, αλλά τα συνολικά έξοδα δεν αφορούν μόνον την επίπλωση. 
  • Δεύτερον, χρειάζονται πολύ πιο «βαριές» αλλαγές, όπως π.χ. η μετακίνηση των γραμμών των τρόλλεϋ ή των στάσεων των λεωφορείων, που αν γίνουν με προχειρότητα θα είναι ακόμη πιο κακοσχεδιασμένες από πρώτα και σίγουρα όχι αναστρέψιμες. Πού αναγράφεται αυτό το κόστος; 
  •  Το τρίτο είναι πως τα πειράματα σε πραγματικό χώρο είναι πάντα πολύ ριψοκίνδυνα, με αρνητικές επιπτώσεις συνήθως και τους ασθενέστερους, ενώ κάποιες μεταβολές δεν είναι αναστρέψιμες. Για παράδειγμα, αν κλείσει ένα μαγαζί ή μια βιοτεχνία εξ αιτίας μιας τέτοιας κλίμακας παρέμβασης, δεν ξανανοίγει. Ούτε η τεράστια κλίμακα του συνολικού έργου ούτε η έλλειψη επιστημονικής παρακολούθησης των επιπτώσεών του είναι καλοί οιωνοί.  

Εδώ δεν θα μπούμε καν στην αισθητική, στις κακοτεχνίες και τις τεχνικές λεπτομέρειες της υλοποίησης, αλλά είναι θέμα που πρέπει επίσης να συζητηθεί. 
Σε μια πόλη με ένα τόσο μεγάλο αριθμό φτωχοποιημένων ανθρώπων, ποια είναι η προτεραιότητα του αστικού σχεδιασμού; Με ποιο σκεπτικό, μέσα από ποιες διαδικασίες και με τι στόχο μπήκαν αυτά τα ζητήματα ως κατεπείγοντα; Εδώ ο Δήμαρχος βέβαια δεν πρωτοτυπεί απομονώνοντας το κυκλοφοριακό και μάλιστα με μια αμιγώς τεχνοκρατική προσέγγισή του: το λεγόμενο planning by project είναι κανόνας στην πολεοδομία εδώ και δεκαετίες. Ο καθολικός σχεδιασμός, αυτός που κοιτάζει μια χωρική ενότητα στο σύνολό της και προσπαθεί να κατανοήσει το πώς αλληλοσυνδέονται οι διαφορετικές της πτυχές μόλις υποβαθμίστηκε κι άλλο.
Της Ντίνας Βαΐου* και του Άρη Καλαντίδη**
 * Η Ντίνα Βαΐου είναι πολεοδόμος, ομότιμη καθηγήτρια του ΕΜΠ 
** Ο Άρης Καλαντίδης είναι πολεοδόμος, καθηγητής αστικής διαχείρισης στο Μάντσεστερ
Σημείωση Blog:

Η πρόταση Μπακογιάννη είναι μια συρραφή ιδεών, μελετών και προτάσεων που η κάθε μία έχει γίνει για άλλο λόγο, για άλλο σκοπό και κάτω από διαφορετικό νομικό πλαίσιο.

Ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, έχει σχέση με την ποιότητα της ζωής, την υγεία και με την ταυτότητα της πόλης, δεν μπορεί να είναι πεδίο πειραματισμών και προσωπικής προβολής του κάθε τυχάρπαστου της μητσοτακικής οικογένειας.

Ο λεγόμενος «περίπατος Μπακογιάννη», κινδυνεύει να μετατρέψει το παραγωγικό κέντρο της πόλης σε έρημο τόπο διακοπών, οι υπερβολικές πεζοδρομήσεις έχουν αποδειχθεί μπούμερανγκ: μικρό παράδειγμα η Φλωρεντία, η οποία, λόγω άκριτης πολιτικής πεζοδρομήσεων και εκτόπισης κάθε δραστηριότητας που δεν συνδέεται με τον τουρισμό, έχει εγκαταλειφθεί από τους ντόπιους.

Η καθόλου τυχαία ανυπόγραφη «αρχιτεκτονική μελέτη» που συνοδεύει την πρόταση «Μεγάλος Περίπατος της Αθήνας» της «ομάδας Μπακογιάννη», πέραν της προχειρότητάς της, παραπέμπει περισσότερο σε «παραγγελία εργολάβου», παρά σε επιπέδου και με αξιώσεις πόνημα σύγχρονου Αστικού Σχεδιασμού για μια ιστορική Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα όπως η Αθήνα.

Όχι μόνο δεν δημιουργεί «μία από τις πιο όμορφες διαδρομές αστικού τοπίου στην Ευρώπη», όπως διαφημίζεται από τον Μπακογιάννη και τα φιλικά του ΜΜΕ, αλλά αντιθέτως προσβάλλει την αρχιτεκτονική κοινότητα της χώρας και τους κατοίκους των Αθηνών με την αμφίβολη ποιότητά της, υποβιβάζοντας περαιτέρω την αισθητική της Πρωτεύουσας, στο όνομα δήθεν φαρδύτερων πεζοδρομίων με λευκές τσίγκινες ζαρντινιέρες των 530 ευρώ, μεταλλικά 
Kitsch παγκάκια των 5700 ευρώ, πλαστικά κόκκινα κολωνάκια και αδιάφορες χρωματιστές δαπεδοστρώσεις, αλλά και με ποδηλατόδρομους αυτή τη φορά, για τους οποίους δεν γνωρίζουμε ούτε από πού ξεκινούν, ούτε πού καταλήγουν.

Ερωτηματικά επίσης δημιουργούνται ως προς το κατά πόσο τα φαρδύτερα πεζοδρόμια και οι πεζοδρομήσεις σημαντικών οδών εξυπηρετούν τις ουσιαστικές ανάγκες των πεζών επισκεπτών, των εργαζομένων και των κατοίκων του Κέντρου, και όχι τις «ανάγκες» των επιχειρηματιών εστίασης, των ξενοδόχων κλπ. για όσο το δυνατόν περισσότερο υπαίθριο/δημόσιο χώρο, για να μπορούν να βγάλουν τραπεζάκια «έξω», μετατρέποντας το Κέντρο της Αθήνας σε ένα τεράστιο υπαίθριο καφέ ή/και τουριστικό θέρετρο. Διακρίνουμε πάλι κάτι καθόλου καινούριο, τόσο στην περίπτωση της Ελλάδας όσο και αλλού: την ιδιωτικοποίηση του σχεδιασμού του δημόσιου χώρου της πόλης. Ένας δημόσιος φορέας (Δήμος Αθηναίων) αποφασίζει, σχεδιάζει και υλοποιεί την πλήρη ανατροπή της μορφής της πόλης βάσει των αναγκών του «επιχειρηματικού κόσμου». Σε αυτό το πλαίσιο κινείται, και αυτούς τους σκοπούς υπηρετεί η επικείμενη «ανάπλαση». Με αυτούς τους όρους είναι μάλλον εύκολο να προδιαγράψει κανείς την πορεία του «έργου». Νέες γενναιόδωρες «χορηγίες» επιχειρηματιών που έχουν συμφέροντα στην περιοχή (βλ. πρόσφατη «ανάπλαση» της Πλατείας Ομονοίας), καθώς και νέες αναθέσεις σε ημέτερους «μεγαλοεργολάβους» σε καθεστώς αδιαφάνειας, προσφιλείς πρακτικές τόσο της σημερινής όσο και των προηγουμένων Κυβερνήσεων, εγγυώνται την αποπεράτωσή του.

Για την επιτυχία μιας παρέμβασης, που στοχεύει στη βελτίωση και διεύρυνση του δημόσιου χώρου της Αθήνας πρέπει :
  • να εντάσσεται στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου πολεοδομικού και ρυθμιστικού σχεδιασμού με χρονικό και οικονομικό προγραμματισμό,
  • να γίνει ανοικτός δημόσιος διάλογος με τη συμμετοχή του Δήμου, του αρμόδιου υπουργείου, των επιστημονικών φορέων σχεδιασμού, της μελετητικής ομάδας, των κατοίκων και επαγγελματιών της περιοχής και όποιου άλλου σχετικού φορέα, ώστε να συζητηθούν με απόλυτη διαφάνεια τα διαδικαστικά, οικονομικά, επιστημονικά, τεχνικά θέματα,
  • να έχει διεπιστημονικό και πολυεπιστημονικό χαρακτήρα,
  • να πραγματοποιείται, τέλος, από ειδικούς επαγγελματίες, μεταξύ των οποίων, κατά προτεραιότητα πολεοδόμοι και αρχιτέκτονες.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως η επίκληση της πανδημίας για την υλοποίηση του εν λόγω σχεδίου είναι προσχηματική, ώστε η εκτέλεσή του να μεθοδευτεί σκοπίμως εσπευσμένα, διαδικασία fast track, με όρους παντελούς έλλειψης διαφάνειας, και διαβούλευσης με τους εμπλεκομένους φορείς τους εργαζομένων και τους κατοίκους του Κέντρου, καθώς και των επιστημονικών φορέων. Μοναδικός και αποκλειστικός στόχος είναι η εξυπηρέτηση του real estate και η επιτάχυνση της εμπορευματοποίησης της περιοχής, εκτοπίζοντας κατοίκους και εργαζόμενους από το κέντρο, δημιουργώντας χώρο κυρίως για καταναλωτές και όχι για χρήστες του δημόσιου χώρου. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κέντρου για λίγους, εξευγενισμένη “βιτρίνα” μιας πόλης που σταδιακά θα χάνει τους κατοίκους της και τις ζωτικές λειτουργίες και δραστηριότητές της. Πρόκειται για μια νεοφιλελεύθερη - καπιταλιστική λογική αντιμετώπισης της πόλης, όχι ως κοινωνικό αγαθό αλλά ως προϊόν προς αξιοποίηση με όρους αγοράς και ανταγωνιστικότητας του χώρου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου