Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Διαρκής μη επανάσταση...



Αναδημοσίευση απο : Radical Desire
Πήγαν, λέει, τα ΜΑΤ, με πρωτοβουλία Καμίνη, να αδειάσουν την πλατεία από τις σκηνές που είχαν αφήσει οι θαμώνες, που στο μεταξύ την είχαν κάνει για μπάνια. Διαδόθηκε αυτό μέσω του νετ, όπως συμβαίνει συνήθως, και ξαναμαζεύτηκαν στην πλατεία, όχι βέβαια αναγκάζοντας τα ΜΑΤ σε υποχώρηση (γιατί και αυτό ειπώθηκε) με όπλο τα σορτσάκια και τις σαγιονάρες τους, όταν δεν μπορούσαν να τα φέρουν βόλτα σε πολύ πιο κρίσιμες φάσεις, αλλά δηλώνοντας έμπρακτα ότι η πλατεία είναι λαϊκό και αμεσοδημοκρατικό κεκτημένο και θα μείνει τέτοιο, ακόμα και όταν είναι άδεια λόγω υποχρεώσεων στην παραλία. Τα μπάνια τελειώνουν τον Σεπτέμβρη και την πλατεία τη θέλουμε. Μη μου την πλατεία τάρατε ένα πράμα.

Αν ψάχνει να βρει κανείς εξηγητικά σχήματα για αυτό το σκηνικό καλοκαιρινού σουρεαλισμού στην πολιτική θεωρία θα ψάχνει επί ματαίω, και εδώ την πάτησε η αριστερά, μαζί και η αφεντιά μου: στο ότι προσπάθησε να καταλάβει την πλατεία με όρους πολιτικούς, να της δώσει θετικό ή αρνητικό πολιτικό περιεχόμενο. Αλλά το ζήτημα με την πλατεία, αρχίζω να σκέφτομαι, δεν είναι ζήτημα πολιτικής τάξης. Είναι ζήτημα ανθρωπολογικής, κοινωνιολογικής, και πολιτισμικής τάξης.

Και εδώ ερχόμαστε σε ένα ζήτημα που έχει προκύψει από τις στατιστικές για τις εκλογικές προτιμήσεις των τελευταίων δύο μηνών και που είναι βασικά ότι η πλατεία είχε εντελώς περιφερειακή σχέση με ανακατατάξεις σε εκλογικές προτιμήσεις, δηλαδή, ότι παρά τον άγριο τζόγο κάποιων στην αριστερά μαζί της, η πλατεία δεν μάσησε και περιορίστηκε στο να εκφράσει την αρνητικότητά της απέναντι στα δύο μεγάλα κόμματα παρά στο να υποστηρίξει οποιοδήποτε άλλο με εμφαντικό τρόπο. Τζάμπα η κοπιώδης underground δουλειά των καμουφλαρισμένων συντρόφων --ως τώρα τουλάχιστο-- με λίγα λόγια, διότι η πλατεία δεν ήταν πρώτη ύλη για την έκρηξη της ριζοσπαστικής αριστεράς, όπως φαντασιώνονταν οι καημένοι, αλλά κάτι άλλο, κάτι που δεν υπάρχει πουθενά στα βιβλία πολιτικής θεωρίας: η πλατεία ως τώρα ήταν μια έκρηξη καθαρής κοινωνικότητας,. Δεν είχε πολιτική στόχευση και στρατηγικό πλάνο όχι επειδή δεν κατάφερε να τα αποκτήσει, αλλά επειδή δεν ήταν αυτά που την ενδιέφεραν. Ο κόσμος κατά βάση ήθελε να βγει απ' το σπίτι του όπου είχε εγκλωβιστεί απ' τον φόβο και την κατάθλιψη, να μιλάει, να βλέπει άλλους να μιλάνε, να βλέπει ταινίες, να χορεύει, να τραγουδάει, να στρίβει τσιγάρα, να γνωρίσει ωραία παιδιά του αντίθετου ή του ίδιου φύλου, και γενικώς να περάσει καλά με λίγα λεφτά για καμιά μπύρα και κανα σουβλάκι.

Και αυτό είναι εντάξει, και ακόμα περισσότερο από εντάξει, γιατί σηματοδοτεί μια επιστροφή της λαϊκής διασκέδασης, της σαγιονάρας, της απενεχοποίησης του ότι δεν έχεις μία να πας σε κανα πιο γκλάμορους μέρος και τη βγάζεις στους δημόσιους χώρους. Και επειδή αυτές είναι σοβαρές ανάγκες σε μια υφεσιακή και ετοιμόρροπη οικονομία, είναι πολύ πιθανό --αν και με αυτά τα πράγματα ποτέ δεν ξέρεις-- η πλατεία να μονιμοποιηθεί ως κοινωνικό φαινόμενο, σε μόνιμη απόσταση απ' την πολιτική, να διεκδικήσει την πραγματική της αυτονομία από πολιτικές διεργασίες με επιτυχία χωρίς να αποφεύγει την συζήτηση για τα προβλήματα της κοινωνίας, αλλά και χωρίς να την πολυκαίει να αναλάβει κάποια δράση σε κάποια κατεύθυνση, και πολύ περισσότερο, χωρίς να την πολυκαίει να ακούει το οποιοδήποτε κόμμα νομίζει ότι βρήκε εκεί τη μαγιά της επανάστασης (λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα, της εκλογικής ενίσχυσης εννοούσα).

Έτσι, μαζί με το ας πούμε 60% που θα είναι ακόμα προσκολλημένο στα κόμματα, τις ανακοινώσεις τους, και τις ενδοκομματικές και διακομματικές διαμάχες τους, θα υπάρχει και ένα άλλο 30%, που θα είναι βασικά κάτι άλλο, παραπληρωματικό ως προς την πολιτική ζωή, χωρίς φιλοδοξία να την υποκαταστήσει ή να την μετασχηματίσει, αλλά με αρκετό μέγεθος και αποφασιστικότητα να διεκδικήσει τον δίκο του παραπληρωματικό χώρο ώστε το κράτος να αναγκαστεί να το ανεχτεί, τα κόμματα και οι "χώροι" να το αφήσουν ήσυχο, και αυτό να κάνει την δική του διαρκή μη επανάσταση.

Χρόνια μετά, θα γραφτούν πολύ ενδιαφέρουσες ανθρωπολογικές μελέτες για το λαό που, αφού έπαιξε και έχασε με τα καθεστωτικά κόμματα, κουράστηκε να βασανίζεται από την έλλειψη Πλάνου Β' για την πολιτική, και είπε να το διασκεδάσει τουλάχιστο, αφαιρώντας τον εαυτό του από κάθε ιστορικο-πολιτικό καθορισμό, και μετατρέποντας αυτό που για τους θεωρητικούς είναι μια διαρκής πολιτική, θεσμική, ιδεολογική και οικονομική κρίση σε έναν παράδοξα μετα-αφελή και ενσυνείδητο χαβαλέ. Υπ' αυτή την έννοια, όλα τα λεφτά βρίσκονται στο να σκεφτείς το μπαχτινικό παράδειγμα του καρνάβαλου ως αυτό που δεν προηγείται απλώς της ανάδυσης πολιτικών δομών που δίνουν κατεύθυνση στην συγκεχυμένη και αντιφατική ανατρεπτική θέληση του προκαπιταλιστικού αυτού θεσμού, αλλά έπεται επίσης του τέλους της πολιτικής, αυτή τη φορά ως διαδικασία όχι παροδική, αλλά μόνιμη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου