Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Πηγή του κέρδους είναι η εργατική δύναμη...




Μείωση του «κόστους εργασίας». 
Η καθιερωμένη φράση των αστών οικονομολόγων, αστών πολιτικών και όλων των καπιταλιστών, γίνεται στο λόγο τους ο μαγικός καταλύτης ενίσχυσης της καπιταλιστικής οικονομίας. Ετσι δρουν οι καπιταλιστές. Υπέρτατος σκοπός τους, η όσο γίνεται μεγαλύτερη αύξηση των κερδών τους. Αλλωστε ο νόμος του κέρδους είναι ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού.
Πώς βγαίνει όμως το κέρδος; Οι αστοί υποστηρίζουν ότι στην παραγωγή νέων αξιών συμβάλλουν το κεφάλαιο και η εργασία και ότι για την εργασία η αμοιβή είναι ο μισθός, ενώ για το κεφάλαιο είναι το κέρδος. 

Οι καπιταλιστές, βεβαίως, συγκαλύπτουν μ' αυτή την τοποθέτηση την ουσία του ζητήματος. Γιατί αυτοί που παράγουν είναι μόνο οι εργάτες και οι εργάτριες. Αυτοί βάζουν σε κίνηση τα μέσα παραγωγής, αυτοί παράγουν τον κοινωνικό πλούτο και το κέρδος του καπιταλιστή.
Ο κάτοχος ενός ποσού χρημάτων για να τα αυξήσει, δηλαδή για να βγάλει κέρδος (τότε μόνο γίνεται το χρήμα κεφάλαιο, όταν επενδύεται με σκοπό το κέρδος), αγοράζει μέσα παραγωγής, (εργαλεία, πρώτες ύλες, ενέργεια κλπ.), αλλά μόνο μ' αυτά δεν μπορεί να υπάρξει διαδικασία παραγωγής. Χρειάζεται και εργατική δύναμη για να τα κινήσει, την οποία επίσης πληρώνει, δίνει μισθούς ή μεροκάματα. Τι είναι όμως εργατική δύναμη; Η ικανότητα για εργασία.
Ο Μαρξ στο μνημειώδες έργο του «Το κεφάλαιο», επιστημονικό θεμέλιο στην ταξική πάλη της εργατικής τάξης για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, το δίνει ως εξής: «Οταν λέμε εργατική δύναμη ή ικανότητα για εργασία εννοούμε το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων που υπάρχουν στο σώμα, στη ζωντανή προσωπικότητα ενός ανθρώπου και που τις βάζει σε κίνηση κάθε φορά που παράγει οποιουδήποτε είδους αξίες χρήσης» (τ. 1ος σελ. 180).
Η εργατική δύναμη συνενώνεται λοιπόν με τα μέσα παραγωγής και αρχίζει η διαδικασία παραγωγής προϊόντων με σκοπό την πώλησή τους στην αγορά. Αρχίζει η παραγωγή εμπορευμάτων, δηλαδή αξιών. Μέσα από τη διαδικασία της παραγωγής εμπορευμάτων, ο κάτοχος του συγκεκριμένου ποσού χρημάτων, πουλώντας τα στην αγορά, αυξάνει αυτό το ποσό που τοποθέτησε για να αγοράσει μέσα παραγωγής και να μισθώσει εργατική δύναμη.
Πώς γίνεται όμως αυτό; Η διαδικασία που φαίνεται ότι αυξάνει το αρχικό ποσό χρημάτων, που δίνει κέρδος στο κεφάλαιο, είναι η πραγματοποίηση των εμπορευμάτων, δηλαδή η πώλησή τους στην αγορά. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Για να μπορεί ο κάτοχος του χρήματος να το αυξάνει, πρέπει να βρει στην αγορά ένα εμπόρευμα που η αξία χρήσης του (η χρησιμότητά του δηλαδή) να είναι πηγή αξίας, να μπορεί να αυξάνει το χρήμα, που η κατανάλωσή του από τον κάτοχο χρήματος στη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας να μπορεί να του αυξάνει το χρήμα.
Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» το δίνει ως εξής: «Για να μπορεί όμως ο κάτοχος του χρήματος να βγάζει αξία από την κατανάλωση έπρεπε να 'ναι τόσο τυχερός ώστε ν' ανακαλύψει μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας, στην αγορά, ένα εμπόρευμα που η ίδια η αξία του χρήσης να 'χει την ιδιόμορφη ιδιότητα να 'ναι πηγή αξίας, που η ίδια η πραγματική του κατανάλωση να 'ναι λοιπόν αντικειμενοποίηση της εργασίας κι επομένως προτσές δημιουργίας αξίας. Και ο κάτοχος του χρήματος βρίσκει στην αγορά ένα τέτοιο ειδικό εμπόρευμα - την ικανότητα για εργασία, δηλαδή την εργατική δύναμη... (τ. 1ος, σελ.180)... Το κεφάλαιο γεννιέται μόνο εκεί όπου ο κάτοχος μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης βρίσκει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη σαν πουλητή της εργατικής του δύναμης, και αυτός ο ένας ιστορικός όρος περικλείνει μέσα του μιαν ολόκληρη παγκόσμια ιστορία» (τ. 1ος, σελ. 183).
Οι καπιταλιστές λοιπόν γνωρίζουν άριστα ότι δεν πληρώνουν «εργασία» στους εργάτες, αλλά χρόνο που η «ικανότητα για εργασία», δηλαδή η «εργατική δύναμη», βάζει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής, όπως επίσης γνωρίζουν το ίδιο καλά ότι η κατανάλωση της εργατικής δύναμης στη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας δίνει το κέρδος. Επομένως η έννοια «κόστος εργασίας» προβάλλεται σκόπιμα, ενώ είναι λαθεμένη, γιατί δεν πληρώνουν εργασία, αλλά χρόνο κατανάλωσης εργατικής δύναμης που τους δίνει κέρδος. Δεν «κοστίζει» λοιπόν στον καπιταλιστή, αφού είναι πηγή αύξησης του κεφαλαίου του, του δίνει κέρδος.
Πώς εμφανίζεται όμως στην αγορά το εμπόρευμα εργατική δύναμη; 
Ο Μαρξ θέτει δυο όρους, χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αυτό το εμπόρευμα στην αγορά. Ο πρώτος είναι ο εξής: Ο κάτοχός της, δηλαδή ο εργάτης, την προσφέρει για πώληση, γιατί είναι ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία. Και ο δεύτερος, ο κάτοχος της εργατικής δύναμης, να μην μπορεί να πουλάει ο ίδιος εμπορεύματα στα οποία να έχει αντικειμενοποιηθεί η εργασία του, αλλά να είναι υποχρεωμένος να προσφέρει σαν εμπόρευμα την εργατική του δύναμη.
«... η εργατική δύναμη δεν μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά σαν εμπόρευμα, παρά μόνο εφόσον και επειδή προσφέρεται για πούληση σαν εμπόρευμα ή πουλιέται από το δικό της κάτοχο, από το πρόσωπο του οποίου είναι εργατική δύναμη. Για να μπορεί ο κάτοχός της να την πουλάει σαν εμπόρευμα, πρέπει να την εξουσιάζει, να 'ναι δηλαδή ελεύθερος ιδιοκτήτης της ικανότητάς του για εργασία, της προσωπικότητάς του» (Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τ. 1ος, σελ. 180).
«Ο δεύτερος ουσιαστικός όρος για να βρίσκει ο κάτοχος του χρήματος την εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα στην αγορά είναι ο παρακάτω: ο κάτοχος της εργατικής δύναμης αντί να μπορεί να πουλάει εμπορεύματα στα οποία να έχει αντικειμενοποιηθεί η εργασία του, να είναι αντίθετα υποχρεωμένος να προσφέρει σαν εμπόρευμα για πούληση την ίδια την εργατική του δύναμη που υπάρχει μόνο στο ζωντανό του σώμα».(Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τ. 1ος, σελ. 181).
Ας δούμε τώρα, πώς ο Μαρξ, στο «Κεφάλαιο», αποκαλύπτει την ιδιομορφία του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» να αυξάνει στη διαδικασία της παραγωγής το κεφάλαιο, αποδίδοντας κέρδη, στη διάρκεια μιας εργάσιμης μέρας που «είναι η φυσική μονάδα μέτρησης για τη λειτουργία της εργατικής δύναμης» (τ. 2ος σελ. 153).
«Οπως η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, και η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από το χρόνο εργασίας, που είναι αναγκαίος για την παραγωγή, επομένως και για την αναπαραγωγή αυτού του ειδικού είδους... Ετσι, ο χρόνος εργασίας, που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της εργατικής δύναμης, αναλύεται στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης, ή η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων συντήρησης, που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της» (τ. 1ος, σελ. 183).
«Το μέρος, λοιπόν, της εργάσιμης μέρας, που στη διάρκειά της συντελείται αυτή η αναπαραγωγή (σ.σ. της ημερήσιας αξίας της εργατικής δύναμης) το ονομάζω αναγκαίο χρόνο εργασίας και την εργασία, που ξοδεύτηκε στο διάστημά της, αναγκαία εργασία. Αναγκαία για τον εργάτη, γιατί είναι ανεξάρτητη από την κοινωνική μορφή της εργασίας του. Αναγκαία για το κεφάλαιο και τον κόσμο του, γιατί ο κόσμος αυτός έχει για βάση του τη διαρκή ύπαρξη του εργάτη» (τ. 1ος, σελ. 228 - 229).
«Η δεύτερη περίοδος του προτσές εργασίας, που ο εργάτης μοχθεί πέρα από τα όρια της αναγκαίας εργασίας, του στοιχίζει βέβαια εργασία, ξόδεμα εργατικής δύναμης, δε δημιουργεί όμως αξία γι' αυτόν. Δημιουργεί υπεραξία, που χαμογελάει του κεφαλαιοκράτη με όλες τις χάρες μιας δημιουργίας εκ του μηδενός. Το μέρος αυτό της εργάσιμης μέρας το ονομάζω χρόνο υπερεργασίας και την εργασία που ξοδεύεται στη διάρκειά του υπερεργασία» (τ. 1ος, σελ. 229).
Επομένως ο εργάτης φαίνεται να δουλεύει μια εργάσιμη μέρα και να πληρώνεται γι' αυτήν, αλλά αυτή είναι συγκάλυψη της αλήθειας. Ο εργάτης πληρώνεται μόνο για τις ώρες που χρειάζονται για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης και που είναι λιγότερες από τις ώρες μιας εργάσιμης μέρας, π.χ. 8ωρο. 
Τις υπόλοιπες δουλεύει για τον κεφαλαιοκράτη, αυτό είναι το κέρδος του κεφαλαιοκράτη.

1 σχόλιο: