Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Mε τον ατομικό δρόμο της φυγής ή με το συλλογικό δρόμο του αγώνα;

Στοιχείο πρώτο: Ενας στους δύο Ελληνες που βρίσκονται σε «εργάσιμη ηλικία» αναζητά απασχόληση στο εξωτερικό1.
Στοιχείο δεύτερο: 300.000 Ελληνες, στην πλειονότητά τους ειδικευμένοι επιστήμονες, έχουν ήδη συμπληρώσει βιογραφικά για να μεταναστεύσουν2.
Στοιχείο τρίτο: Στους 139.000 υπολογίζεται ότι ανέρχονται οι Ελληνες πτυχιούχοι/επιστήμονες (εκ των οποίων το 75% είναι κάτοχοι μεταπτυχιακού διπλώματος) που αναζήτησαν και βρήκαν την επαγγελματική τους αποκατάσταση στο εξωτερικό από την αρχή της κρίσης και μέχρι το 2011, ενώ πολλοί περισσότεροι εκτιμάται ότι έχουν φύγει από το 2011 ως σήμερα (μόνο στη Γερμανία και μόνο το 2013 βρήκαν δουλειά 123.000 Ελληνες σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Εργασίας)1. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε νέους, αλλά αρχίζει και καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα ηλικιών.

Τα παραπάνω είναι μία (μερική προς το παρόν καθώς τα πλήρη στοιχεία θα πάρουν χρόνο να συλλεχθούν και να αναλυθούν) από τις αποδείξεις της τεράστιας καταστροφής που συντελείται στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Η ραγδαία φυγή στο εξωτερικό μορφωμένου, ειδικευμένου και υψηλού επιπέδου επιστημονικο-τεχνικού δυναμικού είναι μια πλευρά της καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων που προκαλεί η διαχείριση της κρίσης από την ελληνική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Χιλιάδες νέοι επιστήμονες, τη στιγμή που είναι έτοιμοι να αρχίσουν να προσφέρουν τις γνώσεις τους και τις υπηρεσίες τους προς την κοινωνία, εγκαταλείπουν τη χώρα και τα προσφέρουν αυτά στην αλλοδαπή. Την ώρα που ο ελληνικός λαός πλήρωσε και πληρώνει για να υπάρχουν δημόσια πανεπιστήμια και να βγάζουν επιστήμονες που θα έπρεπε να υπηρετούν τις λαϊκές ανάγκες.
Ο δημοφιλέστερος προορισμός των μεταναστευόντων επιστημόνων/ερευνητών είναι ο βορράς της ΕΕ και κυρίως η Γερμανία, οι Σκανδιναβικές χώρες και η Μεγάλη Βρετανία. Ειδικά στη Γερμανία, σύμφωνα και με στοιχεία από τις στατιστικές υπηρεσίες τη χώρας αυτής, ο αριθμός των Ελλήνων επιστημόνων που εγκαταστάθηκαν και εργάζονται εκεί είναι κατά πολύ μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο από άλλες χώρες του νότου, και μάλιστα μεγαλύτερων πληθυσμιακά από την Ελλάδα, όπως η Ισπανία και η Ιταλία2. Παράλληλα, αυξημένη ροή καταγράφεται για χώρες όπως η Αμερική, ο Καναδάς και η Αυστραλία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί τέλος η ραγδαία αύξηση των Ελλήνων επιστημόνων που μεταναστεύουν για να βρουν εργασία στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα, η Βραζιλία και η Ινδία, αλλά και προς τις χώρες του Κόλπου. Οσον αφορά τα αντικείμενα εργασίας, αυτά καλύπτουν κυρίως μηχανικούς (όλων των κλάδων), γιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό, δασκάλους, λογιστές, διοικητικά στελέχη επιχειρήσεων, δικηγόρους, επιστήμονες αγροτικού τομέα, αποφοίτους θετικών επιστημών κ.λπ.
Τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης μετανάστευσης επιστημόνων
Το ρεύμα επιστημονικής φυγής δεν είναι απλά μια πρόσκαιρη επαφή με τους επιστήμονες άλλων χωρών για απόκτηση εμπειριών, αλλά πρόκειται για μια πραγματική και ουσιαστική μετανάστευση, παρόμοια με προηγούμενες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Ομως το σύγχρονο μεταναστευτικό κύμα έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από αυτό των μεταπολεμικών δεκαετιών. Τότε ήταν φτωχά αγροτικά και εργατικά στρώματα που αναζητούσαν εργασία για ένα πεπερασμένο χρονικό διάστημα. Σήμερα πρόκειται για πτυχιούχους/επιστήμονες/ερευνητές, στην πλειοψηφία τους μικροαστικής καταγωγής και προοπτικής, ο οποίοι φεύγουν χωρίς επιδίωξη επιστροφής. Πράγματι, ενώ ένα μεγάλο τμήμα των «γκασταμπάιντερς» επέστρεψε στα πάτρια εδάφη μετά από ένα μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, οι στατιστικές έρευνες λένε ότι η πλειοψηφία των σύγχρονων μεταναστών δεν θα επιστρέψει ποτέ2. Οι δε συνθήκες εργασίας τους μπορεί να είναι μεν καλύτερες από την ανεργία, την έλλειψη ασφάλισης, τις διαρκώς κατακρυμνόμενες απολαβές στην Ελλάδα κλπ., παρ' όλα αυτά κάθε άλλο παρά ευοίωνες είναι.
Πράγματι, οι νέοι επιστήμονες, που παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς, στατιστικά θα αλλάξουν πολλούς εργοδότες, σε διάφορες πόλεις, ακόμα και χώρες. Στην πλειοψηφία τους θα αμείβονται μεν περισσότερο από τα ελληνικά επίπεδα, αλλά λιγότερο από αυτό που θα τους επιτρέπει μια αξιοπρεπή και άνετη ζωή στις χώρες διαβίωσης. Παράλληλα, η εντατικοποίηση της εργασίας και η ανταγωνιστικότητα τόσο μεταξύ των εταιρειών/ιδρυμάτων, όσο και μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων γίνεται καθημερινότητα. Κοινωνικά, ο προσωπικός προγραμματισμός δυσχεραίνει και ο γάμος, η οικογένεια και τα παιδιά καθίστανται εξαιρετικά δύσκολα, αν όχι αδύνατα. Και όμως, παρότι γνωρίζουν ή διαισθάνονται αυτές τις δυσκολίες, ένα μεγάλο τμήμα (αν όχι πλειοψηφικό) των νέων πτυχιούχων στρέφονται προς τη μετανάστευση.
Οι αιτίες πίσω από αυτό το πρωτοφανές ρεύμα φυγής είναι προφανείς: Πρώτον, η ανεργία φτάνει στο 59% στους νέους και αναλογικά χτυπά και τους πτυχιούχους Ανώτατης Εκπαίδευσης (κατέχουμε την 7η θέση στην ΕΕ σε ό,τι αφορά τους άνεργους αποφοίτους της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, αλλά την πρώτη θέση στην ανεργία των αποφοίτων της ανώτερης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης3). Δεύτερον, η δραματική μείωση των απολαβών του επιστημονικο-τεχνικού δυναμικού εντός Ελλάδας που καθιστά τις απολαβές του εξωτερικού μακράν ελκτικότερες. Τρίτον, η διαφαινόμενη, ειδικά στον τομέα της έρευνας, πλήρης κατάρρευση εντός χώρας, που καθιστά τη φυγή στο εξωτερικό όχι απλά ζήτημα βελτίωσης, αλλά ζήτημα επιβίωσης και παραμονής στο αντικείμενο.
Για τις ανάγκες της χώρας σε επιστημονικό δυναμικό
Οι διάφοροι «πρόθυμοι» αρχίζουν αμέσως τους γκεμπελισμούς: «Στην Ελλάδα όλοι θέλουν να είναι επιστήμονες», «ο κρατικισμός έδωσε πτυχία σε όλους» κλπ. Δυστυχώς γι' αυτούς, τα πραγματικά στοιχεία είναι αμείλικτα: Ο μέσος όρος πτυχιούχων στην Ελλάδα είναι χαμηλότερος από το μέσο όρο πτυχιούχων στην ΕΕ (21η σε 30 χώρες της Ευρώπης ως προς τον αριθμό των επιστημόνων ανά κάτοικο)4. Η Ελλάδα υστερεί δηλαδή σε πτυχιούχους/επιστήμονες/ερευνητές. Τι συμβαίνει, λοιπόν; Πώς γίνεται η τεράστια φυγή επιστημονικο-τεχνικού δυναμικού να συντελείται από μια χώρα που διαθέτει λιγότερους αναλογικά επιστήμονες από τις χώρες προορισμού αυτής της φυγής;
Αναμφισβήτητα, το παράδοξο αυτό παύει να υφίσταται αν δει κανείς τις εξελίξεις στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ερευνας, αλλά και στον ευρύτερο καταμερισμό εργασίας που πραγματοποιείται μέσα από τις διαδοχικές αναδιαρθρώσεις της ΕΕ. Αρχίζοντας από την κατοχύρωση της «κινητικότητας των επιστημόνων και ερευνητών» και της «ελευθερίας της διακίνησης πληροφορίας» (δίπλα στην «ελευθερία διακίνησης» ανθρώπων, αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών), ο Ευρωπαϊκός Χώρος Ερευνας καταλήγει στην πράξη να οδηγεί σε μια ανισόμετρη επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη των πλουσιότερων και πιο ανεπτυγμένων χωρών της ΕΕ, σε βάρος των χωρών της περιφέρειας. Η επιδίωξη - αλλά και ήδη υλοποιούμενη τάση - είναι σαφής: Μία ΕΕ της οποίας το επιστημονικο-ερευνητικό κέντρο θα βρίσκεται στη Γερμανία και στη Γαλλία και δευτερευόντως στις μικρότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, με την υπόλοιπη ΕΕ σε ρόλο φτωχού συγγενή, με ρόλο σε «υποδεέστερους» τομείς, όπως τον αγροτικό, τον τουριστικό και τον τομέα υπηρεσιών χαμηλής τεχνολογίας.
Η εξέλιξη αυτή ναρκοθετεί οποιαδήποτε προσπάθεια για ανοικοδόμηση/ανάπτυξη και πρόοδο της χώρας, προς μία άλλη κατεύθυνση. Ενα μορφωμένο και ειδικευμένο επιστημονικο-τεχνικό δυναμικό είναι απαραίτητος πυλώνας ανάπτυξης και προόδου, όταν αυτές γίνονται με κεντρικό σχεδιασμό και σε διαλεκτική αλληλεπίδραση με την ίδια την εργατική τάξη, για τις ανάγκες όλου του λαού. Οσο η χώρα αιμορραγεί επιστημονικο-τεχνικά με αυτούς τους ρυθμούς, η διαρκής υπανάπτυξη και υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου είναι νομοτέλεια. Το λεγόμενο brain drain, η «αποστράγγιση μυαλών», δηλαδή η διαρκής απορρόφηση και απομύζηση ειδικευμένου επιστημονικο-τεχνικού δυναμικού των υποανάπτυκτων και αναπτυσσόμενων χωρών, προς όφελος των ανεπτυγμένων, θεωρείται διεθνώς ένας από τους κύριους λόγους που η πλειοψηφία των χωρών της Αφρικής, της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής παραμένουν σε τραγικά επίπεδα βιοτικού επιπέδου5 (πρακτικά είναι ένας βασικός πυλώνας της ιμπεριαλιστικής επιβολής πάνω τους).
Αυτά βέβαια, με την πρώτη ματιά, λίγο ενδιαφέρουν τους ίδιους τους πτυχιούχους που επιλέγουν τη μετανάστευση, όσο καλοπροαίρετοι και αν είναι, καθώς οι συνθήκες στην Ελλάδα καθιστούν δυσχερέστατη την ίδια την καθημερινή τους επιβίωση. Αυτό όμως που θα πρέπει να γίνει κατανοητό σε αυτούς, ειδικά σε όσους έχουν εργατική και λαϊκή καταγωγή, μέσα και από την οργανωμένη δράση των σωματείων και των συλλόγων τους, είναι ότι η χώρα τούς έχει ανάγκη. Αντί για τον ατομικό δρόμο της φυγής, ο συλλογικός δρόμος της αλλαγής των συσχετισμών και της βελτίωσης και ανατροπής της κατάστασης, δίπλα στην εργατική τάξη, η οποία πλέον δεν μπορεί εύκολα να «αναζητήσει την τύχη της» στις οικονομίες υψηλής τεχνολογίας των ανεπτυγμένων χωρών, είναι η μόνη ολοκληρωμένη διέξοδος. 
Αντί να αναγκάζονται να φεύγουν αυτοί από τη χώρα, να αγωνιστούν, μαζί με το εργατικό και λαϊκό κίνημα, ώστε να φύγουν τα μονοπώλια και οι επιλογές τους, που τους εξωθούν στη φυγή. Και τότε, θα μπορούν απρόσκοπτα να προσφέρουν τα αποτελέσματα του μόχθου τους πίσω στο λαό που τους έφτιαξε.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
1. Ερευνα του ομίλου παροχής υπηρεσιών ανθρώπινου δυναμικού «Adecco».
2. Λόης Λαμπριανίδης, «Επενδύοντας στη Φυγή», εκδ. «Κριτική».
3. Ερευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ στο πλαίσιο της ετήσιας Εκθεσης για την Εκπαίδευση 2012-2013.
4. Eurostat: Key Data on Education in Europe 2012.
5. Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης: World Migration Report 2011.
Ερευνητής Θεωρητικής Φυσικής στη ΣΕΜΦΕ - ΕΜΠ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου