Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Αντικομμουνισμός, εκχυδαϊσμός και συγκάλυψη της πραγματικότητας

Με τον αρχηγό της ναζιστικής Χρυσής Αυγής
τόλμησαν να συγκρίνουν τον Ν. Ζαχαριάδη
οι αστοί διαστρεβλωτές της Ιστορίας!
Συνεχίζονται οι εκπομπές του Ρ/Φ ΣΚΑΪ για τα χρόνια 1940 - 1967
Στην εκπομπή της Κυριακής 6 Απρίλη, η συζήτηση ξετυλίχθηκε σ' ένα πεδίο παρουσίασης πραγματικών γεγονότων και σωστών επισημάνσεων (π.χ. «η Σοβιετική Ενωση δεν είχε επεκτατική πολιτική», «στην Ελλάδα ασκούνταν λευκή τρομοκρατία σε βάρος του ΚΚΕ», «τα περισσότερα κονδύλια από την αμερικανική βοήθεια ξοδεύτηκαν για να συντριβεί το ΚΚΕ» κ.ά.), «διανθισμένων» όμως με μια σειρά αντικομμουνιστικές και πλασματικές αναφορές, έτσι ώστε να παραχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το στίγμα, ως προς το τελευταίο, έδωσε επιγραμματικά ο Θ. Βερέμης, που είπε για τον ένοπλο ταξικό αγώνα 1946 - 1949: «Ανοιξε μια βαθύτατη, μια τεράστια πληγή που μας κυνηγάει ακόμα»! Δεν εξήγησε ποια είναι αυτή. Πάντως, σε συνδυασμό με όσα είπε ο ίδιος για την αποχή του ΕΑΜ από τις εκλογές του 1946, καθώς και μια σειρά ζητήματα που έθεσαν συνομιλητές του, κάνουν σαφές το νόημα του λόγου τους που είναι επί χρόνια σταθερά επαναλαμβανόμενος και από πολλούς άλλους ιστορικούς, καθώς και πολιτικούς: Δεινά και μόνο δεινά φέρνει η ανάταση για τα δίκαια της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, πολύ περισσότερο όταν αυτή είναι ένοπλη! Δηλαδή, «τ' έχεις Γιάννη, τ' είχα πάντα»...

Ζαχαριάδης = Μιχαλολιάκος (!)
Δυο φορές ο καθηγητής Ν. Μαραντζίδης είπε στη διάρκεια της εκπομπής ότι «δεν θέλω να κάνω συγκρίσεις», αναφερόμενος στον Ν. Ζαχαριάδη και στον Χρυσαυγίτη Μιχαλολιάκο. Κι ενώ δεν... ήθελε να κάνει συγκρίσεις, επανέλαβε ότι «ο Ζαχαριάδης, όπως ο Μιχαλολιάκος σήμερα, περιφρονούσε το κοινοβούλιο». Ετσι «τα δύο άκρα» ξανάρθαν στο τραπέζι της συζήτησης, παρά το γεγονός ότι η σύγκριση εκφράζει το γνωστό «ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει»...
Με αυτόν τον τρόπο, ο φασισμός και ο κομμουνισμός μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι, ας είναι ο πρώτος το πιο βίαιο μέσο του κεφαλαίου για να διατηρεί την εξουσία του, ας είναι ο δεύτερος η θεωρία που εκφράζεται πολιτικά με την πάλη για την ανατροπή του πρώτου και άρα με τη συντριβή του φασισμού ως παιδιού του καπιταλιστικού συστήματος.
Αν ήθελαν, ο Μαραντζίδης και οι συνομιλητές του, να κάνουν πραγματική σύγκριση ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις ή πρόσωπα, θα έπρεπε να θέσουν τον κοινό παρονομαστή όλων των αστικών (φασιστικών και μη) και οπορτουνιστικών κομμάτων - τότε και σήμερα - παρά τις διαφορές τους: Το σεβασμό τους στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και την εξουσία της. Αυτό είναι το κύριο που τα ενοποιεί και απ' αυτήν την άποψη μπορούν να μπουν στο ίδιο τσουβάλι, αν βεβαίως κρίνονται από τη σκοπιά των εργατικών - λαϊκών συμφερόντων, δηλαδή από τη σκοπιά ότι όλα στρέφονται ενάντια στο σοσιαλισμό, υπηρετούν τη δικτατορία του κεφαλαίου, που ασκείται με κοινοβουλευτική ή με μη κοινοβουλευτική μορφή.
Αυτή και μόνο αυτή η οπτική αποτελεί την εγγύηση για το οριστικό τσάκισμα και του φασισμού και για να έρθει μια νέα κοινωνία - η σοσιαλιστική - που είναι ανώτερος τύπος δημοκρατίας από την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία.

«Υποτέλεια στη Μόσχα σε βαθμό δουλικότητας» (!)
Αναφερόμενος ο καθηγητής Γιάννης Σακκάς στο «Δόγμα Τρούμαν» και στο «Σχέδιο Μάρσαλ», σημείωσε σωστά ότι αυτά «γέννησαν στους Ελληνες πολιτικούς ένα αίσθημα υποτέλειας» (παρότι λαθεμένο, ας μείνει εδώ ασχολίαστο το περί υποτέλειας). «Και η κομμουνιστική αριστερά ήταν υποτελής στη Μόσχα», παρενέβη ο δημοσιογράφος Α. Πορτοσάλτε. «Σε βαθμό δουλικότητας», συνέχισε ο Σακκάς, αναφερόμενος στο ΚΚΕ. Και η συζήτηση συνεχιζόταν, με τον έναν να κόβει και τον άλλο να ράβει, αδιαφορώντας για τις αντιφάσεις στις οποίες οι ίδιοι έπεφταν.
Πώς συμβιβάζεται το περί  «δουλικότητας του ΚΚΕ προς το ΚΚΣΕ», με αυτό που λίγο πριν είχαν πει οι ίδιοι, ότι «η γνώμη των Σοβιετικών ήταν να βαδίσει το ΚΚΕ προς τις εκλογές του 1946» (Μαραντζίδης), με την οποία ως γνωστόν διαφώνησε ο Ν. Ζαχαριάδης και εισηγήθηκε στην ΚΕ του Κόμματος την αποχή από αυτές; Το ίδιο υποστήριξε και ο Σπ. Σφέττας: «Οντως δόθηκε εντολή από τους Σοβιετικούς για συμμετοχή στις εκλογές».
Ακόμα: Πώς συμβιβάζεται το περί «δουλικότητας του ΚΚΕ» με την ομολογία τους ότι ο Ν. Ζαχαριάδης δεν αποδέχτηκε τη νέα γραμμή του ΚΚΣΕ μετά από το θάνατο του Στάλιν (1953);

«Πολυεθνική με θυγατρικές»!
Ετσι χαρακτήρισε (για μια ακόμη φορά) ο Ν. Μαραντζίδης τις σχέσεις ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και στα ΚΚ σειράς χωρών, κατέταξε μάλιστα το ΚΚΕ, το ΚΚ Τουρκίας, το ΚΚ Κίνας και άλλα, στην κατηγορία των μικρότερης σημασίας θυγατρικών! Κι ακριβώς, επειδή «δεν τα είχαν σε πολλή υπόληψη», τα στελέχη αυτών των ΚΚ πήγαιναν για σπουδές στο ΚΟΥΤΒ (Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο των Λαών της Ανατολής), που δεν ήταν «το Χάρβαρντ των κομμουνιστών»! Εχει και τη γελοία πλευρά του το πράγμα...
Ομως, το ουσιώδες είναι, το πώς οι παραπάνω εμφάνισαν τον προλεταριακό διεθνισμό, που όποια προβλήματα κι αν είχε (και είχε, από κομμουνιστική σκοπιά ιδωμένος), σε τίποτα δε μοιάζει με τις σχέσεις που έχουν μάθει να βλέπουν ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και τα αστικά κόμματα, σχέσεις ζούγκλας και ανισοτιμίας, σχέσεις οι οποίες στην όξυνσή τους έχουν οδηγήσει σε δυο παγκόσμιους και σε δεκάδες τοπικούς πολέμους. Σχέσεις λυκοσυμμαχίας.
Σε συνάρτηση με το παραπάνω τέθηκε στη συζήτηση και το πάγιο για την περίσταση ζήτημα «των σφαιρών επιρροής», ανάμεσα «στις υπερδυνάμεις», τη Σοβιετική Ενωση και τη Βρετανία, αρχικά, και ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και τις ΗΠΑ, στη συνέχεια. Για να υπονοηθεί ότι ο αγώνας του ΔΣΕ ήταν και... ολίγον ξενοκίνητος. Ομως, οι αιτίες για το ξέσπασμα της ένοπλης ταξικής πάλης αποδόθηκαν «κυρίως σε ενδογενείς παράγοντες» (Γ. Σακκάς). Κυρίως (πάλι καλά ...), όχι όμως αποκλειστικά...

Η αποχή του 1946
«Το ΚΚΕ θα μπορούσε να είχε εμπλακεί το 1946 στον κοινοβουλευτισμό και να είχε παίξει ένα ρόλο σοβαρό», είπε ο Θ. Βερέμης. Και έφερε το (κλασικό) παράδειγμα των ΚΚ Ιταλίας και Γαλλίας, που επέλεξαν τον κοινοβουλευτικό δρόμο, ενώ το ΚΚΕ επέλεξε τον ένοπλο αγώνα, όπως έγινε και στην Ισπανία το 1936.
Παραλείπουν ότι το ΚΚΕ είχε επιλέξει το δρόμο του κοινοβουλευτισμού, συμμετείχε στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Παρ' όλ' αυτά, στην περίοδο που αναφέρονταν οι κύριοι καθηγητές, το κράτος και οι συμμορίες του έσφαζαν τους ΕΑΜίτες, ενώ χιλιάδες είχαν πάρει τα βουνά καταδιωκόμενοι.
Ωστόσο, η αστική τάξη και ο πολιτικός της κόσμος, έχοντας επιδείξει στα χρόνια της Κατοχής μια στάση που τους κατέστησε ανυπόληπτους απέναντι στο λαό, επιχείρησαν να αλλάξουν το συσχετισμό δυνάμεων στηριγμένοι στην ωμή βία και την τρομοκρατία, κατά πρώτο λόγο. Δεν είχαν άλλο δρόμο πέρα απ' αυτόν που ακολούθησαν. Οπως δεν είχε και το ΚΚΕ άλλον, πέρα από την ένοπλη πάλη. Με τη διαφορά ότι αυτό έπρεπε να το κάνει πολύ νωρίτερα και με στρατηγική για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Ετσι θα εναρμονιζόταν και η αποχή από τις εκλογές. Και όπως σωστά επισήμανε ο Ευ. Χατζηβασιλείου, το 1946 με αρχές του 1947 ήταν ο πιο κατάλληλος χρόνος, αφού η Μ. Βρετανία δεν μπορούσε πια να διατηρεί στρατό στην Ελλάδα και οι ΗΠΑ δεν είχαν βγει στο προσκήνιο.
Αλλά και η μετέπειτα πορεία, καθώς και οι τρέχουσες εξελίξεις, επιβεβαιώνουν ότι από τότε που η αστική τάξη τσάκισε το φεουδαρχικό και εγκαθίδρυσε το δικό της κράτος, αυτό το κράτος είναι εργαλείο άσκησης ποικιλόμορφης βίας (νομικής - οικονομικής - πολιτικής - ιδεολογικής κ.ά.) ενάντια στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Οργανο που κατοχυρώνει και υπερασπίζεται τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Τις τελευταίες μέρες, για παράδειγμα, καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης 24 χαλυβουργοί, που πήραν μέρος στην εννιάμηνη ηρωική απεργία στη «Χαλυβουργία Ελλάδος». Η Δικαιοσύνη, το κεφάλαιο, η κυβέρνηση και τα αστικά ΜΜΕ συντάχθηκαν εναντίον τους και στο πλευρό του ιδιοκτήτη της «Χαλυβουργίας». Πώς ονομάζεται αυτό, αν όχι ωμή ταξική βία;
Ακόμα υπενθυμίζουμε ότι όλοι οι πολιτικοί και ιστορικοί, που υποστηρίζουν το σύστημα, αποκρύπτουν συνειδητά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η τάξη τους (η αστική) ήρθε στην εξουσία διά πυρός και σιδήρου. Ομως, οι αστικές επαναστάσεις, όχι μόνο δεν είναι καταδικαστέες, αλλά συνιστούσαν πρόοδο για την ανθρωπότητα.

Η στρατολογία στον ΔΣΕ
Στη «βίαιη στρατολογία» του μεγαλύτερου ποσοστού των 80-100 χιλιάδων μαχητών του ΔΣΕ αναφέρθηκε ο καθηγητής Μαραντζίδης, θέλοντας με αυτό να πει ότι ο ΔΣΕ δε διέθετε μαζική λαϊκή βάση.
Αρχικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο παραπάνω δεν έκανε την παραμικρή αναφορά στο αν οι περισσότεροι από 200.000 στρατιώτες του αστικού κυβερνητικού στρατού στρατολογήθηκαν με τη θέλησή τους. Διότι αν υποθέσουμε ότι στον κυβερνητικό στρατό πήγαινε όποιος ήθελε, θα ήταν ένα ερώτημα το πόσους θα αριθμούσε αυτός ο κυβερνητικός στρατός. Για το συγκεκριμένο, ο συνομιλητής του στον ΣΚΑΪ Θ. Βερέμης έχει γράψει τα παρακάτω μαζί με τον David H. Close:
«... Οι περισσότεροι στρατεύσιμοι δεν ένιωθαν καμιά επιθυμία να πολεμήσουν τους συμπατριώτες τους. (...) πολλοί από τους άντρες του εθνικού στρατού έβλεπαν τους αντάρτες σαν θύματα διωγμών, και θαύμαζαν το παρελθόν τους στην αντίσταση κατά των Γερμανών (...) το ηθικό του στρατού βρισκόταν σε καταστρεπτικά χαμηλό επίπεδο, όπως αναφέρει ο στρατηγός Θωμάς Πεντζόπουλος...».1
Και κάτι επιπλέον: Οι 700.000 άνθρωποι, που οι κυβερνητικές δυνάμεις μετακίνησαν από τα χωριά τους και τους έφεραν στις πόλεις, για να μη βρίσκει εφεδρείες και άλλη βοήθεια ο ΔΣΕ, ήταν κόσμος που μετεγκαταστάθηκε εθελοντικά; Οπως σημειώνει ο OleL. Smith, «η στρατολόγηση όμως μειώθηκε σημαντικά, εξαιτίας της κυβερνητικής τακτικής μεταφοράς του πληθυσμού από την ύπαιθρο, όπου δρούσαν οι αντάρτες».2
Πέρα από τους χιλιάδες καταδιωκόμενους από το 1945, που συγκρότησαν τις πρώτες δυνάμεις του ΔΣΕ, πέρα και από τις χιλιάδες ακόμα που εντάχθηκαν στη συνέχεια, υπήρξε και η στρατολογία που πραγματοποιούνταν με διατάγματα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Οπως η αστική κυβέρνηση καλούσε σε κατάταξη, έτσι και η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση εξέδιδε διατάγματα στρατολογίας στις περιοχές που ο ΔΣΕ είχε εγκαθιδρύσει τη λαϊκή εξουσία. Για τη στρατολογία παίρνονταν υπόψη από τις διοικήσεις του ΔΣΕ η οικογενειακή κατάσταση, η ηλικία και άλλα των νεοστρατολογούμενων. Μάλιστα, ειδικό διάταγμα όριζε σε ό,τι αφορούσε τις γυναίκες, ότι μόνο αν οι ίδιες το ζητούσαν θα μπορούσαν να προσφέρουν μάχιμη υπηρεσία.
Το άρθρο 3 του Νόμου αρ. 7 (9 Φλεβάρη 1948) ανέφερε:
«Ο υπουργός των Στρατιωτικών μπορεί να καλέσει με διάταγμα και ορισμένες ηλικίες γυναικών. Η κάθε επιστρατευμένη γυναίκα μπορεί να κάνει μάχιμη υπηρεσία μόνο αν το ζητήσει η ίδια».3
Αλλά ας έρθουμε σ' εκείνο που είπε ο Μαραντζίδης σχετικά με τη βίαιη στρατολόγηση στον ΔΣΕ, η οποία, όπως αυθαίρετα ανέφερε, έδωσε «στο ΔΣΕ το 70% της δύναμής του». Θα επικαλεστούμε και πάλι τον συνομιλητή του Θ. Βερέμη, ο οποίος έγραψε για την Πελοπόννησο και τα νησιά:
«Ωστόσο, πολλοί από τους επίστρατους προέρχονταν από κοινότητες που πρόσκεινταν φιλικά στο Κόμμα, και μπορούσαν να γίνουν αξιόπιστοι στρατιώτες με την πειθαρχία και την πολιτική καθοδήγηση. Γι' αυτό, πολλές αναφορές εθνικών πηγών καταδεικνύουν ότι το ηθικό του ΔΣΕ ήταν για ορισμένο διάστημα υψηλό. Το ηθικό αυτό, φαίνεται ότι γενικά κρατιόταν ψηλά από την πίστη στη νίκη μέχρι και τη μάχη του Γράμμου, και τη ρήξη Τίτο - Στάλιν τον Ιούνιο - Ιούλιο 1948».4
Ο ίδιος σημειώνει ότι «στην Πελοπόννησο και τα νησιά οι ανταρτικές ομάδες αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα και προφανώς απαρτίζονταν από εθελοντές».5
Η βίαιη στρατολογία -στο σωρό- δεν ήταν καθόλου σκόπιμη, αφού με αυτόν τον τρόπο, αν εφαρμοζόταν, θα διείσδυαν στον ΔΣΕ χιλιάδες εχθρικά στοιχεία και θα έμπαινε σε κίνδυνο τόσο το αξιόμαχό του όσο σε ένα βαθμό και η ίδια του η ύπαρξη. Ενας λαϊκός στρατός, όπως ήταν ο ΔΣΕ, δεν μπορεί να αντιστοιχίσει την πάλη του με τους σκοπούς του δίχως την αλληλεγγύη, την αυταπάρνηση, τη συλλογικότητα, τη συνειδητή πειθαρχία.
Υπήρχε όμως και μια άλλη πλευρά, την οποία έχει σημειώσει ο Αρίστος Καμαρινός, στέλεχος του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο:
«Δίναμε την εντύπωση ότι κάναμε βίαιη επιστράτευση (...) για να αποφύγουν οι γονείς των "επιστρατευόμενων" διώξεις από το "επίσημο" κράτος».6
Αυτή ήταν η πραγματικότητα, την οποία δεν αλλοιώνουν οι εξαιρέσεις «βιαίως στρατολογηθέντων» που υπήρξαν.
Οπως πολλοί από όσους κατατάχθηκαν στον κυβερνητικό στρατό ήθελαν πράγματι να πολεμήσουν ενάντια στο ΚΚΕ και το ΔΣΕ, έτσι και οι χιλιάδες που εντάχθηκαν στον ΔΣΕ, με βάση διατάγματα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, πήγαιναν να πολεμήσουν τον αστικό στρατό, επειδή πίστευαν στους σκοπούς του ΚΚΕ και του ΔΣΕ. Χιλιάδες από τους νεοστρατολογημένους αφομοιώθηκαν στις γραμμές του ΔΣΕ και έπεσαν ηρωικά. Οπως έγραψε ο Σόλων Ν. Γρηγοριάδης:
«... οι στρατολογούμενοι αφομοιώνονταν ιδεολογικά σε μεγάλο βαθμό και ταχύτατα με το ανταρτικό περιβάλλον τους. Η αφομοίωση εκείνη αποτελεί ένα από τα φαινόμενα του ελληνικού ανταρτοπόλεμου και σύντομα οι νέοι μαχητές ευθυγραμμίζονταν σχεδόν σε αγωνιστικότητα με τους παλιούς. Η αντίληψη που επικρατούσε στην άλλη πλευρά, ότι οι καινούργιοι αντάρτες υποχρεωτικής στρατολογίας ζούσαν και μάχονταν κάτω από το πιστόλι των πολιτικών επιτρόπων, ήταν ανακριβής και οδηγούσε στην υποτίμηση του αντιπάλου».7
Σημειώσεις:
1. David H. Close και Θάνος Βερέμης, Ο στρατιωτικός αγώνας 1945-9, στο συλλογικό: Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943-1950, εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα, 1996, σελ. 141.
2. Ole L. Smith, Το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα 1945-9, στο συλλογικό: Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943-1950, εκδ.Φιλίστωρ, Αθήνα, 1996, σελ. 190.
3. Νίκος Κυρίτσης, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, εκδ.Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012, σελ. 397.
4. David H. Close και Θάνος Βερέμης, Ο στρατιωτικός αγώνας 1945-9, στο συλλογικό: Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943-1950, εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα, 1996, σελ. 138.
5. Ο. π.
6. Αρίστος Καμαρινός, Ο εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο 1946 - 1949, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2000, σελ. 211.
7. Σόλων Ν. Γρηγοριάδης, Ο εμφύλιος 1946-1949, τόμος Α΄, σελ. 152, Τα φοβερά ντοκουμέντα, εκδ. Φυτράκη.
*Ο Μάκης Μαΐλης είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου