Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Σχετικά με το λίβελο του φασίστα καλόγερου κατά του ΠΑΜΕ


Με κείμενό του στο προσωπικό του blog ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος επιτίθεται στο ΠΑΜΕ διότι «τόλμησε» να καταγράψει την ιστορική και επιστημονική αλήθεια για το 1821 και να συντάξει σχετική επιστολή προς τους μαθητές.
Δεν μας προξενεί εντύπωση. Είναι λογικό να οργίζεται ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων για τα όσα περιέχει η επιστολή του ΠΑΜΕ προς τους μαθητές.
Είναι άλλωστε γνωστός υποστηρικτής της ναζιστικής Χρυσής Αυγής και υμνητής της χούντας των συνταγματαρχών.
Δεν χάνει την ευκαιρία να αναπαράγει συνεχώς τη χουντοφασιστική προπαγάνδα, βαφτίζοντας τους ηρωικούς αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, αυτούς δηλαδή που ελευθέρωσαν προηγούμενα με το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ την Ελλάδα από τους ναζί, συμμορίτες.

Η Επανάσταση του 1821 και η παραχάραξή της

Σχεδόν πάντα, αλλά ιδιαίτερα στις μέρες που ζούμε, έχω την εντύπωση ότι το νοητικό, το γνωστικό οξυγόνο που χρειάζεται ο κόσμος που συντρίβεται ανάμεσα σε τόσους αλλεπάλληλους καταιγισμούς από νοητικά υποπροϊόντα μόνο ο Μαρξισμός μπορεί να το προσφέρει. Ολόκληρος ο λεγόμενος δυτικός αστικός πολιτισμός, κάποτε λαμπρός, σήμερα δεν έχει πια να δώσει παρά βία και όλο και περισσότερη φτώχεια και αθλιότητα. Ο τρόπος που σκέφτεται και δρα μια ολόκληρη κοινωνική τάξη βρίσκεται σε άμεση σχέση με το ιστορικό στάδιο που διανύει η τάξη αυτή. Η βαθιά ιστορική παρακμή της αστικής τάξης στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, τη σπρώχνει σε μια όλο και πιο πρωτόγονη και βάρβαρη αυτοάμυνα, σε μια όλο και μεγαλύτερη στάση εχθρότητας προς την τεράστια πλειοψηφία των εργαζομένων σε όλες τις χώρες που μεταβάλλονται με όλο και ταχύτερους ρυθμούς σε αληθινούς σκλάβους της μισθωτής εργασίας που κι αυτή καταντάει απρόσιτη πολυτέλεια.
Από κοντά, έρχεται και η διαστρέβλωση της Ιστορίας, με περίπου νομοτελειακό τρόπο. Το χειρότερο που μπορεί να πάθει ένας λαός είναι να στερηθεί την Ιστορία του, δηλαδή να αλλοτριωθεί, να υποδουλωθεί νοητικά, να γίνει εύκαμπτος, καθώς

Ας ψάξουν αλλού «γαρνιτούρα» για τον αντιμνημονιακό «χυλό»

Ολοι οι... αντιμνημονιακοί χωράνε στην κυβέρνηση αστικής διαχείρισης που έχει κατά νου ο ΣΥΡΙΖΑ, πόσο μάλλον αν η συμμετοχή τους είναι προϋπόθεση για να τη βάλει στο χέρι. Ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος Π. Σκουρλέτης σε συνέντευξή του στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» ρωτάται αν μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ «θα απευθυνθεί και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά» και απαντά: «Ο ΣΥΡΙΖΑ απευθύνεται σε όλες εκείνες τις δυνάμεις που έχουν πεισθεί για τα αδιέξοδα της μνημονιακής πολιτικής». Στο «καπάκι» δέχεται ερώτηση αν θα έβλεπαν θετικά τη συμμετοχή των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» και απαντά: «Με όσους πράγματι συγκλίνουμε προγραμματικά, είναι πολιτικά φερέγγυοι και δεν έχουν υπηρετήσει από κυβερνητικές θέσεις τη μνημονιακή πολιτική μπορούμε με διαφόρους τρόπους να βρεθούμε μαζί. Η ζωή θα δείξει»... Αμέσως έρχεται και η ερώτηση αν θα υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας και με τη ΔΗΜΑΡ. Και απαντά: «Ισως να υπάρχει ακόμη χρόνος να επανορθώσει με την άμεση αποχώρησή της από την κυβέρνηση, κανένα όμως περιθώριο σύγκλισης δεν μπορεί να υπάρξει όσο η ΔΗΜΑΡ παραμένει στην κυβέρνηση». Οσο για στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ, όπως η Λούκα Κατσέλη ή άλλα, σχολιάζει:

Μια τοποθέτηση για τον προσυνεδριακό διάλογο


Η παρατεταμένη καπιταλιστική οικονομική κρίση, η όξυνση των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών εντός της ΕΕ και σε παγκόσμιο επίπεδο, αναδεικνύουν τα όρια του καπιταλισμού που η διαχείρισή του σε όλες τις εκφάνσεις της δεν του εξασφαλίζει τη σχετική σταθερότητα προηγούμενων ετών που χρειάζεται για τη διαιώνισή του και παραπέρα κυριαρχία του.

Ο οξυμένος ανταγωνισμός στο εσωτερικό της ΕΕ και στο ιμπεριαλιστικό σύστημα διεθνώς, βάζει εμπόδια στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου καθώς έρχονται στην επιφάνεια και συγκρούονται με τον πιο βίαιο τρόπο όλες οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις του συστήματος. Η βασική αντίθεση του καπιταλιστικού συστήματος μεταξύ κεφαλαίου - εργασίας οξύνεται στο έπακρο. Αυτό προκύπτει από την ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, από τις ανατροπές των εργασιακών σχέσεων, που στοχεύουν στη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης και χειροτερεύουν παραπέρα τη θέση της εργατικής τάξης.