Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ

Το ιδεολόγημα λοιπόν, που θέλει το ΚΚΕ απλώς ένα ρεύμα της Αριστεράς που κάνει μονόπλευρες δογματικές αναγνώσεις του παρελθόντος[2], αποτελεί μονόπλευρη και χιλιομασημένη έκφραση του παρελθόντος, από την εποχή του Μαρξ ακόμα, όταν υπηρέτες του καπιταλιστικού κατεστημένου άρχισαν τις πιο οργανωμένες και συστηματοποιημένες προσπάθειές τους να διαβρώσουν το νεογέννητο εργατικό κίνημα με αστικές αντιλήψεις συγκαλυμμένες με «αριστερές» κουβέντες (οπορτουνισμός). 
Το φαινόμενο αυτό απασχόλησε δικαίως τους κλασικούς του μαρξισμού και προφανώς γι’ αυτό το λόγο η εκάστοτε σύγχρονη έκδοση του Δούρειου αυτού Ιππου μέσα στο εργατικό κίνημα δεν κουράζεται να τονίζει ξανά και ξανά πόσο δογματικός και απαρχαιωμένος είναι ο επαναστατικός διεθνιστικός μαρξισμός των κομμουνιστών, που δεν υποχώρησαν μπροστά στη διείσδυση της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα και πόσο σύγχρονος και εκσυγχρονισμένος είναι ο οπορτουνισμός των απογόνων των ηγετών της Β΄ Διεθνούς, που πάντα προσπαθούσαν να βγάλουν την επαναστατική ψυχή από το εργατικό κίνημα δημιουργώντας συνεχώς διασπάσεις, αλλά πάντα κατηγορώντας την επαναστατική πτέρυγα για τις διασπάσεις αυτές. 

Γι’ αυτό το λόγο αφορίζουν «την ανάγνωση του παρελθόντος» (εννοείται η ανάγνωση των Μαρξ-Ενγκελς-Λένιν, τσιτάτα από άλλα, ακόμα και πολύ παλαιότερα παρελθόντα ή της ίδιας εποχής, αλλά ρεφορμιστικά, επιτρέπονται), γιατί ο κάθε εργάτης, ο κάθε προβληματισμένος με τα κακώς κοινωνικά κείμενα θα μάθαινε τη διέξοδο από τον εγκλωβισμό του στη σύγχρονη κοινωνική-οικονομική αθλιότητα, θα καταλάβαινε ποιος τον εξαπατά και ποιοι είναι οι φίλοι του, θα διδασκόταν την τακτική της ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας και θα γινόταν, με αυτό τον τρόπο, ένας πραγματικός αντίπαλος του σημερινού καπιταλιστικού κατεστημένου μέσα από την ταξική του αυτή συνειδητοποίηση.
Συνδέοντας ο Λένιν το φαινόμενο του οπορτουνισμού με το ιμπεριαλιστικό (κρατικομονοπωλιακό) στάδιο του καπιταλισμού, υποστήριζε στο εξαιρετικά σύγχρονο απόσπασμα από την εργασία του «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού»[3]: «Τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη που βγάζουν οι καπιταλιστές ενός από τους πολλούς κλάδους της βιομηχανίας, μιας από τις πολλές χώρες κτλ. τους δίνουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράζουν ορισμένα στρώματα των εργατών, προσωρινά μάλιστα και μια αρκετά σημαντική μειοψηφία τους, τραβώντας τους με το μέρος της αστικής τάξης του δοσμένου κλάδου ή του δοσμένου έθνους ενάντια σ’ όλους τους υπόλοιπους... Πιο επικίνδυνοι είναι στην περίπτωση αυτή οι άνθρωποι που δε θέλουν να καταλάβουν ότι ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι κούφια και ψεύτικη φρασεολογία, αν δε συνδέεται αδιάρρηκτα με τον αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό».
Η ανάγνωση των «παλαιών» αυτών κειμένων πρέπει επομένως να αποτραπεί, βρίσκουν οι πανταχού οπορτουνιστές και όσοι επιμένουν σε αυτά πρέπει να περάσουν στην κοινή γνώμη ως οι αποστεωμένοι οπισθοδρομικοί της ιδεολογικής περιχαράκωσης, οι «απομονωτιστές» του εργατικού κινήματος, τη στιγμή που εντελώς το αντίθετο συμβαίνει. 
Ο αναγνώστης μπορεί να κάνει τη σύγκρισή του -τηρουμένων των αναλογιών- με τη σημερινή κατάσταση. Το θέμα της εξαγοράς επιβεβαιώνεται πλήρως από την ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα και τις τελευταίες δεκαετίες και παρότι γίνεται προσπάθεια να αποκρυβεί πίσω από «κούφια και ψεύτικη αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία» των εξαγορασμένων. Για το τελευταίο φαινόμενο έχουμε σήμερα πολλά παραδείγματα στα διάφορα φόρουμ. Το αποτέλεσμα είναι, αυτή τη στιγμή, το κομμουνιστικό κίνημα να μην αντιστοιχεί στις ανάγκες της εποχής με την ακόμα πιο προχωρημένη ιμπεριαλιστικοποίηση απ’ ό,τι την εποχή, που ο Λένιν έγραφε τις εύστοχα διατυπωμένες αναλύσεις του.
Διαβάζοντας, επομένως, τα λεγόμενα απαρχαιωμένα κείμενα, μαθαίνουμε πώς το ρεύμα αυτό της απο-επαναστατικοποίησης του εργατικού κινήματος «τρώει ξύλο» από το Λένιν και όχι μόνο, αλλά προς τιμήν της επετείου, θα σταθούμε στη σκέψη και τη δράση του ηγέτη της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης.
Ηδη, το 1906, ο Λένιν μιλάει για τις προσπάθειες να ανακοπεί η ανατρεπτική, επαναστατική ορμή των λαϊκών μαζών εγκλωβίζοντάς τις στη λογική του λεγόμενου κατορθωτού και ρεαλιστικού, μακριά από τα μεγάλα ιστορικά άλματα: «Είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέξουμε - με αυτό το συλλογισμό προσπαθούσαν και προσπαθούν πάντα να δικαιολογηθούν οι οπορτουνιστές. Είναι αδύνατο να πετύχεις μονομιάς κάτι το μεγάλο. Πρέπει ν’ αγωνίζεσαι γιατο μικρό μα κατορθωτό. Πώς όμως θα καθορίσεις αν ένα πράγμα είναι κατορθωτό; Με το αν συμφωνούν τα περισσότερα πολιτικά κόμματα ή οι περισσότεροι «έγκυροι» πολιτικοί; Οσο περισσότεροι πολιτικοί παράγοντες συμφωνούν για μια κάποια μικρή βελτίωση, τόσο ευκολότερα μπορούμε να την πετύχουμε, τόσο πιο κατορθωτή είναι αυτή. Δεν πρέπει να είσαι ουτοπιστής, επιδιώκοντας το μεγάλο. Πρέπει να είσαι ρεαλιστής πολιτικός, να ξέρεις να συντάσσεσαι με εκείνους που διεκδικούν το μικρό και αυτό το μικρό θα διευκολύνει την πάλη για το μεγάλο. Εμείς βλέπουμε το μικρό σαν τον πιο σίγουρο σταθμό στην πάλη για το μεγάλο. Ετσι σκέπτονται οι οπορτουνιστές, όλοι οι ρεφορμιστές σε διάκριση από τους επαναστάτες... Τι συμπέρασμα βγαίνει κατ’ ανάγκη από το συλλογισμό αυτό; Το συμπέρασμα ότι δε χρειάζεται κανένα επαναστατικό πρόγραμμα, κανένα επαναστατικό κόμμα, καμία επαναστατική τακτική. Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις, και μόνο μεταρρυθμίσεις. Δε χρειάζεται επαναστατική σοσιαλδημοκρατία. Χρειάζεται ένα κόμμα δημοκρατικών και σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων... Ποιο είναι το βασικό λάθος όλων αυτών των οπορτουνιστικών συλλογισμών; Οτι στους συλλογισμούς αυτούς αντικαθίστανται ουσιαστικά η σοσιαλιστική θεωρία της ταξικής πάλης, σαν μοναδικού πραγματικού κινητήρα της ιστορίας, με την αστική θεωρία της «αλληλεγγύης», της «κοινωνικής προόδου»[4].
Ο λόγος ύπαρξης των οπορτουνιστικών κομμάτων, η ιστορική τους αποστολή ήταν και είναι η απονεύρωση, η εξαφάνιση -αν είναι δυνατόν- η σπίλωση των επαναστατικών κομμάτων σπέρνοντας σύγχυση και αβεβαιότητα και κρατώντας τη γνώση μακριά από τα λαϊκά στρώματα για να εκμεταλλευτούν ξεδιάντροπα την καλλιεργημένη άγνοια. Η άγνοια και η σύγχυση αντανακλώνται έπειτα στα εκλογικά αποτελέσματα. Δεν έχει σημασία αν τα μικρά οπορτουνιστικά κόμματα παραμένουν μικρά, αν ίσως δεν περνούν καν το κατώφλι του αστικού κοινοβουλίου με νόμους, που τα ίδια ψήφισαν. Τους καρπούς της σύγχυσης και της απάτης τους εισπράττουν τα μεγάλα κόμματα του καπιταλιστικού κατεστημένου και αυτός είναι επίσης ένας λόγος ύπαρξης σχηματισμών σαν του ΣΥΡΙΖΑ και εκάστοτε συνοδοιπόρων. Ετσι τα μεγάλα αστικά κόμματα δε χρειάζεται να λερώσουν το στόμα τους με ιδιαίτερες αντικομμουνιστικές εκφάνσεις. Μια ιδιαίτερη αντικομμουνιστική ψυχολογία ωστόσο παρατηρείται πάντα στους λεγόμενους «πρώην» κομμουνιστές ηγέτες όλων των εποχών, η οποία εξηγείται από την ανάγκη τους να δικαιολογήσουν στους παλαιούς συντρόφους τα βήματά τους, την αποστράτευσή τους από την επαναστατική ιδεολογία, αλλά ταυτόχρονα να «αποδείξουν» στα καινούργια αφεντικά ότι δεν έχουν πάνω τους το παραμικρό ψεγάδι κομμουνιστικής ιδεολογίας.
  «Με ολοφάνερα σοφίσματα», θα πει ο Λένιν με αφορμή τα παραδείγματα της εποχής Κάουτσκι-Πλεχάνοφ, «ξεριζώνουν την επαναστατική ζωντανή ψυχή του μαρξισμού, αναγνωρίζουν στο μαρξισμό τα πάντα, εκτός από τα επαναστατικά μέσα πάλης, το κήρυγμα και την προετοιμασία τους, τη διαπαιδαγώγηση των μαζών ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση»[5].
 Ο Λένιν μιλάει πολύ για τους πανταχού συγκαλυμμένους και ανοιχτούς υπηρέτες του ιμπεριαλισμού και της διατήρησης των καπιταλιστικών οικονομικών βάσεών του. Ο σύγχρονος και επίκαιρος χαρακτήρας των αναλύσεων του Λένιν τους ξεσκεπάζει, τους αποκαλύπτει και γι’ αυτό συνιστούν πονηρά στο λαό να μην κοιτάξει τα κείμενά του γνήσιου ηγέτη του προλεταριάτου, γιατί έτσι θα βρει την αλήθεια για τη θέση του στην κοινωνία, και κυρίως για το ποιόν των υποτιθέμενων φίλων του λαού. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή «δημοκρατία» συνιστά την καταδίκη της κομμουνιστικής ιδεολογίας σαν το ίδιο εγκληματική με τη φασιστική, της οποίας η κομμουνιστική ήταν ο μόνος πραγματικός εχθρός. Η «ιδεολογική υποχώρηση και περιχαράκωση» που διαδίδεται, ότι πάσχει απ’ αυτή η κομμουνιστική αριστερά, είναι το κουσούρι εκείνων που φροντίζουν για τη διάδοση. Οσο υποχωρούν και περιχαρακώνονται ιστορικά, τόσο κατηγορούν τις επαναστατικές δυνάμεις της διεξόδου από τη μιζέρια γι’ αυτό που οι ίδιοι κάνουν.

ΟΙ ΔΥΟ ΓΡΑΜΜΕΣ

Πάντα οι ίδιες δύο γραμμές αντιπαρατίθενται: αυτή που θέλει να ανατρέψει τον καπιταλισμό και αυτή που θέλει να τον κρατήσει με το πολύ άλλες προτάσεις διαχείρισής του, ώστε να γίνει... ανθρωπινότερος. Δηλαδή, η ζωντανή, επαναστατική μαρξιστική γραμμή εξακολουθεί να παλεύει με τη νεκρή, δογματική «μαρξιστική.» Γράφει ο Λένιν το 1918: «Οι δεκαετίες ενός σχετικά «ειρηνικού» καπιταλισμού, της περιόδου 1871-1914, έχουν συσσωρεύσει μέσα στα σοσιαλιστικά κόμματα που προσαρμόζονται στον οπορτουνισμό, τόσο φιλισταϊσμό, στενοκεφαλιά και αποστασία, όση ήταν η κόπρος του Αυγείου...»[6].
Ηταν οι ιστορικές στιγμές που οι ηγεσίες αυτών των κομμάτων τάχθηκαν με το μέρος της «δικής τους» αστικής τάξης, στάση που οι απόγονοί τους της σύγχρονης εποχής επαναλαμβάνουν με τη στήριξη της πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης στις περιπτώσεις της Γιουγκοσλαβίας, Αφγανιστάν, Ιράκ κλπ. (μην ξεχνάμε και το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου στην περίπτωση Οτσαλάν) με τη σύμπλευσή τους στην «αντιτρομοκρατική» πολιτική, όπως την εννοούν οι ΗΠΑ με πρόφαση την 11η Σεπτέμβρη 2001. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν πήρε κανένα μέτρο για να σταματήσει το μακελειό των ξένων λαών, που γίνεται για τα συμφέροντα των καπιταλιστών, αλλά συμμετέχει και διευκολύνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εισπράξει επανειλημμένως τις ευχαριστίες της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης της σημερινής εποχής. Θυμίζουμε την εξωτερική πολιτική της νέας αστικής κυβέρνησης της Ρωσίας που ανέλαβε το Φλεβάρη του 1917, ολοκληρώνοντας την αστικοδημοκρατική επανάσταση και πάντα βέβαια τηρουμένων των αναλογιών: «Υποταγμένη στα συμφέροντα του ρωσικού κεφαλαίου και του ισχυρού προστάτη και αφέντη του, του αγγλογαλλικού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου, που είναι το πιο πλούσιο σε όλο τον κόσμο, η νέα κυβέρνηση, παρά την επιθυμία που έχει εκφραστεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο εξ ονόματος της αναμφισβήτητης πλειοψηφίας των λαών της Ρωσίας μέσω του Σοβιέτ των στρατιωτών και εργατών βουλευτών, δεν πήρε κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να σταματήσει το μακελειό των λαών, που γίνεται για τα συμφέροντα των καπιταλιστών. (υπογράμμιση δική μου, Α.Ι.) Η κυβέρνηση αυτή δε δημοσίευσε ακόμη ούτε και τα μυστικά σύμφωνα με το γνωστό ληστρικό περιεχόμενο (για το μοίρασμα της Περσίας, για την καταλήστευση της Κίνας, για την καταλήστευση της Τουρκίας, για το μοίρασμα της Αυστρίας, για την απόσπαση της Ανατολικής Πρωσίας, για την απόσπαση των γερμανικών αποικιών κλπ.), που συνδέουν, όπως είναι πασίγνωστο, τη Ρωσία με το αγγλογαλλικό ιμπεριαλιστικό ληστρικό κεφάλαιο. Η κυβέρνηση επικύρωσε αυτά τα σύμφωνα που είχε συνάψει ο τσαρισμός, ο οποίος στη διάρκεια αιώνων λήστευε και καταπίεζε περισσότερους λαούς απ’ ό,τι οι άλλοι τύραννοι και δεσπότες - ο τσαρισμός, που όχι μόνο καταπίεζε, μα και καταντρόπιαζε και διέφθειρε το μεγαλορωσικό λαό, μετατρέποντάς τον σε δήμιο άλλων λαών»[7].
Στα λόγια τους, βέβαια, όλα φαίνονται διαφορετικά και μάλιστα συνήθως εντελώς αντίθετα, αφού η κοινή γνώμη στη χώρα παρουσιάζει άλλα αντανακλαστικά σε ό,τι αφορά τον ιμπεριαλισμό από αυτά που θα ήθελε η ηγεσία της χώρας (διαμορφωμένα από την ιστορική εμπειρία και το ρόλο του κομμουνιστικού κινήματος). Γι’ αυτό υπάρχει μια έντονη διγλωσσία-διπροσωπία εκ μέρους των ντόπιων αστικών κομμάτων (ηγετικών και μη) για να γελαστεί η από το ιμπεριαλιστικά, ευρωενωσιακά, ΝΑΤΟϊκά επιθυμητό «παρεκκλίνουσα» κοινή γνώμη.
Η «σοσιαλιστική» στήριξη των ιμπεριαλιστικών πολιτικών πάντα έπασχε να εμφανίζει το περιεχόμενο της πολιτικής της να αντιστοιχεί με τα ιδανικά, που στα λόγια πρέσβευε. Οι ταμπέλες μπορεί να παραπλανούν για ένα χρονικό διάστημα, αλλά για πόσον καιρό; Παραθέτουμε τα εξής λόγια του Λένιν για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη διέξοδο απ’ αυτόν, όταν πρότεινε την αλλαγή ονομασίας του κόμματος των μπολσεβίκων σε κομμουνιστικό, τον Απρίλη του 1917, επί κυβερνήσεως Κερένσκι:
«Ο καπιταλισμός που έχει μετεξελιχθεί σε ιμπεριαλισμό γέννησε με αντικειμενική αναγκαιότητα τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ο πόλεμος οδήγησε όλη την ανθρωπότητα στο χείλος της αβύσσου, της καταστροφής όλου του πολιτισμού, της απαγρίωσης και του χαμού εκατομμυρίων και εκατομμυρίων ανθρώπων. Αλλη διέξοδος, εκτός από την επανάσταση του προλεταριάτου, δεν υπάρχει.
Και σε μια τέτοια στιγμή, τώρα που η επανάσταση αυτή αρχίζει, τώρα που κάνει τα πρώτα της, δειλά, ασταθή, μη συνειδητά, παρά πολύ ευκολόπιστα βήματα προς την αστική τάξη - σε μια τέτοια στιγμή η πλειοψηφία (αυτό είναι αλήθεια, είναι γεγονός) των «σοσιαλδημοκρατών» ηγετών, των «σοσιαλδημοκρατών» βουλευτών, των «σοσιαλδημοκρατικών» εφημερίδων - και αυτά ακριβώς είναι τα όργανα επηρεασμού των μαζών - η πλειοψηφία τους απαρνήθηκε το σοσιαλισμό, πρόδωσε το σοσιαλισμό, πέρασε με το μέρος της «δικής» τους εθνικής αστικής τάξης.
Οι ηγέτες αυτοί έχουν προκαλέσει σύγχυση στις μάζες, τις έχουν αποπροσανατολίσει, τις έχουν εξαπατήσει.
Κι εμείς θα ενθαρρύνουμε αυτή την απάτη, θα τη διευκολύνουμε, αν διατηρήσουμε την παλαιά και απαρχαιωμένη ονομασία, που σάπισε το ίδιο, όπως σάπισε και η Β΄ Διεθνής!
«Πολλοί» εργάτες μπορεί να καταλαβαίνουν τη λέξη σοσιαλδημοκρατία τίμια. Είναι καιρός όμως να μάθουμε να ξεχωρίζουμε το υποκειμενικό από το αντικειμενικό.
Υποκειμενικά αυτοί οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες είναι οι πιο πιστοί ηγέτες των προλεταριακών μαζών. Μα αντικειμενικά η παγκόσμια κατάσταση είναι τέτοια, που η παλιά ονομασία του κόμματός μας διευκολύνει την εξαπάτηση των μαζών, φρενάρει την κίνηση προς τα μπρος, γιατί σε κάθε βήμα, σε κάθε εφημερίδα, σε κάθε κοινοβουλευτική ομάδα η μάζα βλέπει ηγέτες, δηλαδή ανθρώπους που τα λόγια τους ακούγονται πιο δυνατά και τα έργα τους φαίνονται πιο μακριά - και όλοι τους είναι «επίσης-σοσιαλδημοκράτες», όλοι τους είναι «υπέρ της ενότητας» με τους προδότες του σοσιαλισμού, τους σοσιαλσοβινιστές, όλοι τους παρουσιάζουν για εξόφληση τα παλιά γραμμάτια, που έχει εκδώσει η «σοσιαλδημοκρατία»...
Και τα επιχειρήματα που μας αντιτάσσουν; «...Θα μας μπερδέψουν με τους αναρχοκομμουνιστές...».
Γιατί δε φοβόμαστε ότι θα μας μπερδέψουν με τους σοσιαλεθνικιστές και τους σοσιαλφιλελεύθερους, με τους ριζοσπάστες-σοσιαλιστές, το πιο πρωτοπόρο και το πιο επιτήδειο στην αστική εξαπάτηση των μαζών αστικό κόμμα της γαλλικής δημοκρατίας; «...Οι μάζες έχουν συνηθίσει, οι εργάτες «έχουν αγαπήσει» το σοσιαλδημοκρατικό τουςκόμμα...». [...]
Αυτό είναι το επιχείρημα της ρουτίνας, επιχείρημα του λήθαργου, επιχείρημα της αδράνειας.
Εμείς όμως θέλουμε να μεταμορφώσουμε τον κόσμο. Θέλουμε να βάλουμε τέρμα στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στον οποίο σύρθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, όπου μπλέχτηκαν τα συμφέροντα εκατοντάδων και εκατοντάδων δισεκατομμυρίων κεφαλαίων, πόλεμο που δεν μπορούμε να τον τελειώσουμε με μια αληθινά δημοκρατική ειρήνη, χωρίς την πιο μεγάλη στην ιστορία της ανθρωπότητας επανάσταση, την προλεταριακή επανάσταση. Και φοβόμαστε τον ίδιο τον εαυτό μας. Θέλουμε να κρατήσουμε το «συνηθισμένο», το «προσφιλές», το βρώμικο πουκάμισο…
Καιρός πια να πετάξουμε το βρώμικο πουκάμισο, καιρός πια να φορέσουμε καθαρά ασπρόρουχα[8]».

ΤΟ ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΟ «ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ»

Οι τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και οι αρχές του 20ού ήταν μια εποχή σχετικά «ειρηνικού» καπιταλισμού (1871-1914), όπως είδαμε. Ηταν ακριβώς η εποχή της μεγάλης ευκαιρίας του οπορτουνισμού να «αποδείξει» ότι θα μπορούσε να γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό με μεταρρυθμιστικό τρόπο για να καλλιεργήσει στο εργατικό κίνημα και στα λαϊκά στρώματα την ψευδαίσθηση, ότι πέρασε πια ανεπιστρεπτί η εποχή των οδοφραγμάτων, των ταξικών συγκρούσεων και ότι το ειρηνικό πέρασμα ήταν πλέον εφικτό. Ηταν η εποχή που μπόρεσε πια να θεμελιώσει ο Μπερνστάιν τη ρεφορμιστική ιδεολογία του, στην οποία στηρίχθηκε μετά πλέον όλη η γραμμή του ταξικού συμβιβασμού, της ταξικής ειρήνης και συμφιλίωσης των άκρως αντίθετων κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων. Αναπροσαρμόστηκαν από τότε οι αναφορές στους Μαρξ-Ενγκελς, που ανάλογα με τις ιδεολογικές ανάγκες του αποπροσανατολισμού του εργατικού κινήματος είτε παραγκωνίζονται είτε «τσιτάρονται» μετατρέποντάς τους σε «φιλελεύθερους της ντουζίνας» (Λένιν) ή, όπως στις μέρες μας, σε φιλόσοφους της σειράς του 19ου αιώνα χωρίς τίποτα το ξεχωριστό, χωρίς καμία ειδοποιό διαφορά. Το πολύ αναφέρεται η ερμηνευτική πλευρά των κοινωνικών συστημάτων στη θεωρητική ανάπτυξη και στην επιστημονική προσφορά των κλασικών της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας και βεβαίως όχι το ανατρεπτικό (για τον καπιταλισμό) μήνυμά του.
Με το Λένιν δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα (ούτε με το Μαρξ άλλωστε κι ας το νομίζουν), μια και το όνομά του είναι για πάντα συνδεδεμένο με το πρώτο πέρασμα της ανθρωπότητας στον επόμενο -ανώτερο- κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, το σοσιαλιστικό. Με το Λένιν μπαίνει στο προσκήνιο της ιστορίας και μάλιστα με αμεσότητα το αίτημα της κοινωνικής επανάστασης σε συνθήκες ιμπεριαλισμού.
Κεντρικό σημείο της θεωρητικής ανάπτυξης του Λένιν είναι η διάγνωση των συγκεκριμένων ιστορικών στιγμών με τις δυνατότητες ποιοτικών αλμάτων, που υπάρχουν σε μια κοινωνία. Ποια χώρα είναι ο αδύνατος κρίκος στη σειρά των ιμπεριαλιστικών χωρών και οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι σαν ιστορικός προθάλαμος της σοσιαλιστικής επανάστασης: «Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Κι αυτό όχι μόνο γιατί ο πόλεμος γεννάει με τις φρίκες την προλεταριακή εξέγερση -καμία εξέγερση δε θα δημιουργήσει το σοσιαλισμό, αν δεν έχει ωριμάσει οικονομικά- αλλά και γιατί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, είναι το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας, που ανάμεσα σε αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός, δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια»[9].
Τότε έγινε πραγματικά η επανάσταση στη Ρωσία. Από τότε και μέχρι σήμερα έχουμε πολλούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους, χωρίς πάντα και παντού να ακολουθήσει επανάσταση. Αλλού γίνεται και πνίγεται στο αίμα, αλλού γίνεται και πετυχαίνει για ένα χρονικό διάστημα, αλλού δεν γίνεται ακόμα. Το θέμα αυτό του προθάλαμου, φυσικά, πρέπει να μην το εκλαμβάνουμε στην κυριολεξία της στιγμής. Πρόκειται για παρατεταμένη ιστορική περίοδο, τη διάρκεια της οποίας δεν μπορούμε να την προβλέψουμε με μαθηματική ακρίβεια, επειδή πολλοί απρόβλεπτοι παράγοντες -απρόβλεπτοι με την έννοια, ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς την ένταση και την έκτασή τους, σαν γενικό φαινόμενο όμως προβλέπονται και μάλιστα επιστημονικά θεμελιωμένα- μπαίνουν στη μέση (οι δυνατότητες αντίκρουσης και παλινόρθωσης των καπιταλιστικών δυνάμεων, ο βαθμός εξαγοράς και παραπλάνησης του εργατικού-λαϊκού κινήματος, πόση προδοσία μπορεί να υπάρξει κλπ.), ώστε να καθυστερήσει και να περάσει από πολλές περιπέτειες η πορεία της ιστορικής νομοτέλειας. Σημασία έχει ότι από την Οκτωβριανή Επανάσταση μπήκαμε σε μια άλλη εποχή, την εποχή του περάσματος σε ένα ανώτερο κοινωνικό στάδιο, το σοσιαλιστικό, μια διαδικασία με πολλά άλματα μπροστά και πολλά οδυνηρά πισωγυρίσματα. Κανένα ιστορικό πέρασμα δεν έχει γίνει χωρίς βία και άγριες αντικρούσεις εκ μέρους των εκάστοτε πρώην κυρίαρχων. Αυτό δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός, ότι ξεκίνησε μια νέα εποχή. Ο εικοστός αιώνας ήταν αιώνας μεγάλων επαναστατικών αλλαγών με ένα μεγάλο πισωγύρισμα στο τέλος του. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι από τότε εντάθηκαν και ο ιμπεριαλισμός -θέλοντας και μη- επιταχύνει τη διαδικασία, που θα φέρει το τέλος του. Θα συντομεύσει το τελευταίο σκαλοπάτι, δεν προσθέτει άλλο σκαλοπάτι.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι ένα παράδειγμα, πώς η σωστή θεωρητική γνώση βοηθάει να ζυγίσουμε τις ιστορικές στιγμές, να διαβλέψουμε τις δυνατότητες της στιγμής, να μελετήσουμε την προοπτική μιας συγκεκριμένης κατάστασης, πώς να εκμεταλλευτούμε τα αδύνατα σημεία των αντιπάλων μας. Η Οκτωβριανή Επανάσταση άρχισε, όταν δύο βασικές ομάδες ιμπεριαλιστικών χωρών πάλευαν μεταξύ τους και έτσι δεν είχαν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με τα κοσμογονικά συμβάντα στη Ρωσία. Η επανάσταση μπορούσε να επωφεληθεί από τις βίαιες ενδοϊμπεριαλιστικές συγκρούσεις. Ο αδύνατος κρίκος Ρωσία είχε τη μεγαλύτερη καθυστέρηση, ο πόλεμος της δημιούργησε ιδιαίτερες δυσκολίες, η εξαθλίωση του πληθυσμού είχε φτάσει σε σημείο ανυπόφορο πια, ο κόσμος διψούσε για ειρήνη, η σαπίλα του τσαρισμού είχε ξεπεράσει κάθε όριο, η ανάμνηση της στο αίμα πνιγμένης επανάστασης του 1905 ήταν εξαιρετικά ζωντανή. Ετσι, η Οκτωβριανή Επανάσταση μπορούσε να συνδεθεί με το όραμα της ειρήνης αποσπώντας και τη συμπάθεια των δυτικών λαών, αλλά και των άλλων καταπιεζόμενων λαών. Η ύπαρξη ισχυρού εργατικού κινήματος και όλο και περισσότερων αντιιμπεριαλιστικών αισθημάτων σε πλήθος χωρών σε Δύση και Ανατολή, φρόντισε η επαναστατημένη Ρωσία να έχει αρκετούς συμμάχους.
Σήμερα βλέπουμε και πάλι να φουντώνει παγκοσμίως η αντίδραση ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Μια αντίδραση που πρέπει να οργανωθεί και να ωθηθεί στην κατάλληλη κατεύθυνση, δηλαδή στην κατεύθυνση της ανατροπής των οικονομικών σχέσεων, που είναι η αιτία των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων, εκμεταλλευόμενη τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις της σύγχρονης εποχής. Γι’ αυτό τονίζεται στο Πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ότι ο αγώνας αυτός πρέπει να συντονιστεί σε διεθνές επίπεδο, γιατί «Ο συντονισμένος σε διεθνές επίπεδο αγώνας θα καταφέρει ταυτόχρονα χτυπήματα στα κέντρα του ιμπεριαλισμού. Θα δυναμώνει την αλληλεγγύη και τη διάθεση για πάλη, θα ενισχύει την αισιοδοξία, θα κινητοποιεί και θα προσελκύει νέες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις. Το μέτωπο πάλης θα αναπτύσσει πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο για το συντονισμό με άλλα εθνικά κινήματα. Θα αναζητεί διεθνή σημεία στήριξης σε κυβερνήσεις και διεθνείς οργανώσεις που υπερασπίζονται τα συμφέροντα της ανεξάρτητης ανάπτυξης των λαών. Θα συμμετέχει ενεργά σε διεθνή κινήματα αλληλεγγύης. Θα συμπαραστέκεται σε λαούς που υποφέρουν από την ιμπεριαλιστική πολιτική, τις επεμβάσεις και τους τοπικούς πολέμους. Θα επιδιώξει τη μεγαλύτερη δυνατή διεθνή υποστήριξη, ιδιαίτερα σε κρίσιμες συνθήκες πανεθνικής κρίσης, όταν ο διεθνής ιμπεριαλισμός θα τρέξει να υποστηρίξει την ολιγαρχία της χώρας και να τη διατηρήσει, ως έρεισμα και σφαίρα επιρροής του[10]».

ΘΑΡΡΑΛΕΑ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΤΟΧΟ

Ισως η μεγαλύτερη προσφορά της θεωρητικής ανάπτυξης του μαρξισμού στη σύγχρονη εποχή από το Λένιν να είναι η ανάλυση του για τον ιμπεριαλισμό (ΚΜΚ) ως ανώτατο και τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Πρόκειται για το βασικό συμπέρασμα που αφορά τη στρατηγική του κινήματος. Οποιος έχει καταλάβει αυτό, σύμφωνα με το Λένιν, «δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι δεν μπορούμε να πάμε μπροστά χωρίς να βαδίσουμε προς το σοσιαλισμό»[11].
Στην εργασία του αυτή και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο με τίτλο «Μπορούμε να πάμε μπροστά, αν φοβόμαστε να βαδίσουμε προς το σοσιαλισμό;» ο Λένιν είναι σαφέστατος σε ό,τι αφορά τις κατά καιρούς απολυτοποιημένες έννοιες ειρήνη-πόλεμος, (κρατικο)μονοπωλιακός καπιταλισμός, μονοπώλια κλπ.: «Αυτή ακριβώς είναι η διαλεκτική της ιστορίας: ότι ο πόλεμος επιτάχυνε σε εξαιρετικό βαθμό τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και έφερε έτσι την ανθρωπότητα παρά πολύ κοντά στο σοσιαλισμό[12]».
Η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν το αποτέλεσμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και σαν έμμεση ή άμεση συνέπεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος της γης ήταν πια κάτω από σοσιαλιστική επιρροή ή εφάρμοζε σοσιαλισμό.
Οταν ο Λένιν έγραφε τα παραπάνω λόγια υπήρχε ο κίνδυνος του «καουτσκισμού» που πήγαινε να σκεπάσει τις αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, καθώς και το αναπόφευκτο της επαναστατικής κρίσης που γεννάει ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός. Το ρεύμα αυτό είχε διαδοθεί σ’ όλο τον κόσμο. Πού να προβλέψει, ότι στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μετά μάλιστα από τη νικηφόρα πορεία του σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος «ο πασιφισμός και ο «δημοκρατισμός» γενικά, ..., που σκεπάζουν το βάθος των αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού και το αναπόφευκτο της επαναστατικής κρίσης, που τη γεννά ο ίδιος»[13], θα τύλιγε το επαναστατικό κίνημα και θα συνέβαλε τελικά μαζί με άλλες αιτίες στο μεγαλύτερο πισωγύρισμα, που είχε υπάρξει μέχρι τότε, αυτό του 1989-91;
Εννοιες, όπως η «ειρηνική συνύπαρξη» που της δινόταν ένα περιεχόμενο εξωταξικό και όχι ως μορφή ταξικής πάλης, και το «παλλαϊκό κράτος», που σκέπαζαν μέσα στον ιμπεριαλισμό, αλλά και μέσα στη σοσιαλιστική κοινωνία, τις υπαρκτές αντιθέσεις, κατέκτησαν μαζικά τα κομμουνιστικά κόμματα, το επαναστατικό κίνημα γενικά, αμβλύνοντας τα ιδεολογικά κριτήριά του. Τα ιδεολογήματα αυτά δεν είχαν αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Αντίθετα, κουκούλωναν το βάθος των αντιθέσεων και βοήθησαν στη δημιουργία του κατάλληλου εδάφους για τις μετέπειτα εξελίξεις του μεγάλου άλματος πίσω. Ο ιμπεριαλισμός δεν μπόρεσε με την πολεμική βία να σταματήσει την σοσιαλιστική προέλαση στη γη. Το κατόρθωσε με τον Δούρειο Ιππο της διείσδυσης των οπορτουνιστικών αντιλήψεων στο ίδιο το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, αφαιρώντας του την επαναστατική ψυχή.
Στην ίδια εργασία ο Λένιν κάνει λόγο για την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού: «Αυτό το στρώμα των αστοποιημένων εργατών ή της «εργατικής αριστοκρατίας», που είναι πέρα για πέρα μικροαστικό ως προς τον τρόπο της ζωής του, το μέγεθος των απολαβών του και την όλη κοσμοθεωρία του, είναι το κύριο στήριγμα της Β΄ Διεθνούς και στις μέρες μας το κύριο κοινωνικό (όχι στρατιωτικό) στήριγμα της αστικής τάξης. Γιατί πρόκειται για αληθινούς πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα, για εργατικούς εντολοδόχους της τάξης των καπιταλιστών, για αληθινούς αγωγούς του ρεφορμισμού και του σοβινισμού. Στον εμφύλιο πόλεμο του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη τάσσονται αναπόφευκτα, και όχι σε μικρό αριθμό, με το μέρος της αστικής τάξης, με το μέρος των «βερσαλλιέρων» ενάντια στους «κομμουνάρους»»[14].
Η μεγάλη πρόοδος στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής είναι το στοιχείο του ιμπεριαλιστικού σταδίου που τον χαρακτηρίζει ως κατώφλι της σοσιαλιστικής επανάστασης. «Ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο οδηγεί άμεσα στην πιο ολόπλευρη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, τραβάει, μπορούμε να πούμε, τους καπιταλιστές, παρά τη θέληση και τη συνείδησή τους, σε κάποια νέα κοινωνική κατάσταση πραγμάτων, που είναι μεταβατική από την πλήρη ελευθερία του ανταγωνισμού προς την πλήρη κοινωνικοποίηση. Η παραγωγή γίνεται κοινωνική, η ιδιοποίηση όμως μένει ατομική. Τα κοινωνικά μέσα παραγωγής παραμένουν ατομική ιδιοκτησία ενός μικρού αριθμού προσώπων[15]».
Η κοινωνικοποίηση αυτή καθεαυτή αποτελεί, όμως, τεράστια και νομοτελειακή πρόοδο της ανθρωπότητας, αλλά η πρόοδος αυτή στην οργάνωση της παραγωγής αυξάνει εκατό φορές την ήδη αβάστακτη καταπίεση του πληθυσμού, ακριβώς επειδή τα κοινωνικά μέσα παραγωγής παραμένουν στα χέρια ολίγων προσώπων και έτσι η πρόοδος αυτή γίνεται προς όφελος των κερδοσκόπων και όχι των καταναλωτών. Οπως αναφέρει ο Λένιν το γερμανικό περιοδικό «Η τράπεζα» ήταν το 1912 πολύ ειλικρινές σε αυτό το θέμα, δηλαδή τις προθέσεις των μονοπωλίων, λέγοντας: «Καιρός είναι πια οι κρατικοί σοσιαλιστές μας, που επιτρέπουν στον εαυτό τους να θαμπώνονται από μια ωραία αρχή, να καταλάβουν επιτέλους ότι στη Γερμανία τα μονοπώλια ποτέ δεν επιδίωκαν τέτοιο σκοπό και αποτέλεσμα, δηλαδή να εξυπηρετούν τους καταναλωτές ή, έστω να αφήνουν στο κράτος ένα μέρος από το επιχειρηματικό κέρδος, μα πάντα χρησίμευαν μόνο για να εξυγιαίνουν με την κρατική βοήθεια τις ιδιωτικές βιομηχανίες που βρίσκονταν σχεδόν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας».
Δε θα εξετάσουμε εδώ κατά πόσο αυτοί οι «κρατικοί σοσιαλιστές, που επιτρέπουν στον εαυτό τους να θαμπώνονται από μια ωραία αρχή» είναι αφελείς ή παμπόνηροι. Οι ηγέτες του οπορτουνισμού ήξεραν και ξέρουν τι κάνουν. Ο κόσμος που τους ακολουθεί, μπορεί πράγματι να πιστεύει στον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού. Πάντα ελκυστικές οι «λύσεις» της μεσαίας λογικής, του μεσαίου χώρου, που εκφράζει κατ’ εξοχήν τον οπορτουνισμό, οι προτάσεις μιας άλλης διαχείρισης του καπιταλισμού, η μεγάλη απάτη της «μικτής οικονομίας» με την υποτιθέμενη συνύπαρξη σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών στοιχείων (δηλαδή, το ανθρώπινο μαζί με το σκληρό επιχειρησιακό), αλλά διατηρώντας τις καπιταλιστικές ιδιοκτησιακές σχέσεις. Σήμερα, η «διαχειρισιοθηρία» επεκτάθηκε και μέχρι τη λεγόμενη διαχείριση της παγκοσμιοποίησης. Συγκαλύπτονται απ’ αυτά τα ιδεολογήματα, οι ταξικές αντιθέσεις του καπιταλισμού και γενικότερα οι αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού (βλ. παραπάνω, αυτά που έλεγε ο Λένιν για τον Κάουτσκι και τον «δημοκρατισμό» που συγκαλύπτει αυτές τις αντιθέσεις!), εξωραΐζεται η καπιταλιστική κοινωνία και προσπαθούν, με τα μπαλώματα αυτά στο εποικοδόμημα, να την κάνουν αποδεκτή από τις λαϊκές πλειοψηφίες, αφήνοντας ωστόσο ανέπαφη τη ληστρική οικονομική της βάση.
Από την τεχνολογική ανάπτυξη, λέγεται, θα αλλάξει βαθμιαία και από μόνη της προς το καλύτερο όλη η κοινωνία, χωρίς ανατροπή των ιδιοκτησιακών σχέσεων.
Το μπέρδεμα του κρατικού με το ιδιωτικό αποτελεί άλλο ιδεολόγημα-παγίδα. Εχει περάσει στη συνείδηση πολλών η ταύτιση του «κρατικού» με το σοσιαλισμό ίσον ανελεύθερο και του «ιδιωτικού» με το σύστημα της ελεύθερης αγοράς ίσον καπιταλισμός ίσον ελευθερία. Επομένως, στη συνείδηση αυτών των πολλών, η αντίθεση αυτή αντανακλάται ως αντίθεση του ανελεύθερου (κρατικού) με το ελεύθερο (ιδιωτικό).
Η πραγματικότητα δείχνει, όμως, ότι στην εποχή του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού (ΚΜΚ), όπου «συνενώνεται η γιγάντια δύναμη των μονοπωλίων με τη γιγάντια δύναμη του κράτους σ’ ένα μηχανισμό» (Λένιν), ακόμα και οι ιδιωτικοποιήσεις γίνονται με κρατικές αποφάσεις. Ο καπιταλισμός κρατικοποιεί, αποκρατικοποιεί, ιδιωτικοποιεί ανάλογα κάθε φορά με τα συμφέροντα και κυρίως με τις ανάγκες του. Να αποκρύψει αυτή την ουσία, ώστε όλα να μοιάζουν με «εκσυγχρονισμό», είναι ο ρόλος του σύγχρονου και εκσυγχρονισμένου οπορτουνισμού, ώστε να μη φαίνονται οι όλο και βαθύτερες αντιθέσεις του συστήματος, οι οποίες ωστόσο εκδηλώνονται κάθε μέρα περισσότερο στις συνθήκες εργασίας και ζωής της λαϊκής πλειοψηφίας. Η απόκρυψη, όμως, της πραγματικότητας και της νομοτέλειας καθυστερεί τη συνειδητοποίησή της απ’ αυτή τη λαϊκή πλειοψηφία.
Στις καπιταλιστικές ιδιοκτησιακές σχέσεις οι ίδιοι οι παραγωγοί δεν μπορούν να ιδιοποιούνται τους καρπούς της εργασίας τους. Ζήτημα λοιπόν δεν είναι να πάμε κόντρα στη νομοτέλεια, πόσο μάλλον αν αυτή αποτελεί τεράστια κοινωνική πρόοδο, που ο καπιταλισμός την πραγματοποιεί άθελά του, αλλά να χρησιμοποιηθεί η νομοτέλεια προς όφελος της μεγάλης καταπιεσμένης λαϊκής πλειοψηφίας. Σημαίνει, ότι τη μονοπωλιοποίηση πρέπει να την κάνεις να λειτουργεί υπέρ του λαού, υπέρ των καταναλωτών και όχι των κερδοσκόπων της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας. Και αυτό σημαίνει κοινωνική επανάσταση, απαλλοτρίωση των μεγάλων ιδιοκτητών.
Ο Λένιν στο έργο του «Η καταστροφή που μας απειλεί» γράφει: «Γιατί ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το άμεσο βήμα προς τα μπρος, πέρα από το κρατικό-καπιταλιστικό μονοπώλιο. Ή με άλλα λόγια: ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το κρατικό-καπιταλιστικό μονοπώλιο, που χρησιμοποιείται προς όφελος όλου του λαούκαι γι’ αυτό το λόγο έπαψε να είναι καπιταλιστικό μονοπώλιο. Εδώ, μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Η αντικειμενική πορεία της ανάπτυξης είναι τέτοια, που από τα μονοπώλια (και ο πόλεμος δεκαπλασίασε τον αριθμό, το ρόλο και τη σημασία τους) δεν μπορείς να πας μπροστά, χωρίς να βαδίσεις προς το σοσιαλισμό[16]».
Σε αυτό το εξαιρετικό παράδειγμα διαλεκτικής, χωρίς συναισθηματισμούς, ανάλυσης ο Λένιν αναδεικνύει το ρόλο της βίας, τη σύνδεση της εσωτερικής πολιτικής με την εξωτερική ή, όπως το διατυπώνει στην ίδια εργασία «της σχέσης ανάμεσα στον κατακτητικό, ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ανάμεσα στον εγκληματικό-ληστρικό πόλεμο και στο δίκαιο-δημοκρατικό πόλεμο».
Μας βοηθάει επίσης να καταλάβουμε, γιατί και ποιοι χλευάζουν την ανάγνωση αυτού του μεγαλοφυούς στοχαστή, που επεξεργάστηκε το μαρξισμό στις σύγχρονες συνθήκες και καθοδήγησε το πρώτο πέρασμα της ανθρωπότητας στη νέα εποχή. Η επικαιρότητα του μαχητικού ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης αποτελεί το άμεσο «δια ταύτα», που το εργατικό κίνημα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ για να ξαναβρεί την επαναστατική ψυχή του.


[2] Βλ. το κείμενο «Για έναν αυτόνομο ρόλο της Αριστεράς» των συνεργαζόμενων με το ΣΥΝ.
[3] Γράφτηκε το Γενάρη-Ιούνη 1916. Μπροσούρα «Σύγχρονης Εποχής», σελ. 126-127.
[4] Β. Ι. Λένιν: «Ξανά για το ζήτημα της κυβέρνησης από τη Δούμα» (1906). Απαντα, τ. 13, σελ. 263-265, εκδ. «Σ.Ε».
[5] «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», μπροσούρα της «ΣΕ», σελ.3-4.
[6] Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι». Απαντα, τ. 37, σελ. 264, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
[7] Β. Ι. Λένιν: «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», 10 Απρίλη 1917, βλ. εκδ. της «Σύγχρονης Εποχής», «Από τον Απρίλη στον Οκτώβρη», σελ. 49.
[8] Β. Ι. Λένιν: «Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας», Απρίλης 1917. Στο «Από τον Απρίλη στον Οκτώβρη», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 77-79.
[9] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 34, σελ. 151-199. «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε».
[10] Ντοκουμέντα του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, σελ. 121-122.
[11] Β. Ι. Λένιν: Σεπτέμβρης 1917. «Η καταστροφή που μας απειλεί». Απαντα τ. 34, σελ. 151-199.
[12] «Από τον Απρίλη στον Οκτώβρη», εκδ. «Σύγχρονης Εποχής», σελ. 163.
[13] Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού».
[14] 6 Ιούλη 1920. «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Πρόλογος στη γαλλική και τη γερμανική έκδοση.
[15] Β. Ι. Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», μπροσούρα «Σ.Ε.», σελ. 23.
[16] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 34, σελ.151-199. εκδ. «Σ.Ε.».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου