Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Κάτω η κυβέρνηση - Εμπρός για το κίνημα της «αριστερής κυβέρνησης»


Τις προηγούμενες μέρες εμφανίστηκε μια κίνηση που παρουσιάζεται ως πρωτοβουλία 12 ομοσπονδιών, με την πραγματοποίηση μιας σύσκεψης ορισμένων εκπροσώπων τους. Ως κεντρικό ζήτημα σε αυτήν αναδείχθηκε ένα κάλεσμα για «κοινό συντονισμό και προετοιμασία για την προκήρυξη πολιτικής απεργίας, με στόχο την άμεση ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών και της κυβέρνησης που τις εφαρμόζει». Πρωταγωνιστές αυτής της κίνησης είναι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, πρώην στελέχη της ΠΑΣΚΕ που βρήκαν στέγη σε αυτόν, διάφοροι άλλοι πρόθυμοι στη στήριξη ενός νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού. 
Η στόχευση είναι σαφής: Να αναδειχτεί ένα κέντρο, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο ομοσπονδίες και συνδικάτα όπου ο συσχετισμός ευνοεί τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, που να συμβάλλει στην επιδίωξη του κόμματος αυτού να αποτελέσει την επόμενη κυβέρνηση. 

Στόχευση που δεν αφορά μόνο τη μετατροπή του συνδικαλιστικού κινήματος σε εκλογικό μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τη διαμόρφωση ενός νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού - υποστηρικτή της επίδοξης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Κίνημα - εργαλείο, δηλαδή, για την ενσωμάτωση και χειραγώγηση των εργαζομένων, ώστε να μη συναντά αντιδράσεις η εφαρμογή της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, που παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις έχει στο μείγμα διαχείρισης από τη σημερινή κυβέρνηση, συμπίπτει στη στρατηγική πλεύση, στο φιλομονοπωλιακό προσανατολισμό.
Στο συλλαλητήριο που κάλεσαν αυτές οι δυνάμεις συμπαρατάχτηκε και ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων, στον οποίο πρωτοστατούν δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο κάλεσμά τους γράφουν: «Αυτός ο δρόμος είναι ο ανυποχώρητος, ενωτικός, πολιτικός αγώνας διαρκείας των συνδικάτων και των εργαζομένων για την ανατροπή της άθλιας συγκυβέρνησης του κοινωνικού πολέμου, αλλά και συνολικά των πολιτικών του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου και της ΕΕ που εξαθλιώνουν τις ζωές μας».
Η στάση αυτή δεν προκαλεί εντύπωση, αφού ταυτίζεται με τη γραμμή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ . Ταυτίζονται με τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ , εκδηλώνονται στις ανακοινώσεις της στο άμεσο κάλεσμα για δράση ότι «είναι επιτακτικό να προκηρυχθεί τώρα νέα πανεργατική πολιτική απεργία ... Για να κλιμακωθεί ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης... Μπορούμε να τους ρίξουμε - μπορούμε να βγούμε νικητές» (Ανακοίνωση της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τις εξελίξεις στην ΕΡΤ).
Ο διαχωρισμός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το ΣΥΡΙΖΑ αφορά τις χοντρές γραμμές της επίσημης διαχειριστικής πολιτικής του, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει σχέσεις με τμήματά του, για την αριστεροποίησή του. Αλλωστε, υπάρχει η βάση για τέτοιες σχέσεις, καθώς το θέμα δεν είναι το πώς αυτοπροσδιορίζεται ο κάθε πολιτικός φορέας, αλλά κατά πόσο οι θέσεις και η δράση του αντιστοιχούν στους επιθετικούς προσδιορισμούς που χρησιμοποιεί. Και στην περίπτωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η αντικαπιταλιστική σάλτσα δεν μπορεί να καλύψει το διαχειριστικό πιάτο του λεγόμενου μεταβατικού πολιτικού προγράμματος που σερβίρουν ως επαναστατικό και ανατρεπτικό. Στόχοι όπως η κατάργηση των μνημονίων, η διαγραφή του χρέους, οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων, η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, εφόσον δε συνδέονται με κατεύθυνση πάλης για την κατάκτηση της εξουσίας, από μόνοι τους δεν είναι ριζοσπαστικοί. Στην πραγματικότητα, αποτελούν μια διαφορετική πολιτική διαχείρισης της κρίσης και διεξόδου από αυτή.
Η λογική του μεταβατικού προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν αποτελεί αντικαπιταλιστική πολιτική όπως ισχυρίζεται, αφού η υλοποίησή του δεν απαιτεί την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, έτσι αντικειμενικά είτε αυτό ομολογείται είτε όχι, η λογική του μεταβατικού προγράμματος στρώνει χαλί για την κυβέρνηση στο έδαφος της αστικής εξουσίας που θα το υλοποιήσει. Ωστόσο, για να μην πέσει ο αντικαπιταλιστικός μανδύας και μείνει ο βασιλιάς γυμνός, παραπέμπουν για μελέτη «το ζήτημα της σχέσης κράτους, επανάστασης, εξουσίας και κυβέρνησης στη νέα εποχή της ταξικής πάλης». Δηλαδή, δεν τοποθετούνται στο πιο σημαντικό ζήτημα για την πολιτική ενός κόμματος που θέλει να είναι επαναστατικό, το ζήτημα της στάσης απέναντι σε μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού και μάλιστα σε συνθήκες που διαμορφώνονται δυνατότητες για τη λεγόμενη «κυβέρνηση της Αριστεράς».
Πότε άραγε θα το μελετήσουν; Αφού θα στηρίξουν τη λεγόμενη «κυβέρνηση της αριστεράς»;
Θα έλεγε κάποιος, πού είναι το κακό; Δεν μπορεί να αποτελέσει άξονα της πάλης η ανατροπή της συγκυβέρνησης που φορτώνει ολοένα και περισσότερα βάρη στο λαό;
Και αυτή και κάθε αστική κυβέρνηση όποιο επίθετο και αν έχει είναι εχθρός της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.
Το ΚΚΕ είναι αντίπαλός τους. Αλλωστε, δίνει όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα ενάντια στα αντεργατικά αντιλαϊκά μέτρα που εφαρμόζει αυτή ως ανάγκη της τάξης που εκπροσωπεί, τους βιομήχανους, εφοπλιστές, τραπεζίτες, μεγαλέμπορους, σε συνεργασία με τους διεθνείς συμμάχους της. Το ΚΚΕ κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, για τη μαζικοποίηση των σωματείων, την κατοχύρωση του ταξικού τους προσανατολισμού, για την ισχυροποίηση της Λαϊκής Συμμαχίας. Ωστόσο, για να φύγει όχι μόνο αυτή αλλά και κάθε αντιλαϊκή κυβέρνηση από τη μέση χρειάζεται πριν από όλα να φύγουν από τη μέση αυτοί που υπηρετεί, τα μονοπώλια, οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι. Διαφορετικά, φιλολαϊκός δρόμος δεν ανοίγει αν η εξουσία των μονοπωλίων μένει άθιχτη όσες κυβερνήσεις και αν αλλάξουν όποιο όνομα και αν πάρουν. Και αποδεικνύεται ότι το σύστημα έχει πολλές εφεδρείες όσο η συζήτηση γίνεται εντός των τειχών.
Κάθε άλλη προσέγγιση, πόσο μάλλον η προβολή ενός συνθήματος του τύπου «μπορούμε να τους ρίξουμε» καταλήγει στο διαχωρισμό κυβέρνησης - εξουσίας, οδηγεί αντικειμενικά στο να προτάσσεται ως άμεσος στόχος η εναλλαγή του κυβερνητικού διαχειριστή στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας.
Το δίλημμα δε ότι η κυβέρνηση είτε θα πέσει από τους αγώνες από τα κάτω είτε μέσα από το κοινοβούλιο είναι ψεύτικο γιατί το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Δηλαδή, τίποτα δεν αποκλείει ότι ένα εργατικό - λαϊκό κίνημα μπορεί να γίνει ο θιασώτης μιας αστικής εναλλαγής που θα αποτυπωθεί κοινοβουλευτικά. Αυτό, άλλωστε, επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Τα συνθήματα αυτά αντικειμενικά υποβοηθούν το πλαίσιο της κυβερνητικής μεταμφίεσης, αφού -ανεξάρτητα από το κυβερνητικό σχήμα- το κράτος του κεφαλαίου χρειάζεται προσαρμογές (λιγότερο δαπανηρούς κρατικούς οργανισμούς, μεταφορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο ακόμα και δικτύων, όπως των ψηφιακών συχνοτήτων κ.λπ.). Δηλαδή, σε μια περίοδο που εξελίσσεται η αναμόρφωση καπιταλιστικών δομών και του αστικού πολιτικού συστήματος, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βλέπει ως «αστάθεια του πολιτικού συστήματος» που «θα συνεχιστεί και θα οξυνθεί» μόνο το λεγόμενο «κεντροδεξιό» πόλο (ΝΔ - κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ) και ουσιαστικά υποστηρίζει τον «αριστερό», κάνοντας κριτική στις προσαρμογές του ΣΥΡΙΖΑ εν αναμονή της ανάδειξης διακυβέρνησης.
Αντικειμενικά, η οριοθέτηση ως άμεσου πολιτικού στόχου της ανατροπής της κυβέρνησης δίνει αέρα στα πανιά του ΣΥΡΙΖΑ στην προοπτική ανάδειξής του σε κυβέρνηση, καθιστώντας όσες δυνάμεις το υιοθετούν όπως και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ δορυφόρο του ενός πόλου.
Οσο η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν είναι αποφασισμένοι να κάνουν το βήμα σύγκρουσης με την αστική εξουσία, όσο ευελπιστούν σε μια θετική αλλαγή μέσω του κοινοβουλίου και των αστικών θεσμών, τότε το σύνθημα της ανατροπής της κυβέρνησης δεν μπορεί παρά να αποτελεί σύνθημα υποστήριξης της αστικής εναλλαγής. Και βέβαια αυτό το σύνθημα δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συμβάλει στην προετοιμασία για αυτήν τη σύγκρουση, δε συμβάλλει στο να ωριμάσει αυτή η λογική, αφού στις σημερινές συνθήκες πτώση της κυβέρνησης μπορεί να νοηθεί μόνο κοινοβουλευτικά είτε στηρίζεται στο κίνημα είτε όχι. Βεβαίως, ανατροπές στη σύνθεση της κυβέρνησης είχαμε και θα έχουμε για όσο διάστημα δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για ανατροπή της εξουσίας. Αλλο αυτό και άλλο να θεωρείται ότι η ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά αποτελεί τη λύση.
Σε αυτές τις συνθήκες, το επαναστατικό κόμμα είναι υποχρεωμένο να δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι η αστική εναλλαγή αλλά η αλλαγή της τάξης στην εξουσία, και έτσι να προβάλλει τη δική του αντίληψη «διακυβέρνησης» με την εργατική τάξη και τους συμμάχους της στην εξουσία, δηλαδή της εργατικής - λαϊκής εξουσίας, την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων κ.λπ. Στις σημερινές, το Κομμουνιστικό Κόμμα οφείλει να έχει τη θέση της εργατικής - λαϊκής αντιπολίτευσης στο κεφάλαιο, την εξουσία του και τις κυβερνήσεις του και από αυτήν τη θέση να συμβάλει στην οργάνωση του κινήματος της εργατικής τάξης, στην προώθηση της Λαϊκής Συμμαχίας.
Υπάρχει ανάγκη σήμερα να ανέβει η πολιτικοποίηση του κινήματος; Η απάντηση είναι σαφέστατα καταφατική. Μπορεί αυτή να επιτευχθεί με τον εγκλωβισμό του αγώνα σε ορισμένα αμυντικά αιτήματα με στόχο να τα ικανοποιήσει μια άλλη κυβέρνηση στο καπιταλιστικό έδαφος; Σίγουρα όχι. Το αντίθετο θα συμβαίνει, αντί οι εργατικές λαϊκές δυνάμεις να προσπερνούν κοινοβουλευτικές αυταπάτες, θα ενισχύεται η προσμονή κάποιας λύσης από τα πάνω.
Πολιτικοί στόχοι στο σήμερα είναι τα βήματα στην αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή γραμμή, είναι η συσπείρωση εργατικών λαϊκών δυνάμεων σε γραμμή πάλης που έρχεται σε σύγκρουση με τη στρατηγική του κεφαλαίου, που απεγκλωβίζεται από τα διάφορα διλήμματα της αστικής διαχείρισης, που συγκρούεται με την εξουσία των μονοπωλίων.
Πολιτικοποίηση του εργατικού κινήματος μπορεί να υπάρξει στο βαθμό που η εργατική τάξη χειραφετείται ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά από την αστική πολιτική και κάθε πτέρυγά της. Γιατί η πολιτικοποίηση του κινήματος δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη γραμμή πάλης για την εξουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου