Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Για την πώληση ληγμένων τροφίμων

«Σου έκλεψε τον άμπακο των αρχηγών η στάνη,
άγιο ψωμί μπαγιάτικο και μούχλα παντεσπάνι...»
(Active Member «Από την αρχή»)
Ντόρος προκλήθηκε τις τελευταίες ημέρες με την ανακοίνωση από τα υπουργεία Ανάπτυξης και Υγείας που συνόδεψε τη «Νέα Υγειονομική Διάταξη» που διέπει τις επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος (τροφίμων, ποτών και υπηρεσιών) και τους «Νέους Κανόνες Διακίνησης / Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (ΔΙΕΠΠΥ)». Με βάση τις νέες διατάξεις, που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν το τρόφιμο ως εμπόρευμα, μεταξύ άλλων «επιτρέπεται η διάθεση τροφίμων περασμένης χρονολογίας ελάχιστης διατηρησιμότητας, πλην όσων προσδιορίζονται από την κείμενη νομοθεσία ως ευαλλοίωτα, με τον όρο ότι αυτά θα πωλούνται σαφώς διαχωρισμένα από τα άλλα τρόφιμα και σε πινακίδα που θα αναρτάται σε αυτά, θα αναγράφεται, με κεφαλαία γράμματα, η φράση ΤΡΟΦΙΜΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ». Τα τρόφιμα αυτά θα πρέπει να διατίθενται σε χαμηλότερη τιμή. Αποτελεί αυτή η εξέλιξη κάτι το καινούργιο; Οχι, καθώς το νομοθετικό πλαίσιο εδώ και δεκαετίες έδινε τη δυνατότητα πώλησης τροφίμων με περασμένη ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας. Μια δυνατότητα όμως που σπάνια εφαρμοζόταν στην πράξη.
Ποιο όμως είναι το νέο δεδομένο; Σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης τα μονοπώλια του κλάδου των τροφίμων ψάχνουν επιπλέον τρόπους ώστε να θωρακιστεί η κερδοφορία τους. Αυτό σίγουρα ενισχύει τις τάσεις εφαρμογής και διεύρυνσης μιας μέχρι πρόσφατα σχετικά ανενεργής διάταξης. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο ότι η εξέλιξη αυτή διασταυρώνεται και με μια σειρά από εξελίξεις σε επίπεδο ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με βάση το ΕΕ (2011/2175(INI)) Ψήφισμα της 19ης Ιανουαρίου 2012 καλεί την Επιτροπή «να εξετάσει και να προωθήσει μέτρα που αποσκοπούν στη μείωση της σπατάλης τροφίμων στα πρώτα στάδια της τροφικής αλυσίδας, όπως για παράδειγμα την επισήμανση με διπλή ημερομηνία λήξης («πώληση έως» και «ανάλωση έως») και την πώληση με έκπτωση προϊόντων με κοντινή ημερομηνία λήξης ή με ελαττώματα».1 Ολα αυτά στο όνομα της ελαχιστοποίησης των απορριμμάτων τροφής. Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο. Η ΕΕ που με την πολιτική της στον αγροτικό τομέα έστελνε επί δεκαετίες εκατομμύρια τόνους αγροτικών προϊόντων στις χωματερές, σήμερα έρχεται να επιδείξει την ευαισθησία της γιατί δήθεν «σπαταλώνται μεγάλες ποσότητες τροφίμων». Αλλαξε κάτι; Εγινε ξαφνικά ευαίσθητη; Ασφαλώς και όχι.
Η ΕΕ από τη φύση της νομοθετεί, θεσμοθετεί και επιβάλλει κάθε μέτρο που θα εξυπηρετεί την κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, ανεξάρτητα από το έμβλημα που χρησιμοποιεί κάθε φορά για να θολώσει τα νερά και να αποπροσανατολίσει. Εξάλλου, οι ίδιες οι πολυεθνικές στον κλάδο των τροφίμων και ποτών είναι αυτές, που καθορίζουν όχι μόνο τη διατηρησιμότητά τους, αλλά και τις μεθόδους επεξεργασίας που εφαρμόζουν και τα πρόσθετα που χρησιμοποιούν, χωρίς να έχουν καμιά νομική υποχρέωση να αποδεικνύουν εκ των προτέρων και με επιστημονική τεκμηρίωση την ασφαλή χρήση τους ως προς την υγιεινή, την ποιότητα και την ασφάλειά τους. Αρκεί σύμφωνα με το ευρωενωσιακό δίκαιο, να εφαρμόζουν σύστημα αυτοελέγχου, το λεγόμενο HACCP (ΧΑΣΠ), να ελέγχουν δηλαδή τα μονοπώλια των τροφίμων - ποτών τους εαυτούς τους!!! Προκειμένου μάλιστα οι μονοπωλιακοί όμιλοι να εξασφαλίζουν την όσο γίνεται μακρύτερη διατηρησιμότητα των παραγόμενων τροφίμων, εφαρμόζουν προηγμένες τεχνικές, όπως η εφαρμογή υψηλών θερμοκρασιών στην παραγωγική διαδικασία, που ναι μεν μηδενίζουν το όποιο μικροβιακό φορτίο υπάρχει, αλλά ταυτόχρονα παράγονται λόγω αυτής της τεχνικής νέες ουσίες που μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «ακρυλαμίδιο» που είναι μία ουσία ύποπτη για καρκινογενέσεις και για την οποία δεν έχει θεσπιστεί όριο από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η συγκεκριμένη ουσία σχηματίζεται κατά την παραγωγή ψωμιού, φρυγανιών, μπισκότων, τσιπς κ.ά., στους 220 βαθμούς Κελσίου, όταν το άμυλο ενώνεται με τα ελεύθερα αμινοξέα. Οι πολυεθνικές χρησιμοποιούν αυτές τις μεθόδους παραγωγής προκειμένου τα παραγόμενα τρόφιμα να μην παρουσιάζουν για μακρύ χρονικό διάστημα αλλοιώσεις των μακροσκοπικών τους στοιχείων (οσμή, υφή, γεύση κλπ.). Αυτό σημαίνει ότι ενδεχομένως θα μπορούν να παραμείνουν στα ράφια των υπεραγορών τροφίμων «ως ασφαλή» για την κατανάλωση και μετά τη λήξη της διατηρησιμότητάς τους (ημερομηνία λήξης) και με δεδομένο ότι προκαλείται μείωση της θρεπτικής τους αξίας. Στις σημερινές συνθήκες της άγριας επίθεσης κυβέρνησης - ΕΕ - επιχειρηματικών ομίλων στα λαϊκά στρώματα που έχει ως αποτέλεσμα η φτώχεια και η εξαθλίωση να παίρνουν μαζικά χαρακτηριστικά, αυτή η αγορανομική διάταξη διευκολύνει το εμπόριο ληγμένων και χαμηλής θρεπτικής αξίας τροφίμων. Η πώλησή τους μπορεί να γίνεται είτε μέσω μικρών ή μεγάλων αλυσίδων απευθείας στα φτωχά λαϊκά στρώματα, είτε να διακινούνται μέσω των ΜΚΟ, των «φιλανθρωπικών» οργανώσεων, των «κοινωνικών παντοπωλείων» για τους τελείως εξαθλιωμένους.
Η επιχειρηματολογία με την οποία η ΕΕ στηρίζει τη λογική της είναι πέρα για πέρα σαθρή. Εστιάζει στο γεγονός της απόρριψης μεγάλων ποσοτήτων τροφίμων, τα οποία αν και υστερούν ποιοτικά δεν παρουσιάζουν σύμφωνα με τους ιθύνοντες των ευρωπαϊκών επιτελείων προβλήματα ασφάλειας. Μπαίνει, δηλαδή, μια απόλυτη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ποιότητας από τη μια και της ασφάλειας από την άλλη. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Το φαινόμενο αυτό έχει απασχολήσει ερευνητές στις ΗΠΑ όπου το νομοθετικό πλαίσιο διευκολύνει την πώληση προϊόντων με περασμένη ημερομηνία λήξης2. Ετσι στις ΗΠΑ υπάρχει το φαινόμενο να πωλούνται συστηματικά τέτοια προϊόντα. Σε έρευνα3 που διεξήγαγε το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (USC) το 2009 παρατηρήθηκε ότι αυτή η πρακτική εφαρμοζόταν κατά κόρον σε περιοχές όπου διαμένουν φτωχά λαϊκά στρώματα ή στις κοινότητες των Αφρο - Αμερικάνων. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι το γεγονός αυτό «αντανακλά μια ιδιαίτερα σημαντική έλλειψη πρόσβασης σε ποιοτικά διατροφικά προϊόντα για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού». Με δεδομένη λοιπόν την παραπάνω διαπίστωση, ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι υπάρχουν αδιαπέραστα τείχη μεταξύ ποιότητας και ασφάλειας; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι η διαχρονική και συστηματική κατανάλωση τροφίμων αποδεδειγμένα ποιοτικά υποβαθμισμένων δεν εγείρει ζητήματα δημόσιας υγείας; Κανείς. Και σε αυτό το ερώτημα οι ερευνητές του USC είναι κατηγορηματικοί: «Δεν μπορούμε να είμαστε 100% σίγουροι. Για παράδειγμα, σε ανθρώπους που πάσχουν από χρόνιες παθήσεις το αποτέλεσμα της κατανάλωσης τροφίμων υποβαθμισμένης ποιότητας θα μπορούσε να είναι σοβαρότερο του αναμενόμενου»4.
Μια επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται υπέρ της πώλησης αποδεδειγμένα ποιοτικά υποβαθμισμένων τροφίμων είναι ο ισχυρισμός ότι η πώληση τους σε μειωμένες τιμές θα συμβάλλει δήθεν στη μείωση των τιμών των τροφίμων. Πρόκειται για ισχυρισμό παραπλανητικό. Ουσιαστικά, με το κυβερνητικό μέτρο τα μονοπώλια θα κερδίζουν και από την πώληση των «ληγμένων» που μέχρι τώρα τα απέσυραν και είχαν χασούρα και τα αντικαθιστούσαν με «μη ληγμένα». Επίσης, με αυτόν τον τρόπο καλύπτουν και ένα μέρος από τη μείωση της κατανάλωσης. Ετσι λειτουργεί η καπιταλιστική αγορά, με υπέρτατη αρχή και αξία το κέρδος ακόμα και σε βάρος της υγείας και της ζωής του λαού. Με αυτά τα λαϊκίστικα επιχειρήματα προσπαθούν να παρουσιάσουν ένα καθαρά φιλομονοπωλιακό μέτρο, ως δήθεν φιλολαϊκό.
Ενα άλλο επιχείρημα είναι ο ακόμα πιο εκβιαστικός και κυνικός ισχυρισμός ότι από το να μην έχει κάποιος να φάει, ας μπορεί τουλάχιστον να προμηθευτεί φθηνότερα ορισμένα τρόφιμα και ας είναι ληγμένα. Παρουσιάζει τη φτώχεια και την εξαθλίωση σαν φυσικά φαινόμενα και όχι σαν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης και της διαχείρισης των αστικών κυβερνήσεων υπέρ του κεφαλαίου που τα δημιουργεί. Δηλαδή, οι δήμιοι του λαού παρουσιάζονται σαν ευεργέτες του και ο λαός θα πρέπει να εκτιμήσει αυτήν την προσφορά. Να συμβιβαστεί με το «ελάχιστο» που στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει άμεση ή και μακροπρόθεσμη υπονόμευση της υγείας του. Την ίδια στιγμή που τα μονοπώλια των τροφίμων αβγαταίνουν τα κέρδη τους, εκπαιδεύουν τα λαϊκά στρώματα πώς να διαχειρίζονται τη φτώχεια τους.
Πρέπει να είναι καθαρό στους εργαζόμενους ότι και αυτή η εξέλιξη είναι συνδεδεμένη με τη συνολικά εφαρμοζόμενη πολιτική, την πολιτική που επιδιώκει να ρίξει στα τάρταρα την τιμή της εργατικής δύναμης ώστε το κεφάλαιο να βγει άθικτο από την κρίση. Θέλουν εργάτες χαμηλών απαιτήσεων, με σκυμμένο το κεφάλι, που να βολεύονται με ένα ξεροκόμματο και αυτό «αμφιβόλου» ποιότητας. Επιβεβαιώνεται ότι μονοπώλια και ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών δε συμβιβάζονται. Επιβεβαιώνεται και η δηλητηριώδης απάτη του οπορτουνισμού, ότι μπορεί ο καπιταλισμός να εξανθρωπιστεί και με κατάλληλη διαχείριση «ο άνθρωπος να μπει πάνω από τα κέρδη».
Γι' αυτό λέμε ότι η λύση δε βρίσκεται στην αναζήτηση της λιγότερης φτώχειας, της λιγότερης πείνας με πληρωμένα «ληγμένα» τρόφιμα, αλλά στην πρόταση διεξόδου του ΚΚΕ για κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, για αποδέσμευση από την ΕΕ, με μονομερή διαγραφή του χρέους, με λαϊκή εξουσία. Μόνο έτσι απελευθερώνεται η δυνατότητα να σχεδιαστεί και να αναπτυχθεί η παραγωγή ποιοτικών, ασφαλών και σε επαρκή ποσότητα τροφίμων σύμφωνα με τις σύγχρονες διατροφικές ανάγκες του λαού. Σ' αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να κατατείνει η πάλη της κοινωνικής συμμαχίας των εργατοϋπαλλήλων, των αυτοαπασχολουμένων της πόλης και του χωριού, της νεολαίας και των γυναικών των λαϊκών οικογενειών.
Παραπομπές:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου