Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Ξανά για την «αναποτελεσματικότητα» των αγώνων


Υστερα και από τη γενική απεργία στις 26/ 9 έχει επανέλθει στις συζητήσεις και τον προβληματισμό των εργαζομένων το θέμα της αποτελεσματικότητας των απεργιακών (και όχι μόνο) κινητοποιήσεων για το τι βγαίνει και αν αξίζει να χάνει κανείς μεροκάματο για «τουφεκιές στον αέρα». Ετσι, λοιπόν, και ενόψει της νέας απεργίας, αλλά και της συνέχειας της επίθεσης θα πρέπει, για μια ακόμη φορά, να επανέλθουμε στο ζήτημα αυτό, ενισχύοντας την επιχειρηματολογία μας, γιατί πάνω σε αυτό το «πραγματικό έδαφος» καλλιεργούνται διάφορα ιδεολογήματα τόσο από πλευράς της αστικής τάξης «κάτσε στο σπιτάκι σου, κοίτα τη δουλίτσα σου», αλλά και των δυνάμεων του οπορτουνισμού «άλλες μορφές πάλης, η απεργία είναι ξεπερασμένη κ.λπ.».
Επειδή η επιφανειακή βάση της αναποτελεσματικότητας είναι η πραγματικότητα, ότι δηλαδή οι τόσες απεργίες δεν εμπόδισαν το πέρασμα των μέτρων, θα πρέπει να απαντήσουμε με μια αντίστοιχη πραγματική βάση. Ετσι, λοιπόν, θα πρέπει να βάλουμε σε κάθε εργαζόμενο το ερώτημα «πρέπει να αντισταθούμε σε αυτή τη λαίλαπα του κεφαλαίου και στο μέλλον που ετοιμάζουν σε μας και τα παιδιά μας "ναι ή όχι";» Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να αποτελεί και τη βάση της συζήτησης. Αν υπάρχει άρνηση, δεν υπάρχει και συζήτηση, αν όμως υπάρχει συμφωνία, τότε η συζήτηση θα πρέπει να προχωράει ουσιαστικά.
Αυτό σημαίνει ότι ξεκινάμε με δεδομένο ότι θα παλέψουμε και μένει να δούμε απολογιστικά τι δεν πήγε καλά στους προηγούμενους αγώνες, τι πιστεύουμε ότι έφταιξε ή τι έλειπε για να είναι καλύτερα οργανωμένοι οι επόμενοι. Η ΒΑΣΗ ΜΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΑΓΩΝΑ.
Στα στοιχεία του απολογισμού πρέπει να τονίζεται με μεγάλη έμφαση ο ρόλος του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, ο οποίος, προκειμένου να καταφέρνει να χειραγωγεί τις εργαζόμενες μάζες, εμφάνιζε ένα δήθεν αγωνιστικό προσωπείο, προκηρύσσοντας απεργίες που ποτέ δεν πάλεψε και με ρηχό περιεχόμενο, όπως να αλλάξει το μείγμα της πολιτικής, να γίνουν πιο φιλολαϊκά τα μνημόνια, δηλαδή. Κανένας ριζοσπαστισμός καμιά ρήξη καμιά αμφισβήτηση. Κούφια λόγια κούφιοι αγώνες. Εχουν τεράστιες ευθύνες, είναι αφερέγγυοι, πρέπει οι εργαζόμενοι να τους θεωρήσουν τους Νο 1 υπεύθυνους για την εξέλιξη των αγώνων και να τους βάλουν στην άκρη, αλλάζοντας τους συσχετισμούς μέσα στα συνδικάτα. Παίξαν το παιχνίδι των κομμάτων που εκπροσωπούσαν, παραμένουν στελέχη αυτών των κομμάτων και στην κοινωνία παρουσιάζονται ως αντιμνημονιακοί.
Επόμενο στοιχείο του απολογισμού θα πρέπει να αποτελεί η αντιπαράθεση με την ιδεολογική δουλειά που κάνει η αστική τάξη και τα επιτελεία της, προκειμένου να περνούν οι πολιτικές τους.
Κοινώς, είναι αυτό που λέει ο απλός κόσμος «μήπως μας ψεκάζουν και δεν αντιδρούμε;». Η αλήθεια είναι ότι μας «ψεκάζουν» καθημερινά με τα δελτία ειδήσεων και τα ΜΜΕ και ότι είχαν καταφέρει, σε πρώτο χρόνο τουλάχιστον, να περάσουν σε μια μεγάλη μερίδα εργαζομένων ότι τα μέτρα είναι αναγκαία, ότι πρέπει να μείνουμε στο ευρώ πάση θυσία, ότι αν φύγουμε απ' την ΕΕ θα πεινάσουμε κ.λπ. Αυτή η αποδοχή στέρησε την είσοδο εργαζομένων στη μάχη, δόθηκαν αγώνες όπου η συμμετοχή δεν ήταν αντίστοιχη των μέτρων, πέρασαν μέτρα που δεν έπρεπε, δούλεψε τελικά όλο το σύστημα στη δημιουργία της σημερινής εικόνας της αναποτελεσματικότητας.
Σήμερα, όμως, ακόμα και τα παιδιά στο νήπιο καταλαβαίνουν και μέσα από την οικογένειά τους ότι η κατάσταση αυτή έχει χειροτερέψει δραματικά τη ζωή της μέσης λαϊκής οικογένειας ότι καμιά βελτίωση δεν υπήρξε παρά το δίχρονο λιτότητας και αυτό που κουβεντιάζεται και στο τελευταίο καφενείο της χώρας είναι ότι θέλουν να πάνε τους μισθούς στα 200 ευρώ την ίδια ώρα που κάθε οικογένεια έχει στο σπίτι της έναν ή και δυο ανέργους. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά «ιδεολογική» δικαιολογία σήμερα για τη μη συμμετοχή. Η προσωπική πραγματικότητα του καθενός έχει τσακίσει τη συλλογική ιδεολογική τρομοκρατία του κεφαλαίου.
Συμπεράσματα πρέπει επίσης να βγουν όχι μόνο από τους αγώνες, αλλά και από τις πρόσφατες εκλογές, γιατί τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησαν να εκτονώσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια μέσα από τη δημιουργία αυταπατών περί επαναδιαπραγμάτευσης ο ένας ή αριστερής κυβέρνησης ο άλλος, αποπροσανατολίζοντας έτσι από τους κοινωνικούς αγώνες, ενισχύοντας εμμέσως τη λογική της αναποτελεσματικότητας, αλλά δυστυχώς γι' αυτούς και ευτυχώς για το κίνημα η επομένη των εκλογών απέδειξε πως τόσο η ΝΔ όσο και ΣΥΡΙΖΑ κατέβασαν τους τόνους τους προσαρμοσμένοι στην πραγματικότητα του συστήματος.
Εχοντας, λοιπόν, ως εργαζόμενοι ένα δεδομένο στα χέρια μας ότι χωρίς αγώνα και θυσίες οι μέρες που έρχονται θα είναι όλο και πιο μαύρες, αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το αύριο. Μαζικότητα στους αγώνες πρέπει να 'ναι ο πρώτος στόχος. Η συλλογικότητα στη δράση, στις αποφάσεις, η αλληλεγγύη μεταξύ μας να γίνει κανόνας συμπεριφοράς στις νέες συνθήκες. Αλλαγή του πολιτικού προσανατολισμού του κινήματος σε διέξοδο, πέρα από τα όρια του σάπιου αυτού συστήματος. Σύγκρουση καθημερινή με την εργοδοσία στους χώρους, και τις συνέπειες της εφαρμοζόμενης πολιτικής σε όλα τα επίπεδα (χαράτσια, υγεία, παιδεία, φόροι). Να δημιουργήσουμε έτσι ένα πλατύ κοινωνικό συμμαχικό κίνημα από τα κάτω που θα δίνει την εικόνα και θα εμπνέει ότι οι εργαζόμενοι και τα λαϊκα στρώματα μπορούν να οργανώσουν όχι μόνο τους αγώνες τους, αλλά όλη την κοινωνία με βάση τις ανάγκες της.
Μπορούμε με μπροστάρη το ταξικό κίνημα, το ΠΑΜΕ και με όρους μαζικής από τα κάτω πρωτοβουλίας και οργάνωσης να μιλάμε και να ελπίζουμε σε αγώνες που θα μπορούν όχι μόνο μνημόνια να ανατρέψουν, αλλά να δημιουργήσουν όρους ελπίδας και προοπτικής για όλα τα φτωχά λαϊκά στρώματα.
Οι μόνοι χαμένοι αγώνες είναι αυτοί που δε δόθηκαν ποτέ.
Μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του ΠΑΜΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου