Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ έχει Στόχο την αθώωση συνολικά της αστικής διαχείρισης


Ζητάει τη διερεύνηση ζητημάτων που σχετίζονται με πλευρές της φιλομονοπωλιακής διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ
Το σύνολο σχεδόν των πολιτικών αποφάσεων, με τις οποίες τα αστικά κόμματα άσκησαν διακυβέρνηση υπέρ της πλουτοκρατίας, διατείνεται ο ΣΥΡΙΖΑ ότι πρέπει να τεθεί στο μικροσκόπιο της εξεταστικής επιτροπής που πρότεινε χτες «για την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ και την υπαγωγή της στο καθεστώς των μνημονίων και της επιτήρησης». Αντίστοιχη πρόταση έχει καταθέσει ήδη και το κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων.
Με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει στην πρότασή του ο ΣΥΡΙΖΑ στέλνει στο «εδώλιο» μια μορφή διαχείρισης της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, έτσι που να βγαίνει «λάδι» το σύστημα συνολικά, προπαγανδίζοντας πως είναι δυνατή η εφαρμογή μιας άλλης, φιλολαϊκής τάχα διαχείρισης, στο πλαίσιο πάντα της αστικής εξουσίας και εντός της ΕΕ.
Η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ θα πάει στην Ολομέλεια της Βουλής, όπου με φανερή
ψηφοφορία θα χρειαστεί απλή πλειοψηφία των παρόντων, όχι μικρότερη των 120 βουλευτών, για να περάσει.
Στην αιτιολόγηση της πρότασης ο ΣΥΡΙΖΑ συντηρεί τη λογική της δήθεν αναποτελεσματικότητας των μνημονίων, ισχυριζόμενος ότι αυτά «δεν οδήγησαν στον περιορισμό του δημόσιου χρέους αλλά αντίθετα το επιβάρυναν». Αποκρύπτει ότι στόχος των μνημονίων ήταν η επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και το τσάκισμα εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με την προ πολλού αποφασισμένη ευρωενωσιακή στρατηγική.
Τα ίδια μέτρα, άλλωστε, προωθούνται σε όλες τις χώρες - μέλη της ΕΕ, με ή χωρίς μνημόνια, προκειμένου να βγουν τα μονοπώλια αλώβητα απ' την κρίση και να επανέλθουν σε τροχιά κερδοφορίας, πάνω στα αποκαΐδια των δικαιωμάτων των λαών.
Ποινικές ευθύνες για πολιτικές αποφάσεις
Με την πρότασή του ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να αποδώσει ποινικές ευθύνες στα αστικά κόμματα για το γεγονός ότι με την πολιτική τους υπηρέτησαν την αποστολή τους ως κόμματα της διαχείρισης, υπερασπίστηκαν δηλαδή και διεύρυναν τα συμφέροντα των καπιταλιστών σε βάρος των εργαζομένων και του λαού.
Για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί αντικείμενο διερεύνησης το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις εφάρμοζαν «στοχευμένες φοροαπαλλαγές και φοροελαφρύνσεις των επιχειρηματικών κεφαλαίων και των υψηλών εισοδημάτων» και ότι «ακολούθησαν ακραία μεροληπτική πολιτική υπέρ του κεφαλαίου»!
Στην πραγματικότητα, αυτό που υπονοείται είναι ότι υπάρχει και άλλη διαχείριση στο πλαίσιο του καπιταλισμού, την οποία υπηρετεί ο ΣΥΡΙΖΑ και που μπορεί, κατά την άποψή του, να συμβιβάσει τα συμφέροντα των καπιταλιστών με τη λαϊκή ευημερία.
Στα ζητήματα που θέτει προς διερεύνηση είναι ακόμα οι δηλώσεις και οι αποφάσεις των Γ. Παπανδρέου, Γ. Παπακωνσταντίνου, Λ. Παπαδήμου και Ε. Βενιζέλου, πριν και μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, θέματα που αφορούν στη σχέση του χρέους με τα εξοπλιστικά προγράμματα, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το κρατικοδίαιτο πολιτικό σύστημα, την υπερτιμολόγηση των προμηθειών και των δημόσιων έργων, αλλά και ζητήματα σχετικά με το PSI και το «κούρεμα» των ομολόγων των ασφαλιστικών ταμείων.
Ακόμα, η σχέση του Ελληνικού Δημοσίου με την «Goldman Sachs», η επιρροή των swaps που συνήπτε το Ελληνικό Δημόσιο στο μέγεθος των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους.
Πρόκειται για πλευρές της διαχείρισης που ασκήθηκε με παραλλαγές από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ πριν και μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης, στο πλαίσιο πάντα της στρατηγικής που επιβάλλουν τα συμφέροντα της ντόπιας πλουτοκρατίας και της ΕΕ.
Διαπιστευτήρια στην ΕΕ
Ο ΣΥΡΙΖΑ επικαλείται ακόμα τις δηλώσεις του Π. Ρουμελιώτη, ζητώντας διερεύνηση αν η κυβέρνηση τότε γνώριζε ότι το «πρόγραμμα δεν βγαίνει». Πλευρές της διαχείρισης, που συσκοτίζουν το χαρακτήρα της κρίσης και τη διέξοδο υπέρ του λαού. Ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ζήτημα σχετικά «με το σορτάρισμα των ελληνικών ομολόγων από τον Οκτώβριο του 2009 και μέχρι τον Απρίλιο του επόμενου έτους», καταγγέλλοντας την Τράπεζα της Ελλάδας ότι δεν κινήθηκε στην κατεύθυνση θωράκισης των ελληνικών ομολόγων.
Αλλά και ζήτημα για το αν χειραγωγήθηκε η αγορά των ασφαλίστρων κινδύνου (CDS) κατά την εν λόγω περίοδο και αν «προκύπτουν πέρα από τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες για τον τότε Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Προβόπουλο αλλά και μέλη της τότε κυβέρνησης», σαν να πρόκειται η κλοπή των ασφαλιστικών ταμείων και των αποθεματικών των νοσοκομείων και άλλων οργανισμών να ήταν μεθόδευση ενός τραπεζίτη, και όχι στρατηγική επιλογή για τη διάσωση της ντόπιας πλουτοκρατίας, στο πλαίσιο της ελεγχόμενης καταστροφής κεφαλαίου για να ξεπεραστεί η κρίση.
Δεν παραλείπει, τέλος, να διαβεβαιώσει την ΕΕ για τις καλές προθέσεις της πρότασής του, όταν αναφέρει ότι «μια τέτοια έρευνα από πλευράς της Ελληνικής Βουλής θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό σχέδιο που θα στοχεύει στη μελλοντική προστασία των κρατών - μελών της Ευρωζώνης από τις πιέσεις των αγορών και στη συνολική αλλαγή του οικονομικού μοντέλου χρηματοδότησης των επιμέρους οικονομιών ώστε να μην εξαρτάται η μοίρα ολόκληρων λαών από τους μηχανισμούς των αγορών».
Ομολογεί, δηλαδή, κυνικά ότι στόχος της πρότασής του είναι να προσανατολίσει τη συζήτηση για την κρίση σε μια άλλη μορφή διαχείρισης, στο πλαίσιο πάντα της καπιταλιστικής ΕΕ, καλλιεργώντας αυταπάτες ότι με τις κατάλληλες πολιτικές παρεμβάσεις ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει φιλολαϊκός. Στο ίδιο πνεύμα του αποπροσανατολισμού, επαναλαμβάνει έμμεσα την αντιδραστική θεωρία ότι η κρίση στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη ήταν αποτέλεσμα του δημόσιου χρέους των κρατών - μελών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου