Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΓΙΑ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ


Εξωραΐζει συνολικά την αστική διαχείριση της κρίσης
Καλλιεργεί αυταπάτες ότι με ένα άλλο «μείγμα» πολιτικής ο λαός θα μπορούσε να αποφύγει την κρίση και τα δεινά της
Νερό στο μύλο της αστικής διαχείρισης συνολικά, την οποία εξάλλου ορέγεται να ασκήσει από κυβερνητική θέση, ρίχνει για μια ακόμα φορά ο ΣΥΡΙΖΑ, με την πρόταση που κατέθεσε την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή, ζητώντας τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής «για την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ και την υπαγωγή της στο καθεστώς των μνημονίων και της επιτήρησης».
Στο επτά σελίδων κείμενο βγάζει μάτι η προσπάθεια εξωραϊσμού του καπιταλιστικού συστήματος, συσκότισης της φύσης της κρίσης, ως καραμπινάτης καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης και υπερπαραγωγής και των αιτιών που την προκαλούν. Κατά συνέπεια και της διεξόδου απ' αυτήν, απ' τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων.
Στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ενοχοποιείται αποκλειστικά η μορφή διαχείρισης που
προκρίθηκε σε ευρωενωσιακό επίπεδο και εφαρμόστηκε στην Ελλάδα και αλλού, με στόχο να ενισχυθεί η ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να υπάρξει μια άλλη μορφή διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, στο πλαίσιο της ΕΕ και για λογαριασμό των μονοπωλίων, που δε θα φόρτωνε τα βάρη της στο λαό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε λίγο ούτε πολύ, διατείνεται πως το σύνολο σχεδόν των πολιτικών αποφάσεων, με τις οποίες τα αστικά κόμματα άσκησαν διακυβέρνηση υπέρ της πλουτοκρατίας, ακόμα και αποφάσεις που επιβάλλονταν απ' την πορεία ενσωμάτωσης της χώρας στην ΕΕ, πρέπει να τεθούν στο μικροσκόπιο της εξεταστικής επιτροπής και να κάτσουν στο «εδώλιο» τα φυσικά πρόσωπα που τις εφάρμοσαν.
Η προσπάθεια ενοχοποίησης μιας μορφής αστικής διαχείρισης συνιστά ταυτόχρονα την υπερασπιστική γραμμή μιας άλλης, εξίσου όμως αντιλαϊκής, αφού δεν παύει να αναφέρεται στην εξουσία των μονοπωλίων, την οποία δεν αμφισβητεί ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και τα αστικά κόμματα.
Η πραγματικότητα αναποδογυρισμένη
Στην αιτιολόγηση της πρότασης, ο ΣΥΡΙΖΑ συντηρεί τη λογική της δήθεν αναποτελεσματικότητας των μνημονίων, ισχυριζόμενος ότι αυτά «δεν οδήγησαν στον περιορισμό του δημόσιου χρέους, αλλά αντίθετα το επιβάρυναν».Υιοθετεί, δηλαδή, την προπαγάνδα κυβερνήσεων και Ευρωένωσης με την οποία επιχειρήθηκε να αποσπαστεί η συναίνεση του λαού στο σφαγιασμό του, στο όνομα της αντιμετώπισης του χρέους και των ελλειμμάτων.
Εξάλλου, δεν πάει καιρός απ' όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανήγαγε το χρέος που σώρευσε η πλουτοκρατία σε «εθνικό ζήτημα». Εξακολουθεί και σήμερα να το αναγνωρίζει, μεταθέτοντας στο λαό την ευθύνη της αποπληρωμής του.
Συγχρόνως, αποκρύπτει ότι στόχος των μνημονίων ήταν η επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και το τσάκισμα εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με την προ πολλού αποφασισμένη ευρωενωσιακή στρατηγική. Κάτι που επιβεβαιώνεται απ' το γεγονός ότι πανομοιότυπα μέτρα (σμπαράλιασμα εργασιακών σχέσεων, αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, μειώσεις μισθών και συντάξεων, φοροεπιδρομές, ιδιωτικοποιήσεις κ.ά.) λαμβάνονται σε όλες τις χώρες - μέλη της ΕΕ, με ή χωρίς μνημόνια.
Με την πρότασή του ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να αποδώσει και ποινικές ευθύνες στα αστικά κόμματα για το γεγονός ότι με την πολιτική τους υπηρέτησαν την αποστολή τους ως κομμάτων της διαχείρισης, υπερασπίστηκαν δηλαδή και διεύρυναν τα συμφέροντα των καπιταλιστών σε βάρος των εργαζομένων και του λαού.
Για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί αντικείμενο διερεύνησης το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις εφάρμοζαν«στοχευμένες φοροαπαλλαγές και φοροελαφρύνσεις των επιχειρηματικών κεφαλαίων και των υψηλών εισοδημάτων» και ότι «ακολούθησαν ακραία μεροληπτική πολιτική υπέρ του κεφαλαίου»! Υπονοείται ότι θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς! Να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, τα διαμετρικά αντίθετα συμφέροντα εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων.
Σκοτάδι στις πραγματικές αιτίες
Εκτός των παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει προς διερεύνηση τις δηλώσεις και αποφάσεις των Γ. Παπανδρέου, Γ. Παπακωνσταντίνου, Λ. Παπαδήμου και Ε. Βενιζέλου, πριν και μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, θέματα που αφορούν στη σχέση του χρέους με τα εξοπλιστικά προγράμματα, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το κρατικοδίαιτο πολιτικό σύστημα, την υπερτιμολόγηση των προμηθειών και των δημόσιων έργων, αλλά και ζητήματα σχετικά με το PSI και το «κούρεμα» των ομολόγων των ασφαλιστικών ταμείων.
Ακόμα, τη σχέση του Ελληνικού Δημοσίου με την «Goldman Sachs», την επιρροή των swaps που συνήπτε το Ελληνικό Δημόσιο στο μέγεθος των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους. Πρόκειται για πλευρές της διαχείρισης που ασκήθηκε με παραλλαγές από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ πριν και μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης, στο πλαίσιο πάντα της στρατηγικής που επιβάλλουν τα συμφέροντα της ντόπιας πλουτοκρατίας και της ΕΕ.
Επικαλούμενος τις δηλώσεις του Π. Ρουμελιώτη, ζητά να διερευνηθεί αν η κυβέρνηση τότε γνώριζε ότι το«πρόγραμμα δεν βγαίνει». Θέτει το θέμα «με το σορτάρισμα των ελληνικών ομολόγων από τον Οκτώβριο του 2009 και μέχρι τον Απρίλιο του επόμενου έτους», καταγγέλλοντας την Τράπεζα της Ελλάδας ότι δεν κινήθηκε στην κατεύθυνση θωράκισης των ελληνικών ομολόγων. Αλλά και ερωτήματα για το αν χειραγωγήθηκε η αγορά των ασφαλίστρων κινδύνου (CDS) κατά την εν λόγω περίοδο και αν «προκύπτουν πέρα από τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες για τον τότε Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Προβόπουλο αλλά και μέλη της τότε κυβέρνησης».
Σαν να πρόκειται η κλοπή των ασφαλιστικών ταμείων και των αποθεματικών των νοσοκομείων και άλλων οργανισμών να ήταν μεθόδευση ενός τραπεζίτη, και όχι στρατηγική επιλογή για τη διάσωση της ντόπιας πλουτοκρατίας, στο πλαίσιο της ελεγχόμενης καταστροφής κεφαλαίου για να ξεπεραστεί η κρίση.
Δεν παραλείπει, τέλος, να διαβεβαιώσει την ΕΕ για τις καλές προθέσεις της πρότασής του, όταν αναφέρει ότι «μια τέτοια έρευνα από πλευράς της Ελληνικής Βουλής θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό σχέδιο που θα στοχεύει στη μελλοντική προστασία των κρατών - μελών της Ευρωζώνης από τις πιέσεις των αγορών και στη συνολική αλλαγή του οικονομικού μοντέλου χρηματοδότησης των επιμέρους οικονομιών ώστε να μην εξαρτάται η μοίρα ολόκληρων λαών από τους μηχανισμούς των αγορών».
Ομολογεί, δηλαδή, κυνικά ότι στόχος της πρότασής του είναι να προσανατολίσει τη συζήτηση για την κρίση σε μια άλλη μορφή διαχείρισης, στο πλαίσιο πάντα της καπιταλιστικής ΕΕ, καλλιεργώντας αυταπάτες ότι με τις κατάλληλες πολιτικές παρεμβάσεις ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει φιλολαϊκός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου