Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Από τον Κέυνς στον νεοφιλελευθερισμό και αντίστροφα ;


1. Εισαγωγή 
 
Η πρόσφατη ομιλία του Α.Τσίπρα στη ΔΕΘ (15/9 το πλήρες κείμενο εδώ) αποτελεί ένα μνημείο σωτηριολογικού λόγου όπου ακόμη και οι τυφλοί θα βρουν το φως τους όταν ο Συριζα/ΕΚΜ θα γίνει κυβέρνηση. Αυτό που κάνει μεγάλη εντύπωση είναι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην οικονομική κρίση και η αναγωγή όλων των προβλημάτων στο μνημόνιο, τη διαφορά, στο άδικο φορολογικό σύστημα. Ακόμη περισσότερο εντυπωσιάζει ο τρόπος που κατά τον Συριζα θα επιτευχθεί η ‘αναπτυξιακή και παραγωγική ανασυγκρότηση της πατρίδας’. Πολύ συνοπτικά ο Συριζα πιστεύει ότι θα (...) χρηματοδοτηθεί αποτελεσματικά η ανάκαμψη (...) με την αύξηση των δημόσιων εσόδων (...) καθώς και τη διαγραφή σημαντικού μέρους από το υπόλοιπο {του χρέους} και την αποπληρωμή του με ρήτρα ανάπτυξης (...).

Με τον τρόπο αυτό θα επιτευχθεί το διπλό θαύμα της ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας από το κράτος αλλά και της αύξησης των κοινωνικών παροχών Με άλλα λόγια ο αρχηγός του Συριζα σαλπίζει μία επιστροφή στον κεϋνσιανισμό των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Θα δούμε παρακάτω πόσο εφικτή είναι μια τέτοια επιστροφή.
2. Κεϋνσιανισμός και νεοφιλελευθερισμός 
 
Η οικονομική κρίση ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2008 και διαρκεί περίπου πέντε χρόνια τώρα Οι επιπτώσεις και η διάρκεια διαφέρουν από χώρα σε χώρα ανάλογα με τη θέση τους στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας αλλά και την οικονομική και στρατιωτική τους δύναμη. Η κρίση έχει οδηγήσει τις κυβερνήσεις όλων σχεδόν των χωρών σε εκτεταμένες παρεμβάσεις για τη σωτηρία των επιμέρους καπιταλιστών αλλά και του συστήματος γενικότερα. Βέβαια η έξοδος από την κρίση στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι εφικτή κάτω από δύο βασικές προϋποθέσεις:
 
-  την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασίας
- την καταστροφή του λιγότερο παραγωγικού μέρους του κεφαλαίου 
 
Με τον τρόπο αυτό αποκαθίσταται η κερδοφορία του κεφαλαίου και ένα νέος κύκλος συσσώρευσης ξεκινά. Συνεπώς ο ρόλος των  διαφόρων πακέτων δισεκατομμυρίων ευρώ ή δολλαρίων είναι να μειώσουν το εύρος και τη διάρκεια της ύφεσης όχι όμως να αποτρέψουν την εκδήλωση της κρίσης ή το ξεπέρασμα της. Ο ρόλος αυτός του κράτους ερμηνεύεται από πολλούς κυρίως σοσιαλδημοκράτες σαν μία επιστροφή στην κεϋνσιανή ρύθμιση.
 
Είναι αλήθεια ότι στη διάρκεια των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών οι περισσότερες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης γνώρισαν μία άνευ προηγούμενου οικονομική ανάπτυξη που συνοδεύτηκε από μία σημαντική βελτίωση του επίπεδου διαβίωσης της εργατικής τάξης γενικά. Βελτίωση από την οποία σε μεγάλο βαθμό εξαιρέθηκαν οι ανειδίκευτοι και οι μετανάστες. Η ‘χρυσή’ εικοσιπενταετία θεωρήθηκε σαν η επιβεβαίωση  της  ικανότητας του καπιταλισμού να παράγει κέρδη αλλά και να επιτυγχάνει μία αναδιανομή του εισοδήματος.
 
Παρόλα τα θρυλούμενα η μεταπολεμική μεγέθυνση δε βασίστηκε στην αύξηση των κρατικών δαπανών αλλά σε 2 θεμελιώδεις παράγοντες:
 
- την αυξημένη γενική παραγωγικότητα
- το σχετικά ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων για την εργατική τάξη
 
Η αύξηση της παραγωγικότητας βασίστηκε στην εξέλιξη της τεχνολογίας που απαιτούσε ο Β’ΠΠ καθώς και στην τεράστια καταστροφή του παγίου κεφαλαίου σαν αποτέλεσμα του πολέμου. Η ίδια η μεγέθυνση που ακολούθησε ανατροφοδότησε την περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας.
 
Η αυξημένη παραγωγικότητα αυξάνοντας την παραγόμενη υπεραξία έκανε δυνατή την ταυτόχρονη αύξηση των κερδών, των μισθών και των κρατικών δαπανών. Η δυνατότητα αυτή μετατράπηκε σε πραγματικότητα λόγω του ευνοϊκού για την εργατική τάξη συσχετισμού των δυνάμεων. Οι λόγοι ήταν κυρίως δύο:
 
- η προσπάθεια ανάσχεσης του κομμουνισμού που υποχρέωσε την αστική τάξη να αναζητήσει συμμαχίες σε ευρύτερα στρώματα της εργατικής τάξης
- η καταρχήν έλλειψη εργατικού δυναμικού σαν αποτέλεσμα επίσης του Β’ΠΠ που αύξησε σημαντικά την διαπραγματευτική ισχύ των συνδικάτων. 
 
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι αντίθετα με την επικρατούσα άποψη η κεϋνσιανή ρύθμιση δεν ήταν η προϋπόθεση αλλά το αποτέλεσμα αυτής της συγκυρίας. Οι κρατικές δαπάνες προέρχονται είτε από τη φορολογία της σημερινής υπεραξίας είτε από το δανεισμό που και αυτός όμως θα πληρωθεί από τη φορολογία της μελλοντικής υπεραξίας.
 
Η μεγάλη κρίση του 1929-1932 δεν ξεπεράστηκε με το New Deal που θεωρείται η απαρχή του κεϋνσιανισμού αλλά μετά το τέλος του Β’ΠΠ.  Η διευρυμένη αναπαραγωγή και συσσώρευση του κεφαλαίου φτάνει πάντα σε κάποια όρια που θέτει η εκάστοτε οικονομική κοινωνική πραγματικότητα και το επίπεδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης και αυξημένες κρατικές δαπάνες απαλύνουν τις επιπτώσεις της κρίσης αλλά δε μπορούν να βγάλουν το σύστημα από αυτή. Οπως γράψαμε και πιο πάνω για να ξεπεραστεί η κρίση πρέπει να καταστραφεί είτε αξιακά είτε ακόμη καλύτερα φυσικά μέρος του υπάρχοντος κεφαλαίου. Με αυτό τον τρόπο η δεδομένη υπεραξία αντιστοιχεί σε μικρότερο κεφάλαιο και σα συνέπεια αποκαθίσταται το ποσοστό κέρδους. Η αποκατάσταση αυτή οδηγεί σε νέες επενδύσεις και αυξανόμενο ρυθμό συσσώρευσης. Ο Β’ΠΠ ήταν ακριβώς αυτό. Χωρίς να υπονοείται ότι αυτή ήταν η πραγματική αιτία, το οικονομικό αποτέλεσμα του πολέμου ήταν μία άνευ προηγουμένου καταστροφή του πάγιου κεφαλαίου και η μεταπολεμική του ανανέωση ήταν η γενεσιουργός αιτία της μεταπολεμικής μεγέθυνσης.
 
Ωστόσο η συγκυρία αυτή έφτασε στο τέλος της περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και από τότε ο καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μία μακροχρόνια δομική κρίση που δεν πρέπει να συγχέεται με τις συγκυριακές κρίσεις υπερπαραγωγής ή εναλλακτικά υπερσυσσώρευσης όπως η σημερινή. Η βασικότερη αιτία της δομικής κρίσης βρίσκεται στην κάμψη του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας. Οι λόγοι για την κάμψη αυτή είναι πολλοί οι βασικότεροι όμως είναι οι παρακάτω:
 
-  η χαμηλότερη παραγωγικότητα του τομέα των υπηρεσιών σε συνδυασμό με την αυξημένη συμμετοχή του στο συνολικό προϊόν
- η αντίσταση της εργατικής τάξης στη συνεχιζόμενη εντατικοποίηση της εργασίας
-  η σχετική αδράνεια που επιδεικνύει το μονοπωλιακό κεφάλαιο στην ανανέωση του πάγιου εξοπλισμού του
- η αργούσα παραγωγική δυναμικότητα του κεφαλαίου σαν αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης.
 
Με δεδομένο το ύψος των κρατικών δαπανών και το βαθμό εκμετάλλευσης η χαμηλότερη  αύξηση της παραγωγικότητας έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση της κερδοφορίας και άρα θέτει σε κίνδυνο τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου.
 
Η μόνη διέξοδος για το κεφάλαιο είναι ν΄ αυξήσει το μερίδιο του στην με βραδύτερους πλέον ρυθμούς αυξανόμενη συνολική αξία και υπεραξία. Αυτή είναι και η ουσία της  περίφημης νεοφιλελεύθερης ρύθμισης που απαιτεί:
 
- Μείωση του εργατικού κόστους (άμεσου & έμμεσου όπως αυτό καθορίζεται από τις κρατικές παροχές)
- Άνοιγμα των αγορών όλων των χωρών για να ξεπεραστεί η αδυναμία της αύξησης της τοπικής ζήτησης αλλά και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός.
- Ιδιωτικοποιήσεις σαν αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης  του κεφαλαίου αλλά και της πτώσης του ποσοστού κέρδους στις άλλες δραστηριότητες που μετατρέπει κάποιες δραστηριότητες του τομέα των υποδομών σε ελκυστικές.
 
Η ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων καθώς και η υποχώρηση της επιρροής, ειδικότερα από τη δεκαετία του ’90 και μετά, των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στις καπιταλιστικές χώρες άλλαξε το συσχετισμό δύναμης σε βάρος της εργατικής τάξης και  άνοιξε το δρόμο στο κεφάλαιο για μία εκ νέου επίθεση στο μερίδιο της εργατικής τάξης στην παραγόμενη αξία. Το ‘κοινωνικό’ κράτος  και η μειωμένη αξία της εργατικής δύναμής αντικαταστάθηκε προσωρινά με την επέκταση της ιδιωτικής πίστης.
 
Η συσσώρευση του κεφαλαίου αν και αυξάνει το προλεταριάτο σε απόλυτο αριθμό από την άλλη μειώνει τη ζήτηση για εργασία αναλογικά με το αυξανόμενο κεφάλαιο. Συνεπώς η συσσώρευση του κεφαλαίου είναι ταυτόχρονα και συσσώρευση της μιζέριας και της φτώχειας για την εργατική τάξη. Σύμφωνα με τον Μαρξ  αυτός είναι και ο απόλυτος νόμος της συσσώρευσης του κεφαλαίου.
 
Η ιστορία του καπιταλισμού αν τη δούμε παγκόσμια και ανά τους αιώνες και όχι μόνο σε ορισμένες οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες και για ορισμένο χρονικό διάστημα είναι μία σειρά επαναλαμβανόμενων κρίσεων, μακροχρόνιων περιόδων ύφεσης καθώς και μίας μακροχρόνιας τάσης οικονομικής καχεξίας. Οι περίοδοι δικαιότερης κατανομής της παραγόμενης υπεραξίας είναι απλώς σύντομα διαλείμματα και δεν χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό σαν σύστημα.
 
Η γρήγορη συσσώρευση του κεφαλαίου οδηγεί στη δημιουργία μονοπωλίων που με τη σειρά τους οδηγούν στη μονοπώληση της επιστήμης και της τεχνολογίας και την υποταγή τους στα συγκεκριμένα συμφέροντα του κεφαλαίου. Αυτό εμποδίζει την αύξηση της παραγωγικότητας στον εναπομείναντα ανταγωνιστικό ή μη-μονοπωλιακό τομέα της οικονομίας. Εμποδίζει επίσης την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στις υπανάπτυκτες χώρες εκτός και αν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα των συγκεντρωμένων κεφαλαίων και των κυρίαρχων καπιταλιστικών χωρών. Τέλος η μονοπώληση της παγκόσμιας αγοράς βάζει το μεγαλύτερο μέρος της παγκοσμίως παραγόμενης  υπεραξίας στα χέρια ενός ελάχιστου αριθμού πολυεθνικών κεφαλαίων με αντίτιμο την αυξημένη εξαθλίωση του παγκόσμιου πληθυσμού. Η υπεραξία παράγεται παγκόσμια ιδιοποιείται όμως εθνικά. Έτσι σήμερα η παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου μετατρέπεται  σε  δύναμη καταστροφής που απειλεί όχι μόνο με νέους πολέμους αλλά με την ίδια αυτή την καταστροφή του πλανήτη. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει προ πολλού πάψει να είναι ένα όχημα για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι πλέον στο στάδιο όπου θα πρέπει να αλλάξουν οι σχέσεις παραγωγής.
 
Η επιστροφή στην κεϋνσιανή ρύθμιση είναι απίθανη με βάση τη σημερινή κατάσταση. Η επανάληψη της προϋποθέτει ανάλογης έκτασης εκατόμβη τόσο σε ανθρώπους όσο και σε κεφάλαιο. Τόσο ο κεϋνσιανισμός όσο και νεοφιλελευθερισμός είναι οι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος δηλαδή της ρύθμισης που το συνολικό κεφάλαιο μέσω του κράτους και των διεθνών οργανισμών θέτει σε εφαρμογή με αποκλειστικό στόχο την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος. Συνεπώς η εργατική τάξη δεν έχει κανένα όφελος να στοιχηθεί πίσω από τη μία ή την άλλη πλευρά. Όποιος πιστεύει ότι αυτό το σύστημα  μεταρρυθμίζεται πλανάται πλάνη μεγάλη ή απλώς  έχει συμφέρον στη συνέχιση της εκμετάλλευσης  της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο με λίγο καλύτερους όρους. Η εργατική τάξη όμως έχει ένα και μόνο συμφέρον, συσπειρωμένη γύρω από το κόμμα της νέου τύπου να δώσει τη μάχη για την ανατροπή του συστήματος και την εγκαθίδρυση του Σοσιαλισμού.

2 σχόλια:

  1. Αυτη ειναι η πραγματικοτητα και θα πρεπει να γινει
    γνωστη στα λαικα στρωματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αν και σε γενικές γραμμές έχω μερικές ενστάσεις. Η κρίση άρχισε να ξεπερνιέται μετά το 1934 στις ΗΠΑ (σε διάστημα 2 ετών είχε πέσει τρομακτικά ο δείκτης ανεργίας και τα χαρακτηριστικά λιμοκτονίας, συσσιτίων κλπ). Το ξεπέρασμα της κρίσης δεν μπορεί να ταυτίζεται με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, αλλά εννοιολογικά ταυτίζεται με την επιστροφή στην προγενέστερη κατάσταση. Στις άλλες αστικές οικονομίες η κρίση ξεπεράστηκε όντως μετά τον πόλεμο, απλά επειδή καθυστέρησαν να υιοθετήσουν το μοντέλο των δημόσιων επενδύσεων και όταν το εφάρμοσαν το συνέδεσαν με κράτος πρόνοιας πρόνοιας.
    Το ξεπέρασμα της κρίσης ο αρθρογράφος το συνδέει έμμεσα με την καταναλωτική δύναμη των εργαζόμενων (για να μην πω το ταυτίζει). Δεν είναι αναγκαία λάθος, αρκεί να έχουμε υπόψη ότι η κατανάλωση αποτελεί μία καπιταλιστική σταθερά εξόδου από την κρίση κι ενίσχυσης όχι των εργατικών στρωμάτων, αλλά των μεσοαστικών (κυρίως ελεύθερων επαγγελματιών) τα οποία ήδη πριν την κήρυξη του πολέμου είχαν αρχίσει να ενισχύονται οικονομικά (και με τη βοήθεια του φασισμού σε όλο τον Άξονα και αντικειμενικά στις δυτικές οικονομίες).
    Ο πόλεμος ήρθε ως αποτέλεσμα όχι απλά της κρίσης (αν το βάλουμε έτσι σημαίνει ότι μετά από κάθε κρίση θα έπρεπε να έχουμε πόλεμο ή φασισμό), αλλά την πολιτικής κεϋνσιανικής λογικής για δημόσιες επενδύσεις στην πολεμική βιομηχανία πρωτίστως στην Κεντρική Ευρώπη και δευτερευόντως στις ΗΠΑ. Αν η κεϋσιανική λογική στρέφονταν πχ στην πρόνοια δε θα φτάναμε σε πόλεμο και η κρίση θα αποσοβούνταν με άλλες λογικές (πχ νωρίτερη έλευση νεοφιλελευθερισμού).
    Και σε όλο το ζήτημα παραβλέπεται ο ρόλος της γυναικείας εργασίας. Ο πόλεμος επέβαλε τη γυναικεία εργασία (ειδικά σε ΗΠΑ και ΗΒ). Οι εργαζόμενες λοιπόν συγκέντρωναν μισθούς (που βέβαια για ένα διάστημα διαχειρίζονταν οι τράπεζες επενδύοντας στην πολεμική βιομηχανία των ΗΠΑ πρωτίστως) που μετά τη λήξη του πολέμου και την επάνοδο στην εργασία των στρατιωτών χρησιμοποίησαν για κατανάλωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή