Σελίδες

6 Μαΐ 2012

Βασικές πολιτικές εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα από το 1974 μέχρι το 2007 (Α' ΜΕΡΟΣ)


Λίγο πριν από τις εκλογές και με δεδομένες τις δυσκολίες του αστικού πολιτικού συστήματος στη διαχείριση της κρίσης, δηλαδή στην αδυναμία του να χειραγωγεί λαϊκές δυνάμεις στην αστική πολιτική όπως πριν, εμφανίζονται «νέα αστικά κόμματα» στην πολιτική σκηνή, «Ανεξάρτητοι Ελληνες» του Π. Καμμένου, ή συμπληρώματα άλλων, όπως ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜ.ΑΡ., με αποσπάσεις βουλευτών από ΠΑΣΟΚ - ΝΔ. Αφορμή στάθηκε τάχα η διαφωνία με το μνημόνιο 2 και τη δανειακή σύμβαση. Το φαινόμενο δεν είναι νέο. Οι αστοί σε περιόδους φθοράς των βασικών τους πυλώνων στο αστικό πολιτικό σύστημα όπως τώρα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, δημιουργούν εφεδρείες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος και τέτοιο ρόλο επιχειρούν να παίξουν οι λεγόμενες αντιμνημονιακές δυνάμεις. Για του λόγου το αληθές, αν και ολόκληρη η ιστορία του αστικού πολιτικού συστήματος βρίθει τέτοιων περιπτώσεων, σήμερα δίνουμε ένα ελάχιστο μέρος αυτής της ιστορίας, από το 1974 και μετά. Για παράδειγμα, η ΝΔ δεν υπήρχε πριν τη δικτατορία, όπως και το ΠΑΣΟΚ, υπήρχαν αντίστοιχα η ΕΡΕ και η «Ενωση Κέντρου», συνέχεια των οποίων και με πυρήνα τα ίδια ηγετικά στελέχη είναι ΝΔ - ΠΑΣΟΚ. Ας το παρακολουθήσουμε.
****
Ενα διάστημα πριν από το λαϊκό ξεσηκωμό στο Πολυτεχνείο (15-16-17 Νοέμβρη 1973), η αστική δικτατορική κυβέρνηση της 21ης Απρίλη 1967 βρισκόταν ήδη
αντιμέτωπη με το σύνολο του πολιτικού κόσμου και με τον εξόριστο βασιλιά, καθώς και με το μεγάλο τμήμα του λαού. Πλατιά ήταν και η διεθνής αντίθεση με τη δικτατορία.
Ταυτόχρονα, μετά από αρκετά χρόνια, είχε κάνει αισθητή την παρουσία του το μαζικό αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, που επιπλέον παρουσίαζε ισχυρές τάσεις ακόμα μεγαλύτερης ανόδου, όπως είχαν δείξει οι δύο καταλήψεις της Νομικής Σχολής (Φλεβάρης και Μάρτης 1973).
Και το ακόμα χειρότερο για τη δικτατορία: Εκδηλώθηκε το αντιχουντικό κίνημα στο Πολεμικό Ναυτικό (Μάης 1973), που μπορούσε να προκαλέσει ή και που έδειχνε ότι θα υπάρξουν αλυσιδωτές εστίες αντίδρασης στο Στρατό, στο βασικό και πιο δυναμικό στήριγμα της χούντας.
Οι παραπάνω εξελίξεις συντελούνταν στο έδαφος της νέας οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού που ξέσπασε το 1973 και βεβαίως εκδηλώθηκε και στην Ελλάδα. Οι προϋποθέσεις αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου είχαν χειροτερέψει σημαντικά. Χαρακτηριστική ήταν η μείωση των επενδύσεων, με προεξάρχουσα τη μεγάλη πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας1. Πτώση υπήρχε και στους ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων στην αγροτική οικονομία, ενώ η άνοδός τους στη βιομηχανία και στις μεταφορές, αν και παρουσίαζε μια σχετική σταθερότητα, είχε εξασθενήσει. Το φαινόμενο αφορούσε τόσο στις ιδιωτικές όσο και στις επενδύσεις του κρατικού καπιταλιστικού τομέα.
Για να εκτονώσει το βαρύ κλίμα, η χουντική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπαδόπουλου προχώρησε στη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος», με το γνωστό «πείραμα Μαρκεζίνη», όπως ονομάστηκε.
Στον Σπύρο Μαρκεζίνη, παλιό αστό πολιτικό, ανατέθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης που υποσχέθηκε τη διενέργεια εκλογών. Για να γίνει πειστική αυτή η «λύση», χαλάρωσαν μία σειρά δικτατορικών μέτρων, δίχως όμως και να καταργηθεί η δικτατορία.
Ο ξεσηκωμός στο Πολυτεχνείο και η αιματηρή καταστολή του ματαίωσαν τις διαδικασίες της «φιλελευθεροποίησης», ενώ η κυβέρνηση Παπαδόπουλου ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του ταξίαρχου Ιωαννίδη, στις 25 Νοέμβρη 1973. Η απομόνωση της δικτατορίας έγινε ακόμα μεγαλύτερη.
Την τελειωτική βολή στη δικτατορία έδωσε το πραξικόπημα στην Κύπρο κατά της κυβέρνησης Μακαρίου και η εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων που ακολούθησε. Στην Ελλάδα κηρύχτηκε γενική επιστράτευση, ενόψει πιθανού πολέμου με την Τουρκία.
Η ελληνική άρχουσα τάξη και ο αστικός πολιτικός κόσμος ανησύχησαν μήπως η κατάσταση φύγει από τον έλεγχό τους. Τότε ακριβώς η δικτατορία παρέδωσε την εξουσία. Στις 23 Ιούλη 1974 ήρθε στην Ελλάδα από το Παρίσι ο Κ. Καραμανλής και σχημάτισε την κυβέρνηση της λεγόμενης «εθνικής ενότητας», από προσωπικότητες της προδικτατορικής ΕΡΕ και του «κεντρώου» χώρου.
Ποιος ήταν ο χαρακτήρας αυτής της αλλαγής; Το ΚΚΕ τη χαρακτήρισε ως προϊόν συμβιβασμού2. Ελεγε ανάμεσα σε άλλα η απόφαση της ΚΕ στις 29 Ιούλη 1974:
«...Μπροστά σ' αυτήν την κατάσταση, η χουντική ηγεσία, με οδηγίες της Ουάσιγκτον και άλλων ηγετικών νατοϊκών κύκλων, ανέθεσε τη διακυβέρνηση της χώρας σε συντηρητικούς αστούς πολιτικούς, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή»3.
Νωρίτερα, στις 24 Ιούλη 1974, η ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου τόνιζε ότι «ο ελληνικός λαός δε βασανίστηκε, πάλεψε και μάτωσε επί 7,5 χρόνια για να συντελεστεί μία μεταμφίεση του ζυγού του»4.
Λίγους μήνες αργότερα (Γενάρη 1975) η 2η Ολομέλεια της ΚΕ υπογράμμιζε:
«...το γεγονός ότι η αντικατάσταση της δικτατορίας έγινε από τα πάνω με συμβιβασμό ανάμεσα στη χούντα, τους ιμπεριαλιστές και τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, καθόρισε τον περιορισμένο χαρακτήρα της μεταβολής της 23 του Ιούλη. Στην εξουσία ήρθαν οι συντηρητικές δυνάμεις. Πρόκειται για αναγκαστική αλλαγή μορφής εξουσίας των μονοπωλίων εγχώριων και ξένων...»5.
Η στρατιωτική δικτατορία των χρόνων 1967-1974, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των πρωταγωνιστών της, οδήγησε στην επιτάχυνση του εκσυγχρονισμού του αστικού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα. Η προσαρμογή του στα νέα δεδομένα αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για τη θωράκιση και τη μακροημέρευσή του. Σε αυτήν την ανάγκη ανταποκρίθηκε6 ομόγνωμα ο αστικός πολιτικός κόσμος, πρώτοι απ' όλους ο Κ. Καραμανλής και το κόμμα που ίδρυσε το 1974, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ)7.
Το αστικό πολιτικό σύστημα, όπως ήταν διαμορφωμένο μέχρι το 1967, εξάντλησε τα όριά του για τους εξής λόγους:
1. Εξαιτίας των αντιθέσεων ανάμεσα στα αστικά κόμματα και στο παλάτι που διατηρούσε σημαντικές εξουσίες8.
2. Λόγω της μεταπολεμικής αστικής πολιτικής ανασυγκρότησης, που είχε στηριχτεί στη διαμόρφωση εκείνων των μέσων και μηχανισμών καταστολής, που δεν ανταποκρίνονταν πια στις ανάγκες ενσωμάτωσης ευρύτατων λαϊκών δυνάμεων.
3. Εξαιτίας των αντιθέσεων της άρχουσας τάξης με συμφέροντα των ΝΑΤΟικών συμμάχων της στη Μεσόγειο, πρωταρχικά οι εξελίξεις από την τουρκική εισβολή («Αττίλας 1» και «Αττίλας 2») και την κατοχή του 37% της Κύπρου, όπου ο ρόλος των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ ήταν προκλητικά εμφανής.
Στα προηγούμενα πρέπει ασφαλώς να συνυπολογιστούν η ριζοσπαστικοποίηση πλατιών λαϊκών μαζών, που είχε επέλθει κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και η εκδηλωμένη γενική λαϊκή απαίτηση να μην επαναληφθούν οι «ανώμαλες» καταστάσεις του παρελθόντος. Μαζί τους, η αισθητή υποχώρηση του αντικομμουνισμού, που μετά το 1974 υποχρεώθηκαν την πιο ωμή έκφρασή του να εγκαταλείψουν και οι αστοί πολιτικοί που πρωτοστατούσαν στον αντικομμουνισμό πριν από τη δικτατορία.
Αυτοί οι λόγοι επέβαλαν τη νομιμοποίηση της δράσης του ΚΚΕ, καθώς και την κατάργηση αντικομμουνιστικών νόμων που ίσχυαν από τα χρόνια του Εμφυλίου, ορισμένοι και πριν από το Β` Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παράλληλα, τη σκέψη και τις αποφάσεις της ηγεσίας της ΝΔ και γενικά του αστικού πολιτικού κόσμου επηρέαζαν αισθητά στη νέα τακτική τους η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ (ΕΕ), που είχε «παγώσει» στα χρόνια της δικτατορίας, σε συνδυασμό με την επιδιωκόμενη ένταξη σε αυτή.
Το πιο σημαντικό γεγονός, που χρωμάτισε την περίοδο της λεγόμενης μεταπολίτευσης, ήταν η νομιμοποίηση του ΚΚΕ μετά από 27 χρόνια παρανομίας. Πέρα από την ύπαρξη των διαμορφωμένων συνθηκών, βασικός λόγος που την επέβαλε ντε φάκτο ήταν η παρέμβαση του ΚΚΕ, που εμφανίστηκε αμέσως μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, με την άφιξη της καθοδήγησής του στην Ελλάδα και με το άνοιγμα των κεντρικών γραφείων του πριν από την επίσημη νομιμοποίησή του από την κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας». Επίσης, με την έκδοση της εφημερίδας «ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ».
Με ανακοίνωσή της, στις 24 Σεπτέμβρη 1974, η ΚΕ του ΚΚΕ απηύθυνε χαιρετιστήριο για τη νομιμοποίηση του Κόμματος «προς την εργατική τάξη, την αγροτιά, τους διανοούμενους, όλο το λαό». Ταυτόχρονα, κυκλοφόρησε ο «Ριζοσπάστης».
Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, το ΚΚΕ και η ΚΝΕ αναπτύχθηκαν οργανωτικά και απέκτησαν σημαντική επιρροή στο εργατικό κίνημα και σε άλλα μαζικά κινήματα, αν και η οργανωμένη τους δύναμη μέχρι το 1974 ήταν μικρή. Η διάλυση των κομματικών του οργανώσεων το 1958, με απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ, είχε βάλει τη σφραγίδα της στην οργανωμένη δύναμη και στη βιολογική ανανέωση του ΚΚΕ. Το πρόβλημα συνειδητοποιήθηκε ουσιαστικά όταν εγκαθιδρύθηκε η δικτατορία, οπότε η δημιουργία κομματικών οργανώσεων και της ΚΝΕ τέθηκε επί τάπητος. Αυτά τα ζητήματα επίσης τέθηκαν με δραματικό τρόπο και όταν το ΚΚΕ βγήκε στη νομιμότητα.
Σειρά διεθνών και εσωτερικών πολιτικών γεγονότων (ο γαλλικός Μάης 1968, η νίκη του βιετναμέζικου λαού κατά των ΗΠΑ, η ανατροπή της κυβέρνησης Αλιέντε στη Χιλή, ο ξεσηκωμός στο Πολυτεχνείο), μαζί με την ηρωική διαδρομή και πάλη του ΚΚΕ, καθώς και οι πρόσφατες θυσίες του στον αγώνα κατά της δικτατορίας, είχαν συντελέσει στη μαζική προσχώρηση της νεολαίας στο ΚΚΕ και στην ΚΝΕ.
Στο ΚΚΕ προσχώρησαν και τα περισσότερα στελέχη της προδικτατορικής ΕΔΑ9, ενώ το ακολούθησε σε μια σύντομη πορεία ένα πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της. Η ύπαρξη της ΕΔΑ έγινε πλέον τυπική και αργότερα η ΕΔΑ διαλύθηκε.
Η οργανωτική ανάπτυξη του ΚΚΕ πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες σκληρής διαπάλης με το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού», που είχε προκύψει από ομάδα στελεχών του ΚΚΕ που αποχώρησαν το 1968 (12η Ολομέλεια της ΚΕ) και ίδρυσαν τον παραπάνω φορέα του «ευρωκομμουνισμού» στην Ελλάδα. Τα ηγετικά στελέχη του «ΚΚΕ εσωτερικού» (Μπ. Δρακόπουλος, Μ. Παρτσαλίδης, Αντ. Μπριλάκης, Ζ. Ζωγράφος, Τ. Μπενάς, Λεων. Τζεφρόνης, Σταύρος Καράς, Π. Δημητρίου, Λ. Κύρκος κ.ά.) είχαν πρωτοστατήσει στην πρώτη επιχείρηση διάλυσης του ΚΚΕ προδικτατορικά, μέσω της ΕΔΑ.
Χάρη στην καθημερινή αυτοθυσία χιλιάδων μελών και φίλων του, το ΚΚΕ αποτέλεσε το βασικό πολιτικό παράγοντα της εργατικής και λαϊκής πάλης. Αντιπάλεψε τις στρατηγικές επιλογές της πλουτοκρατίας και των κομμάτων της, με πιο χαρακτηριστικά συνθήματα «Οχι στην ΕΟΚ των μονοπωλίων», «Εξω οι βάσεις και το ΝΑΤΟ», «Εξω τα πυρηνικά».
Η ίδρυση της ΝΔ ήταν προϊόν των ιστορικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν αμέσως μετά την κατάρρευση της δικτατορίας. Στην ιδρυτική διακήρυξη της ΝΔ, ανάμεσα σε άλλα, αποτυπώνονται οι εξής κατευθυντήριες αρχές:
«..."Νέα Δημοκρατία" είναι η πολιτική παράταξη που ταυτίζει το Εθνος με τον Λαόν, την πατρίδα με τους Ανθρώπους της, την Πολιτεία με τους Πολίτες της, την Εθνική Ανεξαρτησία με την Λαϊκή Κυριαρχία, την Πρόοδο με το Κοινό Αγαθό, την Πολιτική Ελευθερία με την Εννομη Τάξη και την Κοινωνική Δικαιοσύνη.
(...) "Νέα Δημοκρατία" είναι η πολιτική παράταξη που αγνοεί τις διενέξεις και τους διχασμούς του παρελθόντος - που τόσα δεινά επεσώρευαν στον τόπο μας - και προσανατολίζεται στα ευρύτερα δυνατά σχήματα εθνικής ενότητος.
(...) Οτι η ελευθέρα οικονομία στην οποία πιστεύει η "Νέα Δημοκρατία" δεν ημπορεί να αποκλείση την διεύρυνση του οικονομικού τομέως τον οποίο ελέγχει το κράτος.
(...) Οτι δεν θα φεισθή κόπων και θυσιών για να καταστήση την Ελλάδα ισχυρή και απρόσβλητη (...) θα επιδιώξη την προσαρμογή του πολιτεύματος προς τις συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητος (...) η Ελλάς όχι μόνο δικαιούται, αλλά και ημπορεί να εξασφαλίση την εξέχουσα θέση και την ευτυχία του λαού της μέσα στην Ευρώπη όπου ανήκει... να συμβάλη πολιτικά, ηθικά και πολιτιστικά στην πραγματοποίηση της ιδέας μιας ενωμένης Ευρώπης.
Βασικά, όμως, προϋπόθεση για όλα αυτά είναι η θεμελίωση στον τόπο μας της αληθινής και συγχρόνου δημοκρατίας»10.
Αυτό το τελευταίο, καθώς και το άλλο σημείο της διακήρυξης «...θα επιδιώξει την προσαρμογή του πολιτεύματος προς τις συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητας», τα έλεγαν όλα σχετικά με τη μορφή που είχε αποφασιστεί να πάρει το πολιτικό σύστημα. Η «αληθινή και σύγχρονος δημοκρατία», στην οποία προσέβλεπε η ΝΔ, ήταν μία κλασική αστική δημοκρατία.
Η ιδεολογία της ΝΔ ορίστηκε ως «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός».
Οπως όμως διευκρίνιζε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας, «ο φιλελευθερισμός της ΝΔ δεν είναι ο ασύδοτος φιλελευθερισμός της παλιάς εποχής. Είναι ο φιλελευθερισμός ο συνδεδεμένος με τον έλεγχο του κράτους, με τους απαραίτητους για την επίτευξη μεγάλης κοινωνικής δικαιοσύνης περιορισμούς που καθορίζει το κράτος. Και κατά τούτο είναι μεμετρημένος...»11.
Αυτή τη γραμμή υλοποίησε η κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή προχωρώντας σε κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα, όπως της «Ολυμπιακής Αεροπορίας».
Σχετικά με τη διεθνή θέση της Ελλάδας, αυτή προσδιορίστηκε επιγραμματικά από τον Καραμανλή: «Ανήκομεν εις την Δύσιν».
Οι πρώτες μετά το 1964 βουλευτικές εκλογές (17 του Νοέμβρη 1974), στις οποίες το ΚΚΕ συμμετείχε στο σχήμα «Ενιαία Αριστερά»12, σε σχέση με το προδικτατορικό πολιτικό σκηνικό ανέδειξαν ένα νέο, που είχε βασικά χαρακτηριστικά του την υπερψήφιση της ΝΔ με ποσοστό 54,37% και την αποδυνάμωση του δεύτερου πόλου του δικομματισμού, της «Ενωσης Κέντρου», που βρέθηκε στην αξιωματική αντιπολίτευση, έχοντας ψηφιστεί από το 20,42% των ψηφοφόρων. Υψηλό ποσοστό (13,58%) συγκέντρωσε το νεοϊδρυμένο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ)13, ενώ η «Ενωμένη Αριστερά» πήρε το 9,47% των ψήφων.
Η υλοποίηση από τον Καραμανλή ορισμένων εκσυγχρονισμών, όπως η εκκαθάριση των λεγόμενων παρακρατικών οργανώσεων, κάλυπτε το «φιλελεύθερο» έδαφος της «Ενωσης Κέντρου» του Γεωργίου Μαύρου (ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε πεθάνει το 1968), γεγονός που δημιουργούσε ένα ασφυκτικό πλαίσιο για την ύπαρξή της. Ταυτόχρονα, η «Ενωση Κέντρου» δεν ήταν δυνατό να μετεξελιχτεί σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ώστε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.
Αυτό το είχε αντιληφθεί έγκαιρα ο Ανδρέας Παπανδρέου, ήδη από την περίοδο της δικτατορίας. Ετσι, το 1974 απέρριψε πρόταση να ηγηθεί της «Ενωσης Κέντρου» και προχώρησε στην ίδρυση του ΠΑΣΟΚ. Είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου μαζικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στην τάση ριζοσπαστικοποίησης που έφερνε κυρίως η δράση του ΚΚΕ.
Το ΠΑΣΟΚ προερχόταν από την αντιδικτατορική οργάνωση Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Κίνημα (ΠΑΚ) και διακήρυσσε ότι ακολουθούσε το λεγόμενο τρίτο δρόμο προς το σοσιαλισμό, ότι δηλαδή απέρριπτε τόσο τον καπιταλισμό, όσο και το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, ενώ επέκρινε και την πολιτική των παλαιότερων κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι το ίδιο είναι σοσιαλιστικό και όχι σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.
Ειδικότερα, η δημιουργία του ΠΑΣΟΚ αποκρυστάλλωνε σοσιαλδημοκρατικές τάσεις που προϋπήρχαν κυρίως σε τμήματα της νεολαίας της προδικτατορικής «Ενωσης Κέντρου». Σε εκείνες προστέθηκαν και νεότερα ανάλογα πολιτικά ρεύματα. Εξέφραζαν ένα μικροαστικό «αντιιμπεριαλισμό», αναμειγμένο με την αντίληψη «κατά των δύο υπερδυνάμεων», που ταύτιζε τη Σοβιετική Ενωση με τις ΗΠΑ και θεωρούσε ότι έχουν μοιράσει τον κόσμο.
Από την άλλη, το 54,37% που συγκέντρωσε η ΝΔ ήταν συγκυριακό. Η προβολή του Κ. Καραμανλή, από την αστική τάξη, ξένους πολιτικούς παράγοντες (Ζισκάρ Ντ' Εστέν, κ.ά.) και τους μηχανισμούς του κράτους, ως «Μεσσία», που έφερε την ανατροπή της δικτατορίας, μαζί με το χαμηλό επίπεδο του λαϊκού κινήματος και το ρόλο που έπαιξε προεκλογικά ο εκβιασμός σε βάρος ψηφοφόρων με το ψεύτικο και εκφοβιστικό δίλημμα - σύνθημα «Καραμανλής ή τανκς»14, είχαν συντελέσει σε εκείνο το εκλογικό ποσοστό.
Πράγματι, στις εκλογές της 20ής του Νοέμβρη 1977 η εκλογική δύναμη της ΝΔ μειώθηκε κατά 12,53%, ενώ η εκλογική ποσοστιαία σχέση «Ενωσης Κέντρου» - ΠΑΣΟΚ αντιστράφηκε και το ΠΑΣΟΚ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση με 25,34%. Η «Ενωση Κέντρου» συγκέντρωσε 11,95% και λίγο αργότερα το μεγαλύτερο τμήμα της απορροφήθηκε από το ΠΑΣΟΚ και διαλύθηκε. Σε ένα βαθμό δυνάμεις του «Κέντρου» προσχώρησαν και στη ΝΔ, μετά από το κάλεσμα «διεύρυνσης» της ΝΔ που απηύθυνε ο Κ. Καραμανλής, με πιο χαρακτηριστική την προσχώρηση του Κ. Μητσοτάκη και του Θαν. Κανελλόπουλου. Στις ίδιες εκλογές το ΚΚΕ συγκέντρωσε το 9,36% των ψήφων.
Η ταξική πολιτική της ΝΔ, υπογραμμισμένη στην ιδρυτική της διακήρυξη και στη φράση «...τα αληθινά συμφέροντα του έθνους, που βρίσκονται πέρα και επάνω από τις παραπλανητικές ετικέτες της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς», έγινε προσπάθεια να εκφραστεί με τα «ευρύτερα δυνατά σχήματα εθνικής ενότητος».
Αυτό σήμαινε ότι η στρατηγική της ΝΔ κατευθυνόταν στην οργάνωση των κοινωνικών συμμαχιών της αστικής τάξης, δηλαδή στη συσπείρωση - υπό την ηγεμονία της - των μεσαίων στρωμάτων, εργαζομένων με υψηλές οικονομικές απολαβές και των πιο εξαθλιωμένων και πολιτικά καθυστερημένων λαϊκών στρωμάτων που βλέπουν την εκάστοτε κυβέρνηση σαν κάποια «σανίδα σωτηρίας». Επίσης, των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και στο προσωπικό του Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας, όπου η επιρροή υπέρ της ΝΔ ήταν συντριπτική. Διαρκούσε ακόμα η από πολλά χρόνια πολιτική, που σε αυτούς τους μηχανισμούς είχαν προσληφθεί κατά χιλιάδες άνθρωποι με «καθαρά» πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων15.
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ υπήρξε πράγματι η πιο σημαντική στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης. Την υλοποίησε ο Κ. Καραμανλής, που οραματιζόταν την ένταξη ακόμα από τη 10ετία του 1950 και υπέγραψε τη συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ τον Ιούλη του 1961. Ελεγε ο Κ. Καραμανλής:
«...Η Ελλάς δεν επιθυμεί την ένταξίν της αποκλειστικώς και μόνον για λόγους οικονομικούς. Την επιδιώκει προ πάντων για λόγους πολιτικούς, που αναφέρονται εις την σταθεροποίησιν της δημοκρατίας και εις το μέλλον του έθνους. Οι Ελληνες πιστεύουν εις την αποστολήν της Ευρώπης. Η εκπλήρωσις της αποστολής αυτής προϋποθέτει την επιτάχυνσιν των διαδικασιών ενοποιήσεως, που ευρίσκονται σήμερον εν εξελίξει. Στις διαδικασίες αυτές ενοποιήσεως της Ευρώπης η Ελλάς επιθυμεί και πιστεύει ότι δύναται να συμβάλη...»16.
Η ένταξη17 στην ΕΟΚ διαμόρφωνε καλύτερους όρους για την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και για την ισχυροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού. Κάποιες αντιδράσεις που υπήρξαν από μικρά τμήματα του κεφαλαίου αφορούσαν σε επιφυλάξεις για τους όρους της ένταξης, καθώς και τους φόβους ορισμένων για τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν κάποιοι παραδοσιακοί κλάδοι της ελληνικής οικονομίας. Αλλά η ηγεσία της ΝΔ έβλεπε το δάσος και όχι τα δέντρα. Υπέταξε ατομικά συμφέροντα κεφαλαιοκρατών στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Η ΝΔ, αν και παρέμενε σταθερά προσηλωμένη στο ΝΑΤΟ, αποφάσισε τη συνέχιση της παραμονής της Ελλάδας έξω από το στρατιωτικό σκέλος του, απόφαση που είχε πάρει η κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας» το 1974. Αυτό το φαινομενικά θετικό μέτρο ήταν στην πραγματικότητα μέσο ισχυροποίησης της διαπραγματευτικής θέσης της αστικής τάξης σε σχέση με τις διεκδικήσεις του τουρκικού κράτους στο Αιγαίο και στην Κύπρο και την ανοχή που έδειχναν οι ΗΠΑ στην τουρκική πολιτική.
Το 1980 η Ελλάδα επανήλθε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.
Από το 1974 ακόμα, ο Καραμανλής υποστήριζε την ανάγκη «...ν' αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι που μας απειλούν, να θεμελιωθή κατά τρόπον ασφαλή η δημοκρατία»18.
Αραγε, υπήρχε τέτοια πιθανότητα, δηλαδή να επιστρέψει ο τόπος σε δικτατορική στρατιωτική διακυβέρνηση;
Κρίνοντας με βάση τις πολιτικές παραμέτρους της εποχής μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η επίκληση των κινδύνων δικτατορίας περισσότερο χρησιμοποιήθηκε ως φόβητρο για το λαό, ώστε να διευκολύνεται το πέρασμα αντιλαϊκών μέτρων, παρά γιατί υπήρχε αυτή η πιθανότητα.
Από τους λεγόμενους χουντικούς «θύλακες» στις Ενοπλες Δυνάμεις, ορισμένοι «θερμόαιμοι» ξηλώθηκαν από την κυβέρνηση της ΝΔ, ενώ οι υπόλοιποι δεν ακολουθούνταν πια από μεγάλο αριθμό αξιωματικών διατεθειμένων να επαναλάβουν το εγχείρημα. Αλλωστε, και ο εσωτερικός συσχετισμός, στο πλαίσιο του αστικού πολιτικού συστήματος ευνοούσε τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού.
Η ΝΔ, που είχε χαρακτηρίσει την εγκαθίδρυση της δικτατορίας ως έργο «αφρόνων αξιωματικών», προσήγαγε σε δίκη ορισμένους από τους πρωταίτιους του πραξικοπήματος. Ελάχιστοι από αυτούς καταδικάστηκαν σε θάνατο και αμέσως η ποινή τους μετατράπηκε σε ισόβια μετά από πρωθυπουργική παρέμβαση. Η καταδίκη ικανοποιούσε σε μεγάλο βαθμό το λαϊκό αίσθημα, ενώ αποτελούσε και μήνυμα «κατευνασμού» προς το Στρατό. Η «αποχουντοποίηση», βασικό αίτημα των λαϊκών διαδηλώσεων εκείνης της περιόδου («δώστε τη χούντα στο λαό»), ελάχιστα προχώρησε. Περιορίστηκε σε θέσεις - κλειδιά, γεγονός επόμενο για τα μέτρα μιας αστικής κυβέρνησης, ενώ οι βασανιστές αξιωματικοί, που δικάστηκαν, αθωώθηκαν και σε ορισμένους επιβλήθηκαν πολύ ελαφρές ποινές. Εκείνο που η κυβέρνηση της ΝΔ επιδίωξε ήταν η συμμόρφωση με τις κυβερνητικές αποφάσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των αξιωματικών του Στρατού και της Αστυνομίας.
Το χαρακτήρα της δημοκρατίας που εγκαθίδρυσε η ΝΔ τον υπερτόνισε και με τη στάση της απέναντι στο λαϊκό κίνημα. Οι κυβερνήσεις Καραμανλή το αντιμετώπισαν με την εχθρότητα που ταίριαζε στη φιλομονοπωλιακή πολιτική τους. Υπήρξαν ακόμα και νεκροί διαδηλωτές, θύματα της αστυνομικής επίθεσης (Κουμής, Κανελλοπούλου).
Στην επτάχρονη περίοδο διακυβέρνησης από τη ΝΔ διαμορφώθηκε ένα αυταρχικό κλίμα, που ενίσχυε την αντίληψη «να φύγει η δεξιά», γεγονός που τροφοδοτούσε το ΠΑΣΟΚ, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τις λαϊκές απαιτήσεις διεκδίκησης. Πολύ καιρό πριν από την επίσημη προεκλογική περίοδο του 1981, δε σημάδεψε τις εξελίξεις η άνοδος του λαϊκού κινήματος, αλλά η συνεχής πτώση του που συνοδευόταν από την όλο και μεγαλύτερη αδημονία ερχομού του χρόνου των εκλογών.
Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ ως αντιπολίτευσης κινήθηκε στο πλαίσιο της πολιτικής διαχείρισης που εφάρμοζε η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία. Στοιχείο της ήταν και η αξιοποίηση όλων των περιθωρίων που είχε για να διαχωριστεί πειστικά από την «επάρατο δεξιά».
Το σύνθημα του ΠΑΣΟΚ «στις 18 Νοέμβρη σοσιαλισμός», που «ρίχτηκε» ενόψει των εκλογών της 17ης Νοέμβρη 1974, λαθεμένα θεωρήθηκε από πολλούς ως βερμπαλισμός, αφού ο λόγος γίνεται για την αντίληψη της σοσιαλδημοκρατίας σχετικά με το σοσιαλισμό. Στην πραγματικότητα ήταν η προσπάθειά του να δείξει την αληθινή - κατά τη δική του ανάλυση - διαχωριστική γραμμή στην πολιτική κατάσταση, ότι δηλαδή η κυρίαρχη αντίθεση βρισκόταν ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στη ΝΔ και όχι ανάμεσα στον Καραμανλή και στα τανκς.
Η συνθηματολογία του ΠΑΣΟΚ κατά «της πολιτικής τής υποτέλειας» απέναντι στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ, που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ακολουθούσε η «δεξιά», επί της ουσίας δεν εξέφραζε στόχο της ηγεσίας του να συγκρουστεί με συνέπεια κατά των ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Η φράση ξεπερνούσε το περιεχόμενο. Υπέκρυπτε ένα διαπραγματευτικό μέσο πίεσης στη σχέση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ - ΝΑΤΟ. Το σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες» ουσιαστικά είχε αυτό το περιεχόμενο. Ηταν άποψη που ο Α. Παπανδρέου είχε υποστηρίξει από τον καιρό που ήταν βουλευτής της «Ενωσης Κέντρου».
Ηταν, πάντως, υποχρεωμένο, όχι μόνο να μην παραγνωρίζει τη δράση του ΚΚΕ και την απήχηση που είχαν οι αντιιμπεριαλιστικές θέσεις του στις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά και να την παίρνει σοβαρά υπόψη, άλλοτε πραγματοποιώντας ελιγμούς και άλλοτε εκτιμώντας ότι μια σειρά συνεργασίες του χρησιμεύουν.
Στο μαζικό κίνημα, το ΠΑΣΟΚ και η Νεολαία του συμπορεύονταν με το ΚΚΕ και την ΚΝΕ, αξιοποιώντας τη γραμμή «οι προοδευτικές δυνάμεις εναντίον της δεξιάς», δίχως να καταφεύγει στο «διμέτωπο αγώνα»19 της προδικτατορικής «Ενωσης Κέντρου». Εμφανιζόταν ως το κόμμα που «ο κλήρος της Ιστορίας» το κατέστησε εκφραστή των ανεκπλήρωτων οραμάτων του ΕΑΜ, της γενιάς του «114» και του «Πολυτεχνείου».
Υιοθετώντας το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», το ΠΑΣΟΚ «οχύρωνε» την αριστερή πλευρά του και ταυτόχρονα προσέλκυε εργατικές μάζες σε βάρος της πολιτικής επιρροής του ΚΚΕ, αλλά και πλήθος μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού σε βάρος της ΝΔ.
Από την άλλη, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ πραγματοποιούσε «ανοίγματα» και προς την πλουτοκρατία. Εξασφάλιζε ισχυρά οικονομικά και πολιτικά στηρίγματα (συγκρότημα Λαμπράκη, Εκκλησία, κ.ά.), παρέχοντας στο κεφάλαιο τις εγγυήσεις ακίνδυνης γι' αυτό «εναλλακτικής λύσης». Ετσι, αστοί, εργάτες και μεσαία στρώματα συγκρότησαν την υλική δύναμη της «εθνικής στρατηγικής» του ΠΑΣΟΚ, που υποσχόταν ότι θα οδηγούσε σε μία «νέα Ελλάδα».
Βλέποντας την πορεία της πολιτικής κατάστασης ο Κ. Καραμανλής μεταπήδησε στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ενισχύοντας το αντίβαρο στην κυβερνητική εξουσία που ήταν φανερό ότι στις εκλογές θα περιερχόταν στο ΠΑΣΟΚ, όπως και έγινε (Οκτώβρης 1981). Το ΠΑΣΟΚ συγκέντρωσε το 48,07% των ψήφων και η ΝΔ το 35,88%. Το ΚΚΕ πήρε 10,94%20 ενώ το «ΚΚΕ εσωτερικού» καταποντίστηκε εκλογικά (1,34%).
Εχοντας εξασφαλίσει με τον εκλογικό του θρίαμβο ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε από την κυβέρνηση της ΝΔ το τιμόνι της διακυβέρνησης.
Από ορισμένους πολιτικούς της ΝΔ εκδηλώθηκε διχογνωμία πριν από τις εκλογές του 1981 για την τακτική της απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ υποστήριζε ότι το ΠΑΣΟΚ ετοιμάζει κομματικό στρατό για να εγκαθιδρύσει «μονοκομματικό κράτος».
Αντίθετα, ο Γ. Ράλλης, προφανώς έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του Καραμανλή, υποστήριζε την τακτική της «ήπιας» αντιμετώπισης του ΠΑΣΟΚ. Αποδείχτηκε ότι οι τελευταίοι είχαν δίκιο.
Το ΠΑΣΟΚ, αν και για πολλά χρόνια από την ίδρυσή του δεν εντάχθηκε στη Σοσιαλιστική Διεθνή, εξαρχής αποδεχόταν και υπεράσπιζε το αστικό κοινοβουλευτικό πλαίσιο και την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις του για «κοινωνικοποίηση» κάποιων μέσων παραγωγής. Οι εθνικοποιήσεις, που περιείχε το αρχικό του πρόγραμμα, αναφέρονταν σε περιορισμούς κατά του ξένου - βασικά του αμερικανικού - κεφαλαίου, στη βάση της ανάλυσής του για τη σχέση «μητρόπολης - περιφέρειας», όπου μητρόπολη ήταν οι ΗΠΑ και περιφέρεια η υπανάπτυκτη Ελλάδα, όπως έλεγε.
Αυτοί οι δύο παράγοντες απέκλειαν τη σύγκρουσή του με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.
Οι δεσμοί του ΠΑΣΟΚ με το κίνημα των «αδεσμεύτων κρατών», με το αραβικό Μπάαθ και με τον Καντάφι ή τον Γιάσερ Αραφάτ, δε σήμαιναν ότι το ΠΑΣΟΚ θα συγκρουόταν με την εγχώρια και διεθνή αστική τάξη, προκειμένου να υλοποιήσει προεκλογικές διακηρύξεις για απομάκρυνση των ξένων βάσεων και των πυρηνικών, την έξοδο από το ΝΑΤΟ, την ακύρωση διεθνών δεσμεύσεων και άλλα που είχαν συνάψει προηγούμενες κυβερνήσεις, ούτε την αποδέσμευση από την ΕΟΚ.
Τα προηγούμενα δε σημαίνουν ότι δεν υπήρξε κάποια ανησυχία. Ο λόγος ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ συνέβαλε τα πρώτα χρόνια στην πυροδότηση ενός αντιαμερικανισμού και εχθρικών διαθέσεων προς το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ, γεγονός που μπορούσε να οδηγήσει λαϊκές μάζες σε ανεξέλεγκτη για τον ιμπεριαλισμό κατεύθυνση, πολύ περισσότερο που αυτά τα αιτήματα υποστηρίζονταν σταθερά από το ΚΚΕ. Ωστόσο, αυτές οι ανησυχίες γρήγορα εξέλιπαν.
Το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση αθέτησε όσα θετικά μεγάλης πολιτικής σημασίας υπήρχαν στην «ιδρυτική του διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη 1974». Τα συνθήματα κατά του καπιταλισμού διαδέχτηκε η «αλλαγή» και αυτήν η «στενωπός» και η «καμένη γη», για να μετατίθενται στο μέλλον «οι ακόμα καλύτερες μέρες», φτάνοντας στην πιο ανοιχτή και ολομέτωπη επίθεση στα λαϊκά δικαιώματα, κυρίως από το 1993 και μετά.
Επιβεβαιώθηκε η διαπίστωση του 11ου Συνεδρίου (1982) του ΚΚΕ, που έλεγε για την πολιτική του ΠΑΣΟΚ:
«Αυτή η κυβερνητική πολιτική δεν πρόκειται να προσφέρει διεξόδους προς όφελος του λαού, αντίθετα, θα μπαίνει σε μεγάλη δοκιμασία και θα βρίσκεται όλο και περισσότερο αντιμέτωπη με τις ανάγκες και τις προσδοκίες του λαού»21.
Παρ' όλα αυτά το ΠΑΣΟΚ μπόρεσε να πετύχει μεγάλη εκλογική νίκη και στις εκλογές του 1985. Αν και έχασε κάποιο έδαφος συγκριτικά με το 1981, διατήρησε το προβάδισμα απέναντι στη ΝΔ.
Τα αποτελέσματα των εκλογών του 1985 ήταν τα ακόλουθα: Το ΠΑΣΟΚ πήρε 45,82%, η ΝΔ 40,84%, το ΚΚΕ 9,89% και το «ΚΚΕ εσωτ.» 1,84%.
Το βασικό χαρακτηριστικό των αποτελεσμάτων, όπως γίνεται φανερό, ήταν η εμφανής μετακίνηση μαζών από το ΠΑΣΟΚ προς τη ΝΔ, αλλά και από το ΚΚΕ προς το ΠΑΣΟΚ. Η δυσαρέσκεια που δημιουργούσε η πολιτική του ΠΑΣΟΚ και οι απώλειες που είχε, καλύφθηκαν σε ένα βαθμό από ψηφοφόρους του ΚΚΕ, «για να μην ξανάρθει η Δεξιά»!
Και αυτά παρά το γεγονός ότι το ΚΚΕ είχε οξύνει την κριτική προς την πολιτική του ΠΑΣΟΚ, τακτική που εκφράστηκε ακόμα πιο έντονα στις δημοτικές εκλογές του επόμενου χρόνου (1986). Σε αυτές το ΚΚΕ κάλεσε τους ψηφοφόρους του στο β΄ γύρο των εκλογών να ρίξουν στην κάλπη λευκό ή άκυρο ψηφοδέλτιο στους Δήμους Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης, όπου αναμετρούνταν υποψήφιοι της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ συνέχισε και διεύρυνε την πολιτική κρατικής παρέμβασης που ακολούθησε η ΝΔ, για να στηρίξει το ιδιωτικό κεφάλαιο. Παράλληλα, προχώρησε στη διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών.
Την πρώτη τετραετία (1981 - 1985) το ΠΑΣΟΚ υιοθέτησε το σχήμα της «μεικτής οικονομίας», μιλώντας για δημόσιο, ιδιωτικό και κοινωνικό τομέα, όπου οι δημοτικές και κοινωνικές επιχειρήσεις θα διείσδυαν εκεί που το ιδιωτικό κεφάλαιο αδιαφορούσε ή αδυνατούσε να διεισδύσει.
Τη δεύτερη τετραετία (1985 - 1989) η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε και φραστικά τη λεγόμενη ιδιωτική πρωτοβουλία σε πρώτη γραμμή, ως τον τομέα που θα κατηύθυνε την οικονομία τα επόμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, προχώρησε και σε εισοδηματική πολιτική λιτότητας που συνοδευόταν με μέτρα προετοιμασίας για το 1992 («ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΕ»), ενώ έκανε και στη ΓΣΕΕ εκλογικό πραξικόπημα, καθαιρώντας με δικαστική απόφαση ακόμα και στελέχη του ΠΑΣΟΚ, για να ελέγχει απόλυτα την κατάσταση.
Είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί η πολιτική παροχών προς τους εργαζόμενους που το ΠΑΣΟΚ είχε ακολουθήσει την πρώτη τετραετία, προκειμένου να ενισχυθεί η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων (ζήτηση), στο πλαίσιο των αναγκών του ελληνικού καπιταλισμού να αυξηθεί η παραγωγή και η παραγωγικότητα λόγω και ένταξης στην ΕΟΚ.
Ρόλο εξυπηρέτησης του κεφαλαίου έπαιξαν και τα ΕΟΚικά προγράμματα (ΚΑΠ, ΜΟΠ, Ταμείο Συνοχής, κ.ά.), που στόχευαν στη συγκέντρωση της γης και της παραγωγής στους μεγάλους καπιταλιστές, μέσω του ξεκληρίσματος των μικρομεσαίων αγροτών, γενικότερα στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, καθώς και σε υποδομές σύνδεσης της ελληνικής με την ΕΟΚική αγορά.
Η εναλλαγή στην αστική εξουσία συνοδεύτηκε με τη μαζική ιδεολογική χειραγώγηση και τη φθορά συνειδήσεων, που αποτέλεσαν ένα από τα χαρακτηριστικά της σχέσης σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης - λαϊκών μαζών.
Στη βάση αυτή, το ρουσφέτι και η ευρύτερη δημοσιοϋπαλληλία απέκτησαν επί ΠΑΣΟΚ πρωτόγνωρες διαστάσεις στην ιστορία του ελληνικού καπιταλισμού. Ταυτόχρονα, έγιναν σημαντικές αλλαγές στο συσχετισμό μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου, γνωστές ως εμφανιζόμενα «νέα τζάκια». Αυτές οι αλλαγές επενδύθηκαν ιδεολογικά με τα συνθήματα «να μπει τέλος στο κράτος της δεξιάς»22 και «να ελληνοποιηθεί το κράτος» που - κατά το ΠΑΣΟΚ - ήταν φέουδο της «δεξιάς» και καρπός της υποτέλειας στη βάση της διαίρεσης του ελληνικού λαού «σε εθνικόφρονες και σε μιάσματα».
Το ΠΑΣΟΚ υλοποίησε κάποιους επιπλέον εκσυγχρονισμούς σε σχέση με τη ΝΔ (αναγνώριση του ΕΑΜ, κ.ά.) και ταυτόχρονα εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τους διωγμούς που υπέστησαν χιλιάδες κομμουνιστές και άλλοι ΕΑΜίτες στις εξορίες και στις φυλακές μετά τον πόλεμο. Από την άλλη, το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων», που σε ένα βαθμό είχε ατονήσει επί ΝΔ (1974 - 1981), καταργήθηκε τελείως, δίχως να καταργηθεί και το γνωστό «φακέλωμα», που συνεχίστηκε και συνεχίζεται.
Ενας από τους βασικούς λόγους που το ΠΑΣΟΚ μπόρεσε να γίνει τόσο μαζικό ήταν αναμφίβολα το χαμηλό επίπεδο της επαναστατικής ταξικής πάλης.
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στηρίχτηκε σε ένα ισχυρό υπόστρωμα στη συνείδηση μεγάλου αριθμού εργαζόμενων μαζών, έτοιμο και να αποδεχτεί κάποια ριζοσπαστικά συνθήματα, αλλά και έτοιμο να υπαναχωρήσει, αρκεί η πολιτική της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ να διαφοροποιούνταν από της «δεξιάς» σε ζητήματα που αυτές οι μάζες θεωρούσαν καίριας σημασίας.
Ηδη αναφέρθηκαν τα αντιδεξιά αντανακλαστικά που συσσωρεύτηκαν στη διάρκεια δεκαετιών και εκφράστηκαν με πάθος, ακόμα και με φανατισμό, σε σημείο που κι εκείνος ο Γεώργιος Παπανδρέου αποθεώθηκε ως λαϊκός ηγέτης. Κι ας ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της σφαγής του λαού της Αθήνας, από τους Εγγλέζους, τη Χωροφυλακή και τους ταγματασφαλίτες, το Δεκέμβρη του 1944. Πολύ περισσότερο θεωρήθηκε ότι ο αγώνας δικαιώθηκε με επικεφαλής τον Ανδρέα Παπανδρέου, που δε βαρυνόταν με εγκλήματα κατά του λαού, όπως ο πατέρας του.
Σε εκείνο τον κόσμο ο ταξικός ρόλος του «Κέντρου» είχε υποβαθμιστεί. Αρκούσε η κατάργηση της τρομοκρατίας από το χωροφύλακα και του μαζικού φακελώματος, αρκούσαν κάποιες επιπλέον συνδικαλιστικές ελευθερίες, για να θεωρήσουν ότι άνοιξε η πόρτα για τη μεγάλη αλλαγή. Το «αντιδεξιό» μείγμα που συσσωρεύτηκε στις συνειδήσεις ήταν εκρηκτικό και ιδιαίτερα στέρεο, και σε εργατικές μάζες.
Το ΠΑΣΟΚ δούλεψε με σχέδιο στο χώρο του ΚΚΕ, ιδιαίτερα σε περιοχές που είχε παραδοσιακά μεγάλη επιρροή, για να τροφοδοτείται εκλογικά. Διευκολυνόταν στην επιτυχία του σχεδίου του και εξαιτίας αντικειμενικών λόγων, όπως οι κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που είχαν συντελεστεί (αύξηση αξίας γης, κ.λπ.), οι οποίες διαμόρφωναν πλήθος νέων μικροαστικών στρωμάτων.
Η συνταξιοδότηση των ΕΑΜιτών είχε σε αρκετούς μεγαλύτερη απήχηση και από τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ επί ΝΔ, γεγονός που επίσης αντανακλούσε το επίπεδο της συνείδησης ακόμα και κάποιων μαζών που ψήφιζαν το ΚΚΕ.
Επίσης, το ΠΑΣΟΚ αξιοποιούσε πλευρές της εξωτερικής πολιτικής των σοσιαλιστικών κρατών. Τα κράτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας έδιναν πολύ μεγαλύτερη πολιτική σημασία από όση είχε στο γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ είχε διαφωνήσει με κάποιες αποφάσεις του ΝΑΤΟ, βάζοντας αστερίσκο κάτω από τα σχετικά κείμενα, ενώ δεν είχε καταδικάσει την κατάρριψη από τη Σοβιετική Αεροπορία του επιβατηγού αεροσκάφους που διενεργούσε κατασκοπεία εναντίον της ΕΣΣΔ. Ακόμα, δεν καταδίκασε την επιβολή στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία από την κυβέρνηση Γιαρουζέλσκι, ανεξάρτητα από την αξιοποίηση που το ΠΑΣΟΚ έκανε γι' αυτό μέσα στην Ελλάδα, σε βάρος του ΚΚΕ.
Το ίδιο υπερτιμήθηκαν και διεθνείς φιλειρηνικές πρωτοβουλίες του ΠΑΣΟΚ, που έτυχαν θερμής υποδοχής από τα σοσιαλιστικά κράτη. Βεβαίως, η εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ στηριζόταν στη γραμμή «ούτε ΝΑΤΟ ούτε Βαρσοβία», παρότι το Σύμφωνο της Βαρσοβίας έκανε προτάσεις για ταυτόχρονη διάλυση και των δύο συνασπισμών, δίχως να βρίσκει ανταπόκριση από το ΝΑΤΟ.
Βάση αυτής της πολιτικής ήταν η ανάλυση που είχε κάνει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, του διαχωρισμού δηλαδή της «δεξιάς» από την «αριστερή» σοσιαλδημοκρατία, που είχε εντάξει και το ΠΑΣΟΚ στις συμμαχικές δυνάμεις στην πάλη για την ειρήνη, την ύφεση και τον αφοπλισμό, ενισχύοντας έτσι το σχήμα «δεξιά - αντιδεξιά».
Στο διάστημα Ιούλης 1989 - Απρίλης 1990 σχηματίστηκαν η κυβέρνηση Τζαννετάκη (συνεργασία ΝΔ - «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», στον οποίο συμμετείχε το ΚΚΕ) και αργότερα η κυβέρνηση Ζολώτα. Στη δεύτερη πήρε μέρος και το ΠΑΣΟΚ.
Πριν από το σχηματισμό της κυβέρνησης Τζαννετάκη, διεξήχθησαν οι βουλευτικές εκλογές της 18ης Ιούνη 1989. Η ΝΔ κατέλαβε την πρώτη θέση, δίχως να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ο εκλογικός συσχετισμός των δυνάμεων διαμορφώθηκε ως εξής: Η ΝΔ πήρε 44,28%, το ΠΑΣΟΚ 39,13%, ο ΣΥΝ 13,13%, η ΔΗΑΝΑ 1,01%. Οπως είναι φανερό, ο ΣΥΝ συγκέντρωσε μόνο το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων και κινήσεων που τον συναποτέλεσαν.
Οι απώλειες του ΠΑΣΟΚ προς όφελος της ΝΔ σε ένα μεγάλο βαθμό οφείλονταν στο γνωστό «σκάνδαλο Κοσκωτά», που ήρθε στην επιφάνεια εκείνο το διάστημα και ενώ το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στη διακυβέρνηση. Ως αναμεμειγμένοι στο σκάνδαλο, κατηγορήθηκαν ηγετικά και άλλα στελέχη του, ανάμεσά τους και ο Ανδρέας Παπανδρέου, που παραπέμφθηκαν από τη Βουλή στο Ειδικό Δικαστήριο. Μάλιστα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μένιος Κουτσόγιωργας παραπέμφθηκε και με ψήφους βουλευτών του ΠΑΣΟΚ.
Η μετακίνηση ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ σαφέστατα δεν εξέφραζε κάποιες ριζοσπαστικές αλλαγές στις συνειδήσεις. Ηταν μετακίνηση στο πλαίσιο της δικομματικής εναλλαγής, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και στις δύο επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Σε αυτές, μάλιστα, η εκλογική δύναμη του Συνασπισμού μειώθηκε κατά πολύ.
Συγκεκριμένα, ανάμεσα στο σχηματισμό των κυβερνήσεων Τζαννετάκη και Ζολώτα, μεσολάβησαν οι βουλευτικές εκλογές της 5ης Νοέμβρη 1989, από τις οποίες επίσης δεν προέκυψε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Τα αποτελέσματα για το κάθε κόμμα ήταν τα εξής: Η ΝΔ 46,19%, το ΠΑΣΟΚ 40,68%, ο ΣΥΝ 10,97%. Ετσι σχηματίστηκε η κυβέρνηση Ζολώτα.
Στη συνέχεια, ενώ διαρκούσε η «οικουμενική» κυβέρνηση Ζολώτα, προκηρύχτηκαν νέες εκλογές για τις 8 Απρίλη 1990. Σε αυτές τις εκλογές τα κόμματα πήραν: Η ΝΔ 46,89%, το ΠΑΣΟΚ 38,61%, ο ΣΥΝ 10,28%, οι «Οικολόγοι Εναλλακτικοί» 0,77%, η ΔΗΑΝΑ 0,67%. Η ΝΔ, με την υποστήριξη και ενός βουλευτή της ΔΗΑΝΑ, σχημάτισε κυβέρνηση με 151 βουλευτές και με πρωθυπουργό τον Κ. Μητσοτάκη.
Στη στρατηγική της άρχουσας τάξης χρειαζόταν και εκείνα τα χρόνια να αντιπαρατεθεί μία στρατηγική αντιμετώπισης τόσο της ΝΔ όσο και του ρεφορμισμού του ΠΑΣΟΚ. Η αποκάλυψη του δεύτερου και η αποτελεσματική αντιμετώπιση και των δύο μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο στο έδαφος της πάλης που θα κατευθυνόταν στην οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και στα μικρομεσαία στρώματα, με στόχο ριζικές αλλαγές στην οικονομία και στην εξουσία και που θα επεξεργαζόταν την τακτική της σε αυτή τη βάση, για να μπορεί να αποσπά λαϊκές δυνάμεις και από το ΠΑΣΟΚ.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου