Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Η φτώχεια και τα αντεργατικά μέτρα φθείρουν την υγεία των εργαζομένων.



Παρέμβαση του Χρήστου Παπάζογλου, γιατρού Εργασίας, σε πρόσφατη ημερίδα της ΔΗΠΑΚ για τις συνέπειες της κρίσης στην υγεία των εργαζομένων.
«Επικίνδυνες επιπτώσεις στην υγεία των εργαζoμένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων έχει η πολιτική που αναπαράγει τη φτώχεια, την ανεργία, την εξαθλίωση, την εκμετάλλευση.
Τα μέτρα που λαμβάνονται εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης, τα διάφορα μείγματα πολιτικής που φορτώνουν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους, αποτελούν συνέχεια μίας πολιτικής που προϋπήρχε της κρίσης και που σήμερα εφαρμόζεται με επιταχυμένους ρυθμούς.
Κατ' επέκταση φτώχεια, ανεργία, ελαστικές σχέσεις εργασίας, είναι φαινόμενα σύμφυτα όχι στενά με την καπιταλιστική κρίση, αλλά συνολικά με τον καπιταλισμό. Είναι φαινόμενα που λαμβάνουν εκρηκτικές διαστάσεις τις περιόδους καπιταλιστικής κρίσης.
Η σύνδεση, για παράδειγμα, της φτώχειας με την υγεία είναι τεκμηριωμένη, από τον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Θεωρείται ως η πρώτη αιτία θανάτων παγκοσμίως. Παρά το γεγονός ότι με τραγικότερο τρόπο αυτό εκφράζεται στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες, χρειάζεται να δούμε πως ακόμα και στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η ταξική διαστρωμάτωση έρχεται να επιβεβαιώσει την παραπάνω αλήθεια.
Αντίστοιχα, πολλές είναι οι περιπτώσεις ασθενειών που έχουν, όπως λέμε, «ταξικά χαρακτηριστικά», είναι συχνότερες σε φτωχά λαϊκά στρώματα, είναι συνδεδεμένες με την απουσία στοιχειωδών όρων υγιεινής. Κλασικό τέτοιο παράδειγμα είναι η φυματίωση, που, αν και λοιμώδης ασθένεια, είναι χαρακτηριστική για την «ιδιαίτερη ταξική της προτίμηση»...
Επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων
Η υπεράσπιση της υγείας του λαού απαιτείπάλη ενάντια στην πολιτική που γεννά φτώχεια και ανεργία
Συνδεδεμένα με τη δημόσια υγεία οφείλουμε κατ' αρχήν να προσεγγίσουμε την πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, ακόμα και ευαίσθητων τομέων, όπως το νερό και η Ενέργεια (αποτελεί μάλλον κοινό τόπο των περισσότερων «μειγμάτων πολιτικής» για τη διαχείριση της κρίσης). Είναι γνωστό ότι η ποιότητα νερού και τροφής αποτελεί βασική πλευρά της δημόσιας υγείας. Η επιστημονικοτεχνική πρόοδος σε αυτούς τους τομείς αποτέλεσε βασικό παράγοντα για την εξάλειψη επιδημιών τον προηγούμενο αιώνα. Η εκχώρηση αυτών των νευραλγικών τομέων στην ιδιωτική πρωτοβουλία, η λειτουργία τους με γνώμονα τη διασφάλιση κέρδους, αντικειμενικά, υποβαθμίζει, στον έναν ή άλλο βαθμό, και ζητήματα διασφάλισης της ποιότητας, της ασφάλειας του νερού.
Πολύ περισσότερο, όταν απαιτούνται «σπατάλες πολύτιμου κεφαλαίου» για πρόσθετους ελέγχους, προσλήψεις επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού, αλλά και αξιοποίηση σύγχρονης τεχνολογίας που μπορεί να μη συνδέεται με την αύξηση της «παραγωγής και της κερδοφορίας» στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, μπορεί, όμως, να διασφαλίσει την ποιότητα και κατ' επέκταση τη δημόσια υγεία.
Αντίστοιχα παραδείγματα για τις επιπτώσεις στην υγεία μπορούμε να φέρουμε από το χώρο των τροφίμων, τη γεωργία και την κτηνοτροφία. `Η ακόμα και από τις επιπτώσεις της αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής στο ίδιο το περιβάλλον με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα με το καρκινογόνο εξασθενές χρώμιο, από τις βιομηχανικές μονάδες της Βοιωτίας.
Αντεργατικά μέτρα και ανεργία επιδεινώνουν την υγεία των εργαζομένων
Παράλληλα, σήμερα, με μεγαλύτερη από πριν ταχύτητα, προχωρούν την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, την παράταση του εργάσιμου βίου, την κατάργηση του θεσμού των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (ΒΑΕ). Πέρα από τον αντεργατικό χαρακτήρα των παραπάνω μέτρων, χρειάζεται να υπογραμμίσουμε και τη σύνδεσή τους με την υγεία των εργαζομένων. Η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης θα οδηγήσει γερασμένους εργαζόμενους να συνεχίσουν να εκτίθενται στον επαγγελματικό κίνδυνο. Αντίστοιχα, με την πρόωρη συνταξιοδότηση, οι εργαζόμενοι στα ΒΑΕ διασφάλιζαν μείωση της επαγγελματικής έκθεσης σε μία ιδιαίτερα φθοροποιό για την υγεία εργασία. Παρότι υπάρχει πληθώρα επιστημονικών μελετών, δε νομίζουμε ότι είναι απολύτως απαραίτητες για να τεκμηριώσουν αυτό που είναι ηλίου φαεινότερον. Οτι, δηλαδή, η παράταση του εργάσιμου βίου θα οδηγήσει σε αύξηση των επαγγελματικών ασθενειών, σε αύξηση των εργατικών ατυχημάτων, σε αύξηση των θανάτων που οφείλονται στον υφιστάμενο επαγγελματικό κίνδυνο. Οτι, δηλαδή, ένας 70χρονος οικοδόμος είναι ακόμα πιο ευάλωτος πάνω στις σκαλωσιές.
Μια άλλη πλευρά είναι η ανεργία. Οι δείκτες ανεργίας στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, ακόμα και αν η πραγματική εικόνα δεν απεικονίζεται πλήρως, δείχνουν την πορεία κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη, χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και αλκοολισμός, μέχρι και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και αυτοκτονίες έχουν συνδεθεί με την ανεργία.
Είναι αλήθεια ότι μπαίνουν, ακόμα και από επιστήμονες, ερωτήματα σχετικά με το αίτιο και το αιτιατό, αν, δηλαδή, η ανεργία αποτελεί την αιτία της ψυχικής νοσηρότητας ή αν, αντίστροφα, η ψυχική νοσηρότητα οδηγεί συχνότερα σε μεγαλύτερες δυσκολίες για την ανεύρεση εργασία. Δυστυχώς, όμως, γι' αυτούς, πέρα από την παθοφυσιολογική ερμηνεία, την αιτιοπαθογένεση της ψυχικής νοσηρότητας στους ανέργους, έχουν γίνει και προοπτικές μελέτες. Καταγράφεται, λοιπόν, ότι στην πορεία αλλαγής του εργασιακού περιβάλλοντος, σε επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν και προχώρησαν σε απολύσεις, αυξήθηκαν οι συναισθηματικές διαταραχές τόσο μεταξύ των «νεο-άνεργων», όσο και μεταξύ των εργαζομένων που βίωναν την εργασιακή ανασφάλεια, τον κίνδυνο απόλυσης.
Πέρα από την ψυχική υγεία, η ανεργία, η εργασιακή ανασφάλεια, το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης των εργαζομένων (burnout, συχνότερο με την εντατικοποίηση της εργασίας...) είναι συνδεδεμένα και με καρδιαγγειακή νοσηρότητα, Αγγειακή Υπέρταση (ΑΥ) κ.ά.
Θανατηφόρα η εντατικοποίηση της εργασίας
Η εντατικοποίηση της εργασίας συχνά συνοδεύεται με αύξηση τωνυπερωριών. Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι σήμερα η τάση είναι να γίνονται περισσότερες και φθηνότερες οι υπερωρίες. Με τη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου, με βάση τη γνωστή ευρωπαϊκή οδηγία, ο εργάσιμος χρόνος υπολογίζεται πλέων ως εβδομαδιαίος μέσος όρος. Αυτό, ουσιαστικά, σημαίνει όχι μόνο πιο φθηνές υπερωρίες, αλλά πλήρη κατάργηση κάθε έννοιας «σταθερού ημερήσιου χρόνου εργασίας». Στη διεθνή βιβλιογραφία το σύνδρομο KAROSHI αφορά τους θανάτους, που σχετίζονται με τις πολλές ώρες εργασίας. Η επιβάρυνση του ανθρώπινου οργανισμού από την υπερωριακή εργασία, πέρα από την κούραση και την επακόλουθη αύξηση της πιθανότητας εργατικού ατυχήματος, έχει και συσσωρευτική επίδραση στην υγεία του ανθρώπου συνδεδεμένη πάλι με ΑΥ, μεταβολικά νοσήματα, καρδιαγγειακά κ.λπ.
Μιλώντας για ωράριο εργασίας και πολύ περισσότερο απευθυνόμενοι σε γιατρούς και γενικότερα υγειονομικούς, δεν μπορούμε να παραλείψουμε τις επιπτώσεις στην υγεία, των ωραρίων που διαταράσσουν τουςκιρκάδιους ρυθμούς. Υπάρχουν μελέτες που αναδεικνύουν στατιστικά σημαντική αύξηση της συχνότητας καρκίνου (προστάτη, μαστού κ.ά.) σε εργαζόμενους με εναλλασσόμενα ωράρια, κύρια όταν συνδυάζονται με βραδινή εργασία. Ο διεθνής οργανισμός για τη μελέτη του καρκίνου κατατάσσει τα εναλλασσόμενα αυτά ωράρια στην κατηγορία 2 Α των καρκινογόνων παραγόντων, μαζί με χημικές ουσίες, όπως το στυρένιο, ο μόλυβδος, χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες κ.ά. Και αν κάποιος, και δικαιολογημένα, πει ότι τα εναλλασσόμενα ωράρια και οι εφημερίες υπάρχουν άσχετα από την κρίση, ωστόσο αρκεί να επισημάνουμε ότι η έλλειψη προσωπικού και η εντατικοποίηση της εργασίας, το πάγωμα προσλήψεων, οι συγχωνεύσεις και το κλείσιμο υγειονομικών μονάδων, που συνδυάζονται με την κρίση, σημαίνουν ουσιαστικά περισσότερες εφημερίες, περισσότερα νυχτερινά, συχνότερη εναλλαγή βαρδιών, ακόμα πιο άστατα και ακανόνιστα ωράρια, ή, με άλλα λόγια, ακόμα μεγαλύτερη επιβάρυνση των βιολογικών ρυθμών του ανθρώπου.
Η ελαστικοποίηση αυξάνει τον επαγγελματικό κίνδυνο
Στο πλαίσιο της ελαστικοποίησης των όρων εργασίας που διευρυμένα «αξιοποιούνται» από τους εργοδότες εν μέσω κρίσης, εντάσσονται και διάφορες μορφές εργασίας με εργολάβους, γραφεία ενοικίασης εργαζομένων κ.ά. Σε αυτές τις μορφές μπορούμε να εντάξουμε και την «κρυμμένη» εξαρτημένη εργασία, τα διάφορα δελτία παροχής υπηρεσιών, που και αυτή είναι συχνή στο ιατρικό επάγγελμα, κύρια στους νέους συναδέλφους. Πολλές είναι οι μελέτες που τεκμηριώνουν ότι τόσο οι δείκτες συχνότητας και βαρύτητας των εργατικών ατυχημάτων, όσο και η επαγγελματική νοσηρότητα και θνησιμότητα αυξάνουν στις περιπτώσεις των υπεργολαβιών και των «ενοικιαζόμενων» εργαζομένων.
Αυτό έχει να κάνει και με την απουσία συστηματικής εκπαίδευσης και ενημέρωσης για τον επαγγελματικό κίνδυνο, συνδεδεμένο με τη συχνή εναλλαγή περιβάλλοντος και τόπου εργασίας. Συνδέεται, όμως, και με την ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, την ακόμα εντατικότερη εργασία, σε πιο επικίνδυνες θέσεις εργασίας, αλλά και με την αποσπασματική λήψη μέτρων για την προστασία της υγείας από τον επαγγελματικό κίνδυνο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με την επέκταση των εργολαβιών και γενικότερα των ελαστικών σχέσεων και ωραρίων εργασίας, δυσχεραίνεται συνολικά η συνδυασμένη αξιοποίηση και εφαρμογή της επιστημονικής μεθοδολογίας και πρακτικής για την αντιμετώπιση του επαγγελματικού κινδύνου. Η συχνή εναλλαγή εργασιακού περιβάλλοντος, με την τόσο επιθυμητή για το κεφάλαιο «κινητικότητα», καθιστά ακόμα πιο δυσχερή τη συστηματική ιατρική παρακολούθηση από τον ιατρό Εργασίας. Η ταυτόχρονη εργασία σε διαφορετικούς εργασιακούς χώρους μπορεί να σημαίνει έκθεση σε επαγγελματικούς παράγοντες κινδύνου με συνεργική δράση. Οι οριακές τιμές, τέλος, που έχουν προσδιοριστεί έχουν σαν βάση την 8ωρη εργάσιμη μέρα. Οταν στην πραγματικότητα η διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου έχει οδηγήσει στην κατάργηση του 8ωρου και στην εκ περιτροπής εργασία άλλοτε 10, άλλοτε 12 και άλλοτε 6 ώρες, ανάλογα με τις ανάγκες παραγωγής, σημαίνει πρακτικά ότι οι οριακές τιμές δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σαν εργαλείο για την εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου.
Συνειδητή προπαγάνδα το ιδεολόγημα της «ευελφάλειας»
Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το ιδεολόγημα της ευελφάλειας, του λεγόμενου συνδυασμού της διαρκούς ελαστικοποίησης των σχέσεων και των ωραρίων εργασίας με τη δήθεν προστασία της ΥΑΕ, είναι όχι μόνον ανεδαφικό επιστημονικά και δογματικό, αλλά και λαμβάνει χαρακτηριστικά συνειδητής προπαγάνδας, συνειδητής προσπάθειας απόκρυψης της πραγματικότητας, των κινδύνων για την υγεία και τη ζωή των εργαζομένων, που συνοδεύουν την ελαστικοποίηση της εργασίας. Αν μία τέτοια πρακτική είναι από δικαιολογημένη έως και συνηθισμένη μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που υπερασπίζονται τα συμφέροντα των βιομηχάνων, των εργοδοτών, της αστικής τάξης, πάντως είναι αντιεπιστημονική, αντιδεοντολογική, όταν εκφέρεται από επιστήμονες Υγείας.
Σε αντιπαράθεση με αυτήν την πρακτική, εμείς καλούμε τους επιστήμονες Υγείας, τους γιατρούς, να προτάξουν την επιστήμη, την υπεράσπιση της επιστημονικής αλήθειας, να αντιπαρατεθούν με τα καλέσματα για υποταγή της επιστήμης σε δογματισμούς που υπηρετούν συμφέροντα της αστικής τάξης. Να συμβάλουν και με την επιστημονική τους ιδιότητα στην κάλυψη των σύγχρονων αναγκών των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.
Σαν ΔΗΠΑΚ καλούμε τους γιατρούς όχι μόνο να διαγνώσουμε τις κοινές αιτίες που φθείρουν «το κορμί και τα ρούχα» των εργαζομένων, όχι μόνο να αναδείξουμε την επιβάρυνση της υγείας των εργαζομένων από τα μέτρα που λαμβάνονται σήμερα για να ξεπεράσουν την κρίση τους τα μονοπώλια, όχι μόνο να αναδείξουμε την επιβάρυνση της υγείας από την ανάπτυξη που σαν θεό της έχει το κέρδος και που στο βωμό της ανταγωνιστικότητας και των νόμων της αγοράς υπονομεύει βασικές λαϊκές ανάγκες.
Σήμερα, είναι απόλυτα αναγκαίο να πρωτοστατήσουμε στη διαμόρφωση του ριζοσπαστικού πόλου στο χώρο των γιατρών και των επιστημόνων Υγείας.
Να πρωτοστατήσουμε στη διαμόρφωση μετώπου μαζί με όλους τους υγειονομικούς, όλους τους εργαζόμενους, τους αυτοαπασχολούμενους, τους φοιτητές, μαθητές, κ.λπ., ενός μετώπου που θα προτάσσει την υγεία ως λαϊκό αγαθό και δικαίωμα και όχι ως εμπόρευμα.
Να πρωτοστατήσουμε στη διεκδίκηση ενός άλλου δρόμου ανάπτυξης, που θα ιεραρχεί την ουσιαστική λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της υγείας, για εξάλειψη όλων των παραγόντων που φθείρουν την υγεία των εργαζόμενων, την εξάλειψη της φτώχειας, της ανεργίας, τη μείωση του χρόνου εργασίας, τη μείωση των ορίων συνταξιοδότησης κλπ.
Είναι ένας δρόμος ανάπτυξης που είναι ρεαλιστικός και αναγκαίος, αφού πατάει στη σχεδιασμένη αξιοποίηση του συνόλου των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, των αναγκών των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου