Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Το χρέος και η κρίση.

Οι συζητήσεις για το δανεισμό των χωρών της ΕΕ, με ομόλογα που θα εκδίδει η Ενωση, αποτελούν απότοκο των αδυναμιών που αντιμετωπίζουν οι κυρίαρχες δυνάμεις να τιθασεύσουν την εντεινόμενη καπιταλιστική κρίση.
Επειδή πολλά λέγονται και άλλα τόσα υποτίθεται πως θα πρέπει να προσδοκούν οι εργαζόμενοι από την προοπτική έκδοσης του πολυθρύλητου «ευρωομολόγου», ας δούμε ορισμένες πλευρές του ζητήματος.
Πρώτον: Το λεγόμενο «ευρωομόλογο», για το οποίο τόσες παραστάσεις δίνει το τελευταίο διάστημα ο Γ. Παπανδρέου, συνεπικουρούμενος από τη ΝΔ και τα πολιτικά σχήματα των οπορτουνιστών, που αναφανδόν κραυγάζουν υπέρ της έκδοσής του, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ...δάνειο! Δάνειο σαν κι αυτά που κατά καιρούς συνάπτουν οι ελληνικές κυβερνήσεις για να ταΐσουν τους εκπροσώπους της ολιγαρχίας. Η μοναδική διαφορά είναι ότι ευελπιστούν πως θα έχει καλύτερο επιτόκιο και όρους, από τα δάνεια που μπορεί να βρει η κυβέρνηση στις «αγορές».

Αρα, το ζητούμενο δεν είναι η αντιμετώπιση της πολιτικής που γεννά και πολλαπλασιάζει τα χρέη, αλλά λιγότερο επαχθείς όροι δανεισμού, ώστε ο λαός να συνεχίσει να πληρώνει τα χρέη.
Δεύτερον: Εκδότρια αρχή του ομολόγου αυτού θα είναι η ίδια η ΕΕ, σαν οντότητα που εκπροσωπεί το συνασπισμό των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης. Το όφελος από μια τέτοια διαδικασία, υποστηρίζουν αυτοί που προτείνουν την έκδοσή του, θα είναι ότι ενώ οι επιμέρους χώρες, για παράδειγμα η Ελλάδα, όταν δανείζονται από τις «αγορές» τις τσεκουρώνουν με υψηλά επιτόκια επειδή οι χρηματοοικονομικοί οίκοι θεωρούν ρίσκο τη χορήγηση και νέων δανείων προς αυτές, το «κύρος» και η «εγγύηση» της ΕΕ, που θα αναλαμβάνει και την εξόφλησή του, θα αποκλιμακώνουν αισθητά τα επιτόκια δανεισμού.
Συνεπώς, αυτό που επιδιώκουν η κυβέρνηση και οι άλλοι οπαδοί του «ευρωομολόγου» είναι ένας ...εγγυητής που, ως πιο ισχυρός, θα συνάψει για λογαριασμό της χώρας το σχετικό δάνειο.
Τρίτον: Με δεδομένο ότι ποτέ δεν υπήρξε το «ευρωομόλογο», κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει σήμερα τους όρους και τις προϋποθέσεις, με βάση τους οποίους θα γίνει η σχετική έκδοση, αν ποτέ γίνει. Αυτό θα είναι θέμα διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην ΕΕ και τις τράπεζες. Αυτό που εκτιμάται σήμερα είναι ότι αφού θα πρόκειται για τίτλους που θα αφορούν την ΕΕ συνολικά, οι καπιταλιστικές «αγορές», το χρηματοπιστωτικό, δηλαδή, κεφάλαιο κατά κύριο λόγο, θα προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν επιτόκια που να ανταποκρίνονται, με μια έννοια, στο μέσο όρο των επιτοκίων που ισχύουν για τις χώρες - μέλη ξεχωριστά. Δε θα είναι στα χαμηλά επίπεδα των επιτοκίων που δανείζεται σήμερα η Γερμανία, αλλά ούτε στα επίπεδα του 10% και 13%, που ορέγονται να εισπράξουν από χώρες όπως είναι η Ελλάδα και η Ιρλανδία.
Αρα, στην καλύτερη περίπτωση αυτό που ψάχνει η κυβέρνηση είναι κάποιο μικρότερο επιτόκιο από αυτό που ζητούν οι «αγορές». Κάτι σα να αλλάζεις ...τράπεζα, δηλαδή.
Δάνεια από το ομόλογο
Τέταρτον: Τα ποσά που θα αντιστοιχούν στο «ευρωομόλογο», θα επαναχορηγηθούν, και πάλι με τη μορφή δανείου, στις ενδιαφερόμενες χώρες - μέλη. Κύρια σε αυτές που αντιμετωπίζουν προβλήματα χρηματοδότησης των οικονομιών τους και ειδικότερα σε όσες έχουν υψηλό δημόσιο χρέος. Τα κριτήρια χορήγησης των δανείων δεν είναι γνωστά και όσα ακούγονται μέχρι στιγμής ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα των ζυμώσεων. Κάποιες προτάσεις προβλέπουν την κάλυψη ενός ποσοστού των δανειακών αναγκών των χωρών - μελών μέσω του «ευρωομολόγου». Κάποιες άλλες προσδιορίζουν το ποσοστό αυτό μέχρι και το 50% των δανειακών αναγκών. Η κοινή πρόταση που δημοσιοποίησαν το Δεκέμβρη ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών, Τζ. Τρεόντι, και ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, Ζαν - Κλοντ Γιούνκερ, προβλέπει τη χρηματοδότηση χρέους ίση με το 40% του ΑΕΠ κάθε χώρας.
Πέμπτον: Οπως είναι φυσικό, οι θέσεις των χωρών - μελών της ΕΕ, ως χώρες που κατά κύριο λόγο επιδιώκουν την εξυπηρέτηση της δικής τους αστικής τάξης, είναι διαφορετικές γύρω (και) από το θέμα του «ευρωομολόγου». Οσες δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα δανεισμού (Γερμανία, Γαλλία κλπ.) αντιτίθενται στην προοπτική έκδοσής του, αφού και κάτι τέτοιο θα σήμαινε επιβάρυνση των δικών τους όρων δανεισμού και απώλειες για τους ντόπιους επιχειρηματικούς ομίλους. Αντίθετα, χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία (αλλά μεσοπρόθεσμα και οι Ισπανία - Ιταλία) έχουν άμεσο ενδιαφέρον ακούγοντας και μόνο στη δυνατότητα δανεισμού με χαμηλότερα επιτόκια.
Επομένως, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, έχοντας αποκλειστικό στόχο την εξυπηρέτηση της ολιγαρχίας, το μόνο το οποίο περιμένει είναι κάποιος συμβιβασμός ανάμεσα στις δυνάμεις της ΕΕ, με μοναδική επιδίωξη να επιμηκύνει την περίοδο κανονικών πληρωμών του δημόσιου χρέους, ώστε να μπορεί να διοχετεύει κεφάλαια προς τους ντόπιους και ξένους κεφαλαιοκράτες.
Εκτον: Εντελώς άγνωστοι είναι και οι όροι με τους οποίους η ΕΕ θα χορηγεί τα ποσά του «ευρωομολόγου» προς τις χώρες - μέλη. Ενώ όμως είναι άγνωστο, ας πούμε ο τρόπος που θα διαμορφώνονται τα επιτόκια, ή οι χρόνοι αποπληρωμής, είναι από τώρα γνωστό ότι και τα δάνεια θα συνοδευτούν από συγκεκριμένες δεσμεύσεις που θα αναλαμβάνουν οι δανειζόμενοι. Δεσμεύσεις αντίστοιχες με αυτές που ήδη έχει αναλάβει η κυβέρνηση Παπανδρέου στα πλαίσια του μνημονίου με την τρόικα. Υπάρχουν, μάλιστα, εκτιμήσεις αρμόδιων παραγόντων, που θεωρούν βέβαιο ότι στο πλαίσιο της ενιαίας δημοσιονομικής πολιτικής στην ΕΕ και αφού η Ενωση θα αναλάβει μέρος της διαχείρισης του δημόσιου χρέους, η φορολογική πολιτική, οι συντελεστές φορολόγησης και τα κλιμάκια του ΦΠΑ θα ορίζονται σε ...κεντρικό επίπεδο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις πρόσθετες συνέπειες και επιπτώσεις στο εισόδημα των εργαζομένων της χώρας.
Αρα, οποιαδήποτε μορφή νέου δανεισμού θα αποτελέσει ακόμα ένα όπλο στα χέρια των μονοπωλίων και των τοκογλύφων, για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, κλιμακώνοντας την αντιλαϊκή επίθεση και υπονομεύοντας παραπέρα τη θέση των εργαζομένων.
Η πρόκληση των κυβερνώντων
Πάμε τώρα στο «ψητό». Γιατί ξαφνικά προέκυψε ζήτημα «ευρωομολόγου»; Επειδή, όπως λένε εν χορώ στην ΕΕ, υπάρχει κρίση χρέους και οι «αγορές» άδραξαν την ευκαιρία για πιέσεις προς τους δανειζόμενους. Επειδή, όπως είπε την Πέμπτη ο Γ. Παπανδρέου στο Παρίσι, υπάρχει «μεγάλη συγκέντρωση χρηματοοικονομικής εξουσίας που πρέπει να ελεγχθεί». Εδώ έχουμε να κάνουμε με το απόλυτο θράσος και την πρόκληση. Αποτελεί πρόκληση αυτοί που, τσαλαπατώντας τα δικαιώματα και τη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων, υλοποίησαν τις πολιτικές της λεγόμενης απελευθέρωσης του τραπεζικού κεφαλαίου και της κίνησης των κεφαλαίων συνολικά, να μιλούν σήμερα για έλεγχο. Είναι θράσος να αναφέρονται στη συγκέντρωση χρηματοοικονομικής εξουσίας αυτοί που εξέθρεψαν τα υπερκέρδη και την εξουσία των τραπεζών και των μεγάλων πολυεθνικών συγκροτημάτων. Αυτοί που από την εποχή του Μάαστριχτ μέχρι σήμερα:
  • Προσέφεραν πάνω από 500 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες, παριστάνοντας ότι πληρώνουν χρέη, τα οποία όμως συνεχώς αυξάνονται.
  • Πρωτοστάτησαν, ως κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, στην ιδιωτικοποίηση όλων των τραπεζών.
  • Λεηλάτησαν τον κοινωνικό πλούτου, μόνο και μόνο για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίων.
  • Εξασφάλισαν τη γιγάντωση των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων που κυριαρχούν στην αγορά.
  • Διευκόλυναν τη διάλυση εκατοντάδων παραγωγικών μονάδων που λειτουργούσαν στη χώρα, για να εξασφαλίσουν τα αφεντικά τους μεγαλύτερα κέρδη σε γείτονες χώρες χαμηλού κόστους.
Πάει πολύ, αυτοί που με νόμους κατέστησαν τους διεθνείς χρηματοοικονομικούς οίκους σε αποκλειστικούς διαχειριστές του δημόσιου χρέους, να εμφανίζονται ως θύματα της δικής τους πολιτικής και των δικών τους δημιουργημάτων.
Κρίση του καπιταλισμού
Παράλληλα - κι αυτό είναι το σημαντικό - η φιλολογία περί κρίσης του χρέους αποτελεί προσπάθεια να αποκρυβεί η ουσία του προβλήματος. Να κουκουλωθεί το γεγονός ότι σε κρίση βρίσκονται η καπιταλιστική οικονομία και οι εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής. Στόχος των κυβερνώντων και των συνοδοιπόρων τους είναι να δημιουργήσουν στους εργαζόμενους και στα άλλα λαϊκά στρώματα την αυταπάτη ότι, αν αντιμετωπιστεί το χρέος, τα πράγματα θα επανέλθουν εκεί που ήταν προ της κρίσης. Να μπορέσουν να περάσουν πιο ανώδυνα τα καταστροφικά μέτρα που απεργάζονται σε βάρος του λαού και του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, προκειμένου να διασωθούν οι πιο ισχυρές ομάδες της οικονομικής ολιγαρχίας. Να περιορίσουν τις συνέπειες της κρίσης και των τριγμών που δέχεται το σύστημα στο ζήτημα του χρέους, για να περιορίσουν αντίστοιχα τους ορίζοντες των διεκδικήσεων και τους στόχους του λαϊκού κινήματος.
Ο καπιταλισμός ανέκαθεν πορευόταν μέσα από τη συσσώρευση ιδιωτικών χρεών. Οι καπιταλιστικές χώρες, προκειμένου να εξασφαλίσουν πόρους για τους κεφαλαιοκράτες, πάντα ήταν βουτηγμένες σε υπέρογκα χρέη. Μόνο που όταν οι δείκτες της οικονομίας εμφανίζονταν θετικοί, τόσο οι ιδιώτες, όσο και το δημόσιο μπορούσαν να εξυπηρετούν τα χρέη τους, ενώ σε περίοδο οικονομικής κρίσης αυτό είναι (ακόμα και λογιστικά) σχεδόν αδύνατον. Αυτό συμβαίνει και σήμερα, που χιλιάδες επιχειρήσεις δεν μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους, αλλά και πολλές καπιταλιστικές χώρες βρίσκονται σε αντίστοιχη αδυναμία. Μόνο που αυτό δεν είναι κρίση χρεών, αλλά συνέπεια της οικονομικής κρίσης που χτύπησε τις χώρες του κεφαλαίου.
Με δυο λόγια. Αν θα επιχειρούσε κανείς να ρίξει λίγο φως πίσω από τις συζητήσεις για την προοπτική έκδοσης του «ευρωομολόγου» θα διαπίστωνε ότι οι σχετικές συζητήσεις αποτελούν απότοκο των αδυναμιών που αντιμετωπίζουν οι κυρίαρχες δυνάμεις στην ΕΕ και στις χώρες - μέλη του ευρώ να τιθασεύσουν την καπιταλιστική κρίση.
Οι προσπάθειες διαχείρισης της συνεχώς εντεινόμενης κρίσης και των συνεπειών της, σε συνδυασμό με την όλο και μεγαλύτερη όξυνση του ανταγωνισμού, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες οικονομικών συμφερόντων, αλλά και το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των οικονομικά ισχυρών και άλλων χωρών, οδηγούν τους κρατούντες στην αναζήτηση «συνταγών», μέσω των οποίων επιχειρείται να αντιμετωπιστούν αντικειμενικές και νομοτελειακού χαρακτήρα εξελίξεις στον τομέα της οικονομίας, με πολιτικές παρεμβάσεις και αποφάσεις. Αποφάσεις οι οποίες, στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να αναβάλουν για αργότερα το ξεδίπλωμα των αναπόφευκτων επιπτώσεων και συνεπειών που προκαλούν οι οικονομικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος.
Οι εργαζόμενοι και τα άλλα λαϊκά στρώματα δεν έχουν να περιμένουν τίποτα θετικό από οποιαδήποτε έκβαση θα έχει το θέμα του «ευρωομολόγου». Ο δρόμος ο δικός τους κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Στη ρότα της ανατροπής του ίδιου του συστήματος των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, που πάντα γεννούσαν και θα εξακολουθούν να γεννούν κρίσεις. Στην κατεύθυνση της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας, με στόχο την οικοδόμηση μιας κοινωνίας αποκλειστικά στην υπηρεσία του λαού και του τόπου.

Γιώργος ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου